Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2008

Όλα είναι ατμός...

Άλλοι τα σουτζουκώνουνε κι άλλοι πιάνονται μούσι με μούσι. Κι εμείς θα τρέχουμε να βρούμε λεωφορείο να πάμε στη δουλειά για 600 ευρώ το μήνα.

Άλλοι ορκίζονται κι άλλοι καταγράφουν. Κι εμείς αναρωτιόμαστε γιατί κάηκε ο Κρόνιος Λόφος.

Άλλοι πληρώνουν κι άλλοι... άντε, δεν το λέω. Και μαντέψτε ποιοι πληρώνουνε. Και ποιοι την πληρώνουνε.

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

Το Φυλακτό της Σαμαρκάνδης


-Εχμ, χμ!
-Παρακαλώ;
-Ο κύριος Τζόναθαν Στράουντ;
-Μάλιστα. Μπορώ να σας βοηθήσω;
-Διάβασα σχετικά πρόσφατα το βιβλίο σας και...
-Ποιο απ' όλα;
-Το Φυλακτό της Σαμαρκάνδης. Εκδόσεις Μίνωας. Έχετε γράψει κι άλλα;
-Βασικά το Φυλακτό είναι το πρώτο μέρος της Τριλογίας του Βαρτιμαίου. Κυκλοφορούν ακόμη το Μάτι του Γκόλεμ και η Πύλη του Πτολεμαίου.
-Αχά. Μάλιστα. Δηλαδή πάλι τριλογία.
-Ε;
-Πάλι τριλογία. Μα τι μανία είναι αυτή! Αγοράζεις ένα βιβλίο , το απολαμβάνεις και μετά σου λέει έχει κι άλλο! Δηλαδή εμένα που μου άρεσε πολύ το Φυλακτό γιατί πρέπει να με βάλετε στο τριπάκι να αγοράσω και τα υπόλοιπα βιβλία σας;
-Ε... (νόημα σε παρακείμενο σεκιουριτά.)
-Το βρήκαμε τώρα. Να γινόμαστε πρώτα οι αγαπημένοι συγγραφείς κάποιου και μετά να τον εκβιάζουμε μέσω της συνειδήσεώς του. "Αγόρασε και το επόμενο βιβλίο του, πρέπει να είναι τόσο καλό όσο το πρώτο"...
-ΕΕΕΕ... (απελπισμένο νόημα στον παρακείμενο σεκιουριτά.)
-Και τι να κάνω τώρα εγώ μου λες; Το Μάτι του Γκόλεμ (γυαλίζει το δικό της μάτι) κοντεύει να εξαντληθεί στην ελληνική του μετάφραση. Το Φυλακτό; Χα! Το τελευταίο αντίτυπο στο ράφι πήρα! Δηλαδή να με αναγκάσεις να πάρω και το Μάτι και την Πύλη για να μην εξαντληθούν κι αυτά!
-ΕΕΕΕΕΕ... (ΑΓΩΝΙΩΔΕΣ ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΟΝ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΑΡΕΙ ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΝ ΠΑΛΑΒΗ ΠΟΥ ΩΡΥΕΤΑΙ).
-Πάντως πολύ ωραίο το Φυλακτό, πολύ ωραίο. (Φιλικό χτύπημα στην πλάτη, που ακολουθείται από την τρομαγμένη φυγή του κ. Στράουντ, ο οποίος φωνάζει έξαλλος "βοήθεια, βοήθεια, τρελή, τρελή!"...) Μα τι τον έπιασε; Αχ, συγγραφείς! Τρελάρες όλοι τους παιδί μου...

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

Παζάρι Βιβλίου 2008


Από την Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου έως και την Κυριακή 10 Φεβρουαρίου, για δέκα ολόκληρες μέρες, οι εραστές του βιβλίου θα έχουν για 13η συνεχή φορά την ευτυχία της βόλτας στο Παζάρι Βιβλίου.

Η γιορτή αυτή του βιβλίου διοργανώνεται από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βιβλίου, υπό την αιγίδα του Πολιτισμικού Οργανισμού του δήμου Αθηναίων, στο γνωστό και μη εξαιρεταίο "στέκι" των βιβλιοφάγων στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Το περίπτερο θα έχει έκταση 1000 τ.μ. και θα είναι ενιαίο για όλους τους εκδότες.

Στις πεινασμένες και άνομες ορέξεις του κοινού θα εκτεθούν χιλιάδες τίτλοι, όλων των ειδών, σε τιμές που ξεκινούν από 1 ευρώ. Βέβαια, όπως και στην καθημερινότητά μας, κάθε πέρσυ και καλύτερα λένε. Αλλά δε μιλάμε από τώρα, θα δούμε, την Παρασκευή, την Παρασκευή...

Οι πιο ανυπόμονοι μπορούν να προσέρχονται καθημερινά κατά τις 10:00 το πρωί, ενώ για τους τεμπέληδες να υπενθυμήσουμε ότι το Παζάρι θα κλείνει στις 21:45 το βράδυ.

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

Ανάγνωση διηγήματος Ντίνου Χατζηγιώργη

Σύμφωνα με το δελτίο τύπου:

Η Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας σάς προσκαλεί την Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008 στις 19:30 στην Καφετέρια ΦΑΕΙΝΟΝ (Μαυρομιχάλη & Καλλιδρομίου) στην ανάγνωση του διηγήματος "Ο Άνθρωπος που δεν Υπήρξε Ποτέ" του μέλους του sff.gr, Ντίνου Χατζηγιώργη (DinoHajiyorgi). (Θα είναι παρών και ο συγγραφέας). Η ανάγνωση θα γίνει από τον Παναγιώτη Κούστα (μέλος τόσο της ΑΛΕΦ όσο και του sff.gr). Θα επακολουθήσει κουβέντα πάνω στο διήγημα και, σύμφωνα με την παράδοση, η βραδιά θα κλείσει με μπύρες, ποτά και καλή παρέα.

Ο Ντίνος είναι ένας από τους αρτιότερους συγγραφείς και πλέον γλυκούς ανθρώπους που γνωρίζω και μόνο από κακή τύχη δεν έχει εκδόσει ακόμη κάποιο βιβλίο. Τις καλύτερες ευχές μου και θα σας δω εκεί.

Ο Παραμυθάς!

Aχ, είναι απίστευτο! Με πόσα λίγα πράγματα μπορεί κανείς να γίνει ευτυχισμένος!

Ανακαλύπτοντας παραδείγματος χάρην τον αγαπημένο του Παραμυθά! Τον θυμάστε; Ο καλός κύριος Νίκος Πιλάβιος; Στην ΕΡΤ; Πριν από πόσα χρόνια;

Βρήκα το σάιτ του κι είμαι τόσο χαρούμενη που δε μπορώ παρά να μοιραστώ τη διεύθυνσή του μαζί σας.

http://www.paramithas.gr/


Γειά σου κι από μένα κυρ-Παραμυθά, τόσα κι άλλα τόσα σου χρωστάω!

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2008

Πρόσκληση στους αναγνώστες της Ελληνικής Φανταστικής Σκηνής

Πριν από μερικές μέρες έφτασε στα χέρια μου η Βιβλιογραφία Ελληνικής Επιστημονικής Φαντασίας των Θεοδώρου-Λαζου και μόνο όταν την ξεφύλλισα πρόσεξα ότι αναφέρεται μόνο στα βιβλία επιστημονικής φαντασίας.

Σκέφτηκα λοιπόν, εντελώς ερασιτεχνικά και με άγνοια των συνεπειών του νόμου, να ξεκινήσω να μαζέψω σε ένα αρχείο (exel, doc, db, ό,τι να 'ναι) μια γενικότερη εικόνα της Ελληνικής Φανταστικής σκηνής.

Επειδή όμως ξέρω ότι δεν πρόκειται να καταφέρωούτε το 10% του στόχου μου χωρίς βοήθεια, καλώ όλους όσους διαβάσουν αυτήν την ανάρτηση να μου στείλουν με e-mail ή σαν σχόλιο ό,τι τίτλους βιβλίων ή διηγημάτων ξέρουν που να έχουν γραφτεί από Έλληνες, είτε ανήκουν στο φανταστικό, είτε ανήκουν στον τρόμο είτε ανήκουν στην επιστημονική φαντασία. Οποιαδήποτε πληροφορία είναι σημαντική, για μένα τουλάχιστον.

Ευχαριστώ εκ των προτέρων.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2008

Ογκαγκα-μπουμ-μπουμ-γκι

Όταν η μέρα γίνεται τελείως ασυνάρτητη είναι καλό να υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες.

Η δικιά μου ασφαλιστική δικλείδα είναι τα τραγουδάκια. Τραγουδάκια παλιά, που ξέρουμε σχεδόν όλοι μας και που δεν έχουν κανένα νόημα. Τραγουδάκια που υπήρξαν σουξέ για λίγες στιγμές, λόγω της κωμικότητάς τους και τώρα πια δεν έχουν θέση στη μνήμη μας παρά μόνο για να γελάμε εμείς και να μας κοιτάνε καλά καλά όσοι δεν καταλαβαίνουν ότι τα παίξαμε βρε αδερφέ και έτσι εκτονωνόμαστε.

Τα περισότερα από τα τραγουδάκια που λέω σε τέτοιες καταστάσεις είναι του Χάρρυ Κλυν. Το Ογκαγκα-μπουμ-μπουμ-γκι ας πούμε. Ή το μαλακά-πιο μαλακά. Ή το άλλο το υπέροχο που το είχε αφιερώσει στην πεθερά του, αν δεν απατώμαι:

Το τέρας, αμάν,
παίζει κουμ-καν,
κρατάει σφουγγαρόπανο
και με φωνάζει κόπανο.

Μεγάλες και ιστορικές επιτυχίες του πενταγράμμου. Άλλες φορές το ρίχνω στα λαικά: Γιατί γλυκειά μου κλαις και μένα δεν το λες; Ή θα τα κάψωωωωωωωω τα ρημάδιαταλεφτάμου (έτσι όλο μαζί, χωρίς space ανάμεσα για να δώσεις το feeling). Ή το πιο σύγχρονο πίκρες κάνω copy-paste γιατί εσύ δεν έχεις taste. Απαράμιλλο κάλλος. Κι απαράμιλλος κάλος.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

Πόσα πράγματα...

Ω πόσα πράγματα μπορούν να γίνουν μέσα σε τόσες λίγες μέρες!

Μπορείς να προλάβεις να πας μια μονοήμερη εκδρομή στην Πάτρα. Να γνωρίσεις νέους φίλους και να ξανασυναντηθείς με παλιούς. Να πιεις έναν άθλιο καφέ σε ένα καταπληκτικό καφέ και να μείνεις κόκκαλο γιατί παρ' όλο που δε σε γνώριζαν, οι καινούργιοι φίλοι θυμήθηκαν τη γιορτή σου.

Μπορείς επίσης να μείνεις λίγο με τον εαυτό σου και να ζυγίσεις κάποια πράγματα. Να πεις "τελικά είναι καλότυχο ή κατσικοπόδαρα αυτό το Νέον Έτος;" και να μείνεις και πάλι με την απορία. Να προσπαθήσεις να κατασταλάξεις αν την ιστορία που γράφεις αυτόν τον καιρό τη γράφεις γιατί πραγματικά σ' έχει τρελάνει και πρέπει να γραφτεί ή τη γράφεις με το ζόρι για να προλάβεις να τη στείλεις σε κάποιον εκδότη τώρα που γυρίζει.

Μπορείς επίσεις να γιορτάσεις την ονομαστική σου εορτή με δυο ξαδέλφια και μια βαφτηστήρα, δυο κοτόπουλα στα κάρβουνα, κρασάκι και κοκακόλες και μια σαλατιέρα σοκολατάκια καλά γεμάτη. Καινα κοιτάξεις στο πορτοφόλι σου και να πεις "εγώ τώρα τι δώρο να κάνω στον εαυτό μου;" Κι απάντηση να μην πάρεις.

Μπορείς επίσης να διαβάσεις κι ένα-δυο βιβλία, γιατί το τρένο ως την Πάτρα κάνει τέσσερις ώρες. Τους Θρύλους του Σύμπαντος, εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές (βλέπε και το link παραπλεύρως), όπου 38 νέοι Έλληνες συγγραφείς του φανταστικούς ξεδιπλώνουν τις πένες και τις ανησυχίες τους. (Ούτε ένας ούτε δύο. Τριάντα οχτώ. Το φαντάζεσαι; Κι εσύ που νόμιζες ότι είναι δυο-τρεις μόνο σ' όλη την Ελλάδα...) Μπορείς επίσης να ξεκινήσεις να διαβάζεις το Θάνατο του Ιππότη Τσελάνο, επίσης ελληνικό φανταστικό και τον απαραίτητο Πράτσετ του μήνα, το Small Gods. Και να τρέχεις πανικόβλητη γιατί ξέχασες να πάρεις δώρο στη συνονόματη ξαδέλφη...

Πόσα πράγματα... Και πόσος λίγος χρόνος, όπως έχει πει και κάποιος πριν από κάποιον καιρό.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

Επάγγελμα Γυναίκα

Εκπτώσεις. Βιτρίνες. Στενά παπούτσια, παντελόνια σε μικρά νούμερα. Έχω στην τσέπη μου 4 λεπτά του ευρώ και πρέπει να περάσω με αυτά μέχρι το τέλος του μήνα. Το καφέ κραγιόν τελείωσε. Το γαλάκτωμα καθαρισμού επίσης. Από κάλτσες πώς πάμε; Πότε ήταν η τελευταία φορά που τις μπάλωσα; 4 λεπτά, ε; Εμ, δεν την παλεύω μου φαίνεται. Και πρέπει οπωσδήποτε να πάρω και το Ντράκουλα από το βιβλιοπωλείο. Κι ένα παλτό, όχι πολύ μακρύ, γιατί αυτό που φοράω δε βλέπεται.

Κι ύστερα, κυρία Πηνελόπη, μου λες "Ο Αμάρανθος φταίει για όλα." Ποιος Αμάρανθος; Τώρα ο Αμάρανθος!... Τον πούλησα για ένα πουκάμισο κι ένα ζευγάρι πιτζάμες. Ούτε πιτζάμες έχω της προκοπής...

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

Αστερόσκονη


Εχτές το βράδυ, λίγο πριν τις δώδεκα, τελείωσα την Αστερόσκονη του Νηλ Γκάιμαν. Για την ακρίβεια, την τελείωσα ένα λεπτό πριν από τις δώδεκα κι ύστερα έκλεισα τα μάτια μου και κοιμήθηκα ευτυχής.
Στον ύπνο μου λοιπόν συνάντησα τον Νήλ και συζητήσαμε μια στάλα. Του είπα ότι πρασίνισα από τη ζήλια μου που εκείνος κι όχι εγώ σκέφτηκα μια τέτοια υπέροχη ιδέα. Ύστερα του είπα ότι η πλοκή και η γλώσσα που χρησημοποιεί είναι απίστευτες ακόμη και για κάποιον με τη δική του φήμη και τις δικές του συγγραφικές ικανότητες. "Μα όλα σου άρεσαν πια;" έκανε κάπως αγχωμένος με το όλο θέμα. "Για να είμαι ειλικρινής, υπήρχε κάτι που δε μου άρεσε. Είχες μια εμμονή να περιγράφεις πού και πόσες φορές κατούρησε ο κάθε ήρωας." Τον είδα που έμεινε ανέκφραστος και συνέχισα: "Επίσης πιστεύω ότι είχες ένα μικρό άγχος με το σεξ. Δηλαδή δε βλέπω σε τι προώθησε την πλοκή η περιγραφή του σεξ μεταξύ του Ντάνσταν και της κοπέλας με την αλυσίδα. Επίσης αν ο Τρίστραν δούλευε με ζώα ήταν αδύνατον να μην ξέρει πέντε πράγματα για το τι κάνει η μελισσούλα στο λουλούδι, καταλαβαίνεις τι εννοώ... Οπότε δε χρειαζόταν να αναφέρεις το ότι ήξερε από σεξ ούτε με ποιον τρόπο το έμαθε." "Τίποτε άλλο;" "Όχι, τίποτε άλλο. Όλο το υπόλοιπο ήταν υπέροχο."
"Κι η ταινία; Πώς σου φάνηκε η ταινία;" Χαμογέλασα. "Ήταν στο νόημα. Εντάξει, είχε μικρές αλλαγές στην πλοκή, αλλά δεν ήταν τίποτε σοβαρό, ούτε κάτι που δε σεβάστηκε το ύφος του βιβλίου." "Όλα καλά λοιπον." "Ναι. Όλα καλά."
Ο Νηλ μου χαμογέλασε. Δεν ξέρω αν τον πλήγωσα με αυτά που είπα, ελπίζω πως όχι. Πάντως την Αστερόσκονη (Εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Στεφανία Φερρό) θα την βάλω σε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη μου.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2008

Η Βρόχα Πέφτει Ράιτ-Θρου

... όπως είπε κι ο Ζαμπέτας. Αναρωτιέμαι αν για όλα υπάρχει ένα τραγούδι ή υπάρχουν κάποιες καταστάσεις που ακόμη δεν τραγουδοποιήθηκαν. Όπως ας πούμε να σου καεί το dvd. ή να σου πιξελιάσει η οθόνη. Ή να μην έχεις ups και η πτώση τάσης να σου κάψει τη μητρική...

Απαπα, μαυρίλα σήμερα. Και μαύρες σκέψεις στο καπάκι. Δε θα υποκύψομεν, κύριοι! Σήμερα, σε αντίπραξη στον καιρό θα πούμε χαρούμενα πράγματα. Να, σαν το νεογέννητο του συναδέλφου, που είναι δέκα πόντους ψηλότερο από τα υπόλοιπα παιδάκια της ηλικίας του. Ή σαν το πόσο όμορφα μυρίζει ο αέρας μετά τη βροχή, όταν όλη η σκόνη και τα σωματίδια θα έχουν παρασυρθεί και θα δηλητηριάζουν το χώμα, αντί για τα πνευμόνια μας.

Αααα. Ααα. Αα. Α.

Παιχνίδι με τα φωνήεντα. Γιατί μπορείς να παίξεις με ο,τιδήποτε. Ακόμη και με τα νεύρα σου.

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2008

Το Μάγιστρο Και το Βιβλίο

Και μάλλον ήρθε η ώρα να σας πω επιτέλους την ιστορία του Βιβλίου Των Συμβάντων.


Όλοι μπροστά μου είναι βουτηγμένοι στη γνώση.
Το δωμάτιο έχει ένα μόνο παράθυρο στην οροφή, όμως το φως είναι ζωηρό, καθάριο. Γύρω οι τοίχοι είναι σκεπασμένοι με παπύρους, ρολά σημαδεμένα με καρτελάκια τίτλου. Κάποιοι είναι χοντροί, χορτάτοι γράμματα από μελάνι. Άλλοι είναι μικροί, ίσα-ίσα δύο στροφές παπύρου γύρω απ’ την ξύλινη ράβδο, μπαλώματα από σπαράγματα αρχαίων κειμένων, ραμμένα το ένα με τ’ άλλο με λεπτές κλωστές από μετάξι.
Κάποιοι πάπυροι είναι καινούργιοι. Αναδύουν ακόμα τ’ αρώματα της ακροποταμιάς, θροΐζουν όταν τους ανοίγεις, με τον ήχο των καλαμιών όταν φυσάει ο Ζέφυρος. Τους αγγίζεις κι είναι απαλοί στην αφή, δροσεροί, σαν να μην άφησαν ποτέ την όχθη. Αλλά οι πιο πολλοί είναι παλιοί, αρχαίοι, τρίζουν όπως οι γάζες μιας μούμιας, θαμμένης στην άμμο για πολλούς αιώνες. Όταν χαϊδεύεις αυτούς τους πάπυρους, από την τραχιά επιφάνειά τους αποσπόνται μόρια σκόνης που αιωρούνται στον αέρα της βιβλιοθήκης κι αρωματίζουν το χώρο με την ξερή μυρωδιά του αρχαίου θανάτου.
Δεν υπάρχει κάτι που να ενοχλεί τη γνώση ή αυτούς που την γυρεύουν εδώ μέσα. Εκτός από το φως απ’ το παράθυρο στην οροφή, άλλο κομμάτι του έξω κόσμου δε μπορεί να μπει. Είναι αυτή η Βιβλιοθήκη ένα μέρος του Σύμπαντος ξεκομμένο από την ανθρωπότητα, όπου έρχεσαι ακριβώς για να μπορέσεις να καταλάβεις την ανθρωπότητα. Ακόμα κι αυτοί που μπαίνουν απ’ τη δρύινη πόρτα, είναι σαν να ‘χουν αποστειρωθεί και με το πρώτο βήμα προς τους πάπυρους έχουν ήδη πάψει να ‘ναι μέρος του κόσμου. Όλα εδώ είναι γνώση. Όλοι εδώ είναι γνώση.
Ο πάπυρος που κάνω πως διαβάζω είναι ένας από κείνους που κανείς δεν ξέρει πως βρέθηκαν εδώ. Γράμματα και σύμβολα που δε μου λένε τίποτα χορεύουν μπρος τα μάτια μου κι εγώ ρουφώ την ουσία τους, έχοντας όχι τη γνώση της πραγματικότητας που περιγράφουν αλλά την αίσθησή της. Αυτός εδώ ο καστανός πάπυρος, που όταν τον χαϊδεύω μου χαρίζει τη μπαχαρική του μυρωδιά, μιλάει για ένα μέρος που δεν υπάρχει πια ή που θα υπάρξει σε αιώνες από τώρα, ίσως σε χιλιετηρίδες από τώρα, ίσως σε εκατομμύρια χρόνια από τώρα, όμως εγώ ξέρω τι λέει, καταλαβαίνω τι εννοεί, νιώθω τι αντιπροσωπεύει. Και κάνω ότι το διαβάζω μηχανικά, γιατί δεν έχω έρθει εδώ για να διαβάσω, για να συσσωρεύσω γνώση. Έχω έρθει για ν’ αφήσω το όνομά μου στους αιώνες.
Είναι απόγευμα κι είναι η δέκατη αίθουσα της Βιβλιοθήκης που επισκέπτομαι. Στην αρχή διάβαζα στ’ αλήθεια, περγαμηνές σε άλλες αίθουσες ή επιγραφές σε μια από τις Σάλες των Κρεμαστών Σοφών, χωρίς βέβαια να θυμάμαι τίποτε από αυτά που έχω διαβάσει. Από το μεσημέρι κι ύστερα κάνω πως διαβάζω, ψάχνοντας για το σωστό μέρος, για την κατάλληλη ευκαιρία. Οι βιβλιοθηκάριοι με συζητάνε μεταξύ τους, με φωνές που λίγο διαφέρουν από τη σιωπή. Αλλά εγώ δεν το θέλω, όσο πιο αδιάφορος τους γίνω, τόσο πιο εύκολα θα πετύχει το σχέδιό μου.
Πρώτη φορά πιάνω πάπυρο στα χέρια μου. Παράξενο θα μου πεις, για έναν άνθρωπο που μεγάλωσε μέσα στα καλάμια του ποταμού. Χωρίς να το θέλω, έρχονται στο μυαλό μου εικόνες της ζωής μου, αυτής που πιθανότατα θα τελειώσει σε λίγες μέρες. Ο πατέρας με το ψαροκάικο και τα άγρια χέρια, η μάνα με τις αλοιφές της για τις αλλεργίες μου, ένας δάσκαλος που μου έμαθε λίγη ανάγνωση και γραφή πάνω σε μια κερένια πλάκα, ο ιδιοκτήτης του κεραμείου, τα τούβλα που ψήνονταν στον ήλιο, πλασμένα από λάσπη, κοπριά και άχυρο. Εικόνες μιας άγευστης και σκληρής ζωής, που σε λίγες μέρες ίσως και να τελειώσει. Αλλά πώς θα τελειώσει!... Μέσα σε ποια φήμη!...
Πιλατεύω ανούσια τον πάπυρο, προσπαθώντας να καταλάβω τι λέει, έτσι, για να περάσει η ώρα, αλλά τα χέρια μου έχουν αρχίσει να τρέμουν από την προσμονή. Υπομονή, Σοτροσάρητ, λέω στον εαυτό μου, υπομονή. Λίγη ώρα ακόμα και όλα θα πάρουν το δρόμο τους. Με πιάνει μια ανεξήγητη φαγούρα στις χούφτες και στις άκρες των δαχτύλων, α, όχι τώρα, δεν είμαστε τώρα για τέτοια. Ήξερα ότι είμαι αλλεργικός στα καλάμια, αλλά πίστευα ότι ο αποξηραμένος πάπυρος δε θα με ενοχλούσε. Μένω λίγη ώρα χωρίς να τον αγγίζω, αλλά η φαγούρα δε λέει να μ’ αφήσει. Το παίρνω απόφαση, δε γίνεται να το ρισκάρω, σηκώνομαι και παραδίδω τον πάπυρο στο βιβλιοθηκάριο.
Βέβαια, η περγαμηνή έχει εντελώς διαφορετική συμπεριφορά από τον πάπυρο κι αυτό ίσως να φέρει μια μικρή τροποποίηση στα σχέδιά μου, μια μικρή καθυστέρηση, πρακτικά ασήμαντη. Αλλά αν θες να μη βρεθείς προ απροόπτου, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για όλα.
Αφήνω την αίθουσα των παπύρων, ή καλύτερα μία από αυτές. Η Βιβλιοθήκη έχει τουλάχιστον δώδεκα αίθουσες παπύρων, έξι αίθουσες περγαμηνών και τέσσερις σάλες, στις οποίες οι τοίχοι έχουν χτιστεί με μάρμαρα και πωρόλιθους που ήρθαν απ’ όλα τα μέρη της γης. Κάθε κομμάτι πέτρας στους τοίχους αυτούς έχει πάνω του μια επιγραφή και κάποιος σοφός τη συμβουλεύεται, κρεμασμένος ριψοκίνδυνα από μια σκάλα. Δεν είναι ν’ απορείς που τις σάλες αυτές τις λένε «οι Σάλες των Κρεμαστών Σοφών».
Φτάνω σε μια από τις αίθουσες των περγαμηνών. Η ώρα περνάει, το μέρος κι ο χρόνος δεν έχει έρθει ακόμη, βιάζομαι επικίνδυνα κι αυτό δεν είναι καλό. Δεν προσέχω τίποτα πια, απλά και μόνο βιάζομαι. Και μέσα στη βιασύνη μου αρπάζω ένα βιβλίο, το πρώτο που βλέπω μπροστά μου, αμέσως το ‘χω μετανιώσει, αλλά τώρα το πήρα, δεν έχει νόημα να διαλέξω ένα άλλο. Κάθομαι σε ένα απόμερο τραπέζι, ανοίγω το βιβλίο χωρίς να το κοιτώ, γυρίζω στην τελευταία σελίδα, ένας από τους βιβλιοθηκάριους με κοιτάζει καχύποπτα και σκύβω ν’ αποφύγω το βλέμμα του.
«Υπήρξε κάποτε σ’ έναν πρωτόγονο, περίεργο κόσμο, σε μια από τις πρώτες στροφές της Ιστορίας, ένας περίεργος υπαινιγμός, μια προφητεία διαφορετική από τις άλλες (απ’ όλες τις άλλες που έχουν ειπωθεί, χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια). Κι έλεγε αυτή η προφητεία ότι το Ένα Βιβλίο, το Βιβλίο Των Συμβάντων, δε θα το διαβάσει ποτέ κανείς, εκτός από τον Καταραμένο που θα το κάνει μια φορά και δε θα το ξανακάνει ποτέ πια.»
Ανατρίχιασα, τα χέρια μου άρχισαν πάλι να τρέμουν, χωρίς λόγο αυτή τη φορά. Η ώρα κόντευε να φτάσει κι εγώ αναλωνόμουν να διαβάζω βιβλία από περγαμηνή, γράμματα σχεδιασμένα μ’ ένα περίεργο καφεκόκκινο μελάνι, σαν ξεραμένο αίμα. Η ώρα κοντεύει κι εγώ τρέμω και δε μπορώ να σηκώσω τα μάτια μου απ’ το βιβλίο, σφίγγω το δερμάτινο εξώφυλλο και διαβάζω την τελευταία σελίδα που μεγαλώνει και μεγαλώνει, τα γράμματα πληθαίνουν, το κείμενο που διαβάζω τώρα δεν υπήρχε λίγες στιγμές πριν, η σελίδα που γυρίζω ήταν πριν λίγο η τελευταία, τώρα υπάρχει κι άλλη. Διαβάζω και αυτά που βλέπω με κάνουν να τρέμω περισσότερο.
«Θα ‘ναι ένας άνθρωπος ποταπός. Ένας τρελός που νομίζει ότι η αθλιότητα του θ’ αφήσει το όνομά του γνωστό στους αιώνες. Όπως ο Ηρόστρατος που έκαψε τον ωραιότερο ναό σ’ όλη τη γη, σ’ έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη στροφή της Ιστορίας, ακόμη και το όνομα του ενός είναι αναγραμματισμός του ονόματος του άλλου. Ανόητο ανθρωπάκι, ποιος νομίζεις ότι είσαι; Είσαι έτοιμος να κάψεις τη Βιβλιοθήκη, χωρίς να σε νοιάζει που θα σε σκοτώσουν όπου σε βρουν, σα σκυλί; Κι όχι μόνο σ’ αυτήν την πόλη, αλλά παντού, η Βιβλιοθήκη είναι ο πιο φωτεινός φάρος της γνώσης, κι εσύ, τιποτένιε πλάστη τούβλων, νομίζεις έτσι θα κερδίσεις την αθανασία; Καίγοντας τη Βιβλιοθήκη νομίζεις ότι θα γίνεις κάτι;«
»Να, λοιπόν. Να, τώρα έγινες κάτι. Είσαι ο Καταραμένος, αυτός που διάβασε το Βιβλίο των Συμβάντων, το Βιβλίο που περιέχει κάθε βιβλιοθήκη και κάθε βιβλιοθήκη το περιέχει, το Βιβλίο το γραμμένο με μελάνι από αίμα θνητών, θεών και δαιμόνων, το Βιβλίο που δεν το γράφει κανείς, μόνο λέξεις προστίθενται στις λέξεις του και σελίδες στις σελίδες του, όσο θα ζει έστω ένας άνθρωπος, όσο θα υπάρχει έστω μια ιστορία να καταγραφεί.«
»Το μόνο που σου μένει να κάνεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να μείνεις εδώ σ’ αυτό το μέρος για πάντα. Ακόμα και αν του βάλεις φωτιά, όπως σχεδίαζες, δε θα μπορέσεις να φύγεις από δω, δε θα καείς μαζί της, ούτε θα σε πιάσουν οι αρχές, να σε οδηγήσουν στο δήμιο. Θα γίνεις αθάνατος, θα ζεις για πάντα από τη μια στροφή της Ιστορίας στην άλλη, δε θα ξαναδιαβάσεις ποτέ τίποτα, ό,τι κι αν κάνεις. Θα μείνεις μόνος για πάντα.«
»Κι η Βιβλιοθήκη ποτέ δε θα χάσει τη φήμη της, μόνο που πια δε θα τη λένε Βιβλιοθήκη, αλλά Μάγιστρο ή Γήτευτρο και θα ‘ναι ένα μέρος γνώσης, όπου κάθε μάγος ή σοφός θα βρίσκει αυτό που ψάχνει. Α, Καταραμένε Σοτροσάρητ, θα ‘ρχονται σε σένα που δε θα πεθαίνεις ποτέ και θα θέλουν εκείνο ή το άλλο κι εσύ δε θα μπορείς να τους μιλάς, μόνο θα φοράς μια καφετιά και καταβρώμικη ρόμπα και θα τους δείχνεις με το δάχτυλο αυτό που ψάχνουν, χωρίς ούτε καν να σου το ζητήσουν, θα ξέρεις εξ αρχής τι ζητούν. Ώστε ποτέ, ποτέ δε θα ανταλλάξεις έστω μια λέξη με έναν άνθρωπο, μέχρι ο ποταμός της Ιστορίας να φτάσει στη Θάλασσα του Χρόνου κι εκεί να ενωθεί μ’ όλες τις Ιστορίες του Σύμπαντος στο Μεγάλο, Ήσυχο Τίποτα.»
Τα μάτια μου έτρεχαν νερό, μύξες και σάλια έσταζαν πάνω στην περγαμηνή. Έκλεισα το βιβλίο πανικόβλητος, δε μ’ ένοιαζε να δω τις επόμενες γραμμές. Ο βιβλιοθηκάριος με κοιτούσε έντρομος, όμως δεν υπήρχε μεγαλύτερη φρίκη στον κόσμο από τη δική μου. Βγήκα ουρλιάζοντας από την αίθουσα, άρπαξα μια δάδα κι άρχισα να βάζω φωτιά σε ό,τι έβλεπα μπροστά μου, περγαμηνές, παπύρους, κουρτίνες, τραπέζια, στις ρόμπες των Κρεμαστών Σοφών, στη δικιά μου ρόμπα, που λαμπαδιάζει, σε ο,τιδήποτε μπορεί να με σκοτώσει, σε ο,τιδήποτε μπορεί να με γλιτώσει.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

Μαγεμένη, Ενοχλημένη και Σαστισμένη

Ξύπνησα μ' ένα τραγούδι. Bewitched, Bothered and Bewildered, στην εκτέλεση της Ella Fitzgerald. Εντάξει για το ενοχλημένη και το σαστισμένη. Υπάρχουν πολλά πράγματα για να ενοχληθείς με την κατάσταση σήμερα κι άλλα τόσα για να σαστίσεις. Αλλά η μαγεία είναι κάτι που δεν ξέρεις πότε θα σου προκύψει. Ούτε και πότε θα σταμάτάει να σου προκύπτει.

Romance fini
Your chance fini
Those ants that invaded my plants fini
bewitched, bothered and bewildered
No more.

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2008

Δευτέρα Διαρκείας

Αυτή η εβδομάδα είναι γεμάτη Δευτέρες. Βαριές, νυσταλέες και δυσπεπτικές. Ασυνάρτητες. Πού και πού κοιτάς το ημερολόγιο και ξαφνιάζεσαι, "Τρίτη; Τετάρτη; Πέμπτη; Μα Πέμπτη;" κι ύστερα ξαναβουτάς στη Δευτέρα διαρκείας, προσπαθώντας τουλάχιστον να χωνέψεις. Το μόνο που έχω να ελπίζω για να διορθωθεί αυτό το παράδοξο άνευ αεροπλάνου τζετ-λάνγκ είναι το Σαββατοκύριακο. Ίσως τότε καταφέρω να ρυθμίσω το βιολογικό και εργασιακό μου ρολόι.

Μια από τις μεγαλύτερες μου αδυναμίες είναι το γράψιμο. Στην αρχή έγραφα ιστορίες. Τώρα γράφω ΚΑΙ ανθρώπους. Κανονικά τους γράφω όμως. Ειδικά όταν έχουν μία συμπερφορά τώρα κι άλλη εντελώς διαφορετική την επόμενη στιγμή. Τη μια χαχα και την άλλη αχαχ. Και τους γράφω ειδικά όταν αρχίζουν τα αχαχ. Έχω αλλεργία στους γκρινιάριδες. Και στους κακομοίρηδες.

Και κοίτα τώρα ένα παράξενο πράγμα: Ετούτο το μπλογκάκι ξεκίνησε γιατί μ' αρέσει να γράφω ιστορίες και να τις δίνω να τις διαβάζουν οι άλλοι. Κι αφού ακόμη κι ο τίτλος του έχει να κάνει με κάποιες από τις ιστορίες που γράφω, ακόμη δεν έχω μπει στο τριπάκι ν' ανοίξω αυτό το θέμα. Πιστεύω ότι φταίει η Δευτέρα διαρκείας. Πράγμα που με συμφέρει κάπως γιατί αλλιώς θα πρέπει να παραδεχτώ ότι φταίω εγώ κι αυτό δεν είναι και τόσο καλό. Για την ψυχολογία, καταλαβαίνετε.

Γυρίζω τη σελίδα στο ημερολόγιο, Παρασκευή αύριο. Και καλά, Παρασκευή. Όταν ξημερώσει όμως, πάω στοίχημα ότι θα είναι Δευτέρα. Βαριά, νυσταλέα και δυσπεπτική. Κιόσο ίμαι αλλεργική στους γκρινιάριδες, άλλο τόσο έχω αρχίσει να γκρινιάζω κι η ίδια. Αλλά σπάνια μπορείς να γράψεις τον ίδιο σου τον εαυτό.

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2008

Δειλά

Το 2007 ήταν καλό για μένα. Δεν ξέρω αν ήταν πολύ καλό ή μέτρια καλό, αλλά έγιναν κάποια πράγματα που περίμεναν πάνω από είκοσι χρόνια για να γίνουν. Οπότε ο απολογισμός είναι μάλλον θετικός. Μάλλον.

Το θέμα είναι τι θα γίνει με το '08. Πώς θα τη βγάλουμε. Αν θα φέρει τίποτε ή θα αναχαράζουμε τα ίδια και τα ίδια σαν τις γελάδες. Αν θα περάσει σαν κομήτης σε πορεία σύγκρουσης ή σαν εκπομπή πάλσαρ μερικά εκατομμύρια έτη φωτός μακρυά.

Γι' αυτό θέλησα να κάνω αυτήν την κίνηση. Να φτιάξω αυτό το μπλογκ εννοώ. Για να ξεκινήσει με λίγο σπίρτο το Νέον Έτος. Τώρα ποια είμαι, τι κάνω εδώ, ποιος πιστεύω ότι έφτιαξε τον κόσμο, ε, έχουμε καιρό μπροστά μας. Όπως και για να σας πω τι είναι το Βιβλίο των Συμβάντων και πώς μπορεί κανείς να το διαβάσει.

Τα λέμε.