Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Εν αναμονή... της λήξης της σπαρίλας

Και φυσικά, μόλις αποφασίσεις να ξεκινήσεις ένα μπλογκ, σε πιάνουν οι μαύρες σου και δε θες να μιλάς σε κανέναν, ηλεκτρονικά τε και εν τη φυσική αυτού παρουσία.

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της σπαρίλας που με δέρνει: Έχω ξεκινήσει και παρατήσει τον τελευταίο καιρό, ούτε λίγο ούτε πολύ βιβλία. Ω, ναι. Μετράω:

1) Οι Λαξευτές της Παλίρροιας, Βάσω Χρήστου
2) 1111, η πύλη του χρόνου, Κώστας Δέτσικας
3) Ητίδορφα, Τζον Γιούρι Λόιντ
4) Chronicles of the Black Company, Glen Cook
5) Broken Sword, Pierce Anthony
6) The Hollow Chocolate Bunnies of the Apocalypse, Ian Rankin
7) Το Συμβούλιο των Αφυπνισμένων, Γιώργος Καρατσιώρης
8) Τα Έπη των Αριμασπών, Δημήτρης Σαραντάκος
9) Ταξίδι στη Σελήνη, Συρανό ντε Μπερζεράκ
10) Ο κύριος του Φωτός, Ρότζερ Ζελάζνυ
11) Το καλοκαίρι μου έξω από το θόλο, Δημήτρης Βανέλλης
12) Τον Κανέναν θα τον φάω τελευταίο, Larry Cool

κι άλλα τέσσερα των οποίων τους τίτλους δε θυμάμαι καν.

Αλλά πού θα μου πάει, θα μου περάσει. Ίσως χρειαστεί να κάτω κάτι που έκανα πριν από μερικούς μήνες, να πέσω με τα μούτρα και ν' αρχίσουν μερικοί-μερικοί τα σχόλια (καλέ, πώς διαβάζεις έτσι καλέ, καλέ τα μάτια σου είναι σαν της σαύρας, διαβάζεις δυο σελίδες με ένα βλέμμα, καλε;) αλλά δε γίνετατι αλλιώς, πρέπει να αρχίσει να μειώνεται αυτή η στίβα με τα αδιάβαστα κάποια στιγμή.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Περιμένω... Περιμένω...

Ο φίλος μου Γιάννης Πλιώτας (βλέπε και παραπλέυρως για το μπλογκ του) έχει εδώ και αρκετές μέρες περάσει από το "λάβετε θέσεις" στο "έτοιμοι" για την έκδοση του πρώτου του βιβλίου. Το "πυρ" έπρεπε κανονικά να είχε ακουστεί εδώ και μια εβδομάδα, αλλά οι διακοπές ρεύματος έχουν καθυστερήσει λίγο την εκτύπωση και διανομή του.

Και μένεις εσύ Ευθυμία να μασοπυλάς τα νυχάκια σου περιμένωντας το βιβλίο του Γιάννη. Το οποίο λέγεται "Βασίλειο της Αράχνης: οι περγαμηνή με τους τεσσερις απόκρυφους αποδέκτες" και θα είναι το πρώτο από τέσσερα ή πέντε βιβλία. Ξωθιές, πολυμήχανες πολεμίστριες κι αθώοι ταχυδρόμοι προσπαθούν να διασχίσουν ένα ορεινό βασίλειο, μεταφέροντας έαν παράξενο γράμμα μέσα από μαγικά και μαγεμένα τοπία. Έχω διαβάσει το πρώτο γράψιμο τυο βιβλίου και ειλικρινά, το περιμένω πώς και πώς...

Επίσης στο περίμενε είμαι για τις νέες εκδόσεις των Συμπαντικών Διαδρομών. Η αγαπημένη μου Εληνίδα συγγραφέας του φανταστικού, Ανθίππη Φιαμού, ετοιμάζει το τέταρτο βιβλίο της με τίτλο "Δύναμη και τιμή", αλλά κι ο νεοφώτιστος στον εκδοτικό στίβο Δημήτρης Μανταλιάς με το "Προγαμιαίο Συμβόλαιο".


Θέλω νέους 'Έλληνες του φανταστικού και τους θέλω τώρα!

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Ελαφρύ το χώμα, Arthur C.Clarke (1917-2008)

Ο 'Αρθουρ Τσαρλς Κλαρκ γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1917 στο Μάινχεντ του Σόμερσετ στην Αγγλία και πέθανε στις 19 Μαρτίου 2008 στη Σρι Λάνκα, όπου και κατοικούσε τα τελευταία 52 χρόνια. Ό,τι και να πει κανείς γι' αυτόν θα είναι λίγο μιας και ήταν ο άνθρωπος που έβαλε ένα σωρό κόσμο -ίσως και ολόκληρο τον κόσμο- να κάτσει και να εκτιμήσει εκείνο το είδος λογοτεχνίας που λέγεται επιστημονική φαντασία. Μόνο ο Ράμα (Rendez-vous With Rama ή οι Επικυρίαρχοι (Childhood's End) ή το 2001: η Οδύσσεια του Διαστήματος (2001: Space Odyssey) είναι ικανά να τον τοποθετήσουν -μαζί με τον Ασίμοφ- στους άξιους συνεχιστές του πνεύματος του Ιουλίου Βερν. Ο θείος Άρθουρ δε θα ταξιδέψει στη γειτονιά των αγγέλων, γιατί ο ίδιος ζήτησε να μην σχετιστεί κανενός είδους θρησκευτικό τελετουργικό με την κηδεία του. Έχω την εντύπωση ότι θα περάσει πολύ καλύτερα όπου πάει.

Και το Χρονικό Παράδοξο Άρθουρ Κλαρκ (δική μου ταμπέλα αυτή): Τα νέα του θανάτου του έκαναν το γύρο του κόσμου μέσα σε λίγες στιγμές. Όμως η Σρι Λάνκα είναι από τις περιοχές που αλλάζουν πρώτες ημερομηνία στο ημερολόγιο, λόγω της ζώνης ώρας. Οπότε οι κάτοικοι της Αμερικανικής Ηπείρου έμαθαν ότι ο θείος Άρθουρ πέθανε στις 19 Μαρτίου, ενώ τα ημερολόγιά τους έδειχναν ακόμη 18. Ακόμη και στο θάνατο, μεγάλος καινοτόμος...

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Ωωωω, τι μέρα...!

Σήμερα είναι μια απίστευτη, απίστευτη μέρα, ακόμη κι αν ως το βράδυ έρθει το τέλος του κόσμου, ακόμη και τότε θα έχουμε αποζημιωθεί με αυτό το υπέροχο πρωινό!

Κι έρχεσαι στο γραφείο και κάποιοι έχουν διάθεση για καυγά... Γιατί ρε παιδιά; Κοιτάξτε έξω από το παράθυρο. Ακόμη κι αυτό το μετακαταστροφικό τοπίο μεταξύ της Αθηνών και της Σπύρου Πάτση είναι απίστευτα φωτεινό και ευδιάθετο, λίγο αν προσπαθήσεις βλέπεις και ένα δυο στραφταλισμούς της θάλασσας.

Ό,τι και να κάνετε, να με συγχίσετε σήμερα δε μπορείτε. Δοκιμάστε πάλι αύριο, ή καλύτερα ακόμη, από την πρώτη του μηνός...

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2008

The Portable Door


Αυτήν την εποχή φαίνεται πως το έχω ρίξει στα αμετάφραστα. Μετά τον Terry Pratchett και το Witches Abroad, διάβασα το The Portable Door, του Tom Holt, του ίδιου Thomas Holt που γράφει τα ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά έχει κι ένα σωρό τίτλους με κωμικό φάνταζυ. Τα περισσότερα όπως και το Portable Door, διαδραματίζονται σε ένα σύγχρονο Λονδίνο όπου ένα σωρό διαφορετικά μυθικά πλάσματα, μάγοι, γκόμπλινς, δράκοι κ.ά. ζουν στην σκιά των ανθρώπων. Το χιούμορ δεν είναι το belly-aching-from-laughter του Πράτσετ, ούτε τα νοήματα είναι τόσο βαθιά, αλλά οι χαρακτήρες είναι καλογραμμένοι, οι σκηνές όμορφα δωσμένες και τα twists της πλοκής πραγματικά πολύ ενδιαφέροντα.


Ο Paul Carpenter προσλαμβάνεται στην εταιρία J. W. Wells & Co., μαζί με την αντιπαθητική και κάπως ακοινώνητη Sophie, την οποία και ερωτεύεται. Αντιμετωπίζει ό,τι κάθε νέος υπάλληλος, βαρετές αρχειοθετήσεις, ανόητες υποχρεώσεις, αυστηρό ωράριο, τζαναμπέτικα φωτοτυπικά και συρραπτικά που την ικανότητά τους να εξαφανίζονται θα ζήλευε κι ο Χουντίνι. Επίσης έχει να αντιμετωπίσει τους διάφορους ενοχλητικούς και καθ' όλα παράξενους μετόχους της εταιρίας και μια σχετική αδιαφορία εκ μέρους της αγαπημένης του, που προτιμάει να τα φτιάξει με έναν καλλιτέχνη κεραμικών... Αλλά τα πράγματα δεν είναι πάντα ό,τι δείχνουν να είναι. Και τόσο ο Paul, όσο και η Sophie θα ανακαλύψουν ότι έχουν μπλέξει κάπως πιο άσχημα απ' ό,τι φαίνεται.


Το βιβλίο είναι γεμάτο αναφορές στο Star Trek, το StarWars και το Lord of the Rings. Ένας από τους μετόχους έχει κάποιον στρατιωτικό τίτλο που αναλογεί στο ιππικό κι όταν ο Paul ρωτάει, αποδεικνύεται ότι ο μέτοχος ήταν μέλος των Ροχίριμ. Κάποιος αναγκάζεται να φορέσει μια ρόμπα με κουκούλα και ο αφηγητής τον παρομοιάζει με τον δίδυμο καλό αδελφό του Emperor Palpatin. Κατά τη συνέντευξη για τη δουλειά, ένας άλλος μέτοχος τον ρωτάει:


"What do you most admire about the works of Chekhov?"

Paul frowned. "I don't know," he said. "The way he says, Course laid, keptin, is pretty cool, but mostly he doesn't get to do much."

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008

Witches Abroad


Πρέπει να είναι ένας χρόνος ή κάτι λιγότερο που διάβασα πρώτη φορά Τέρρυ Πράτσετ ή καλύτερα, μιας και το βιβλίοο δεν είναι μεταφρασμένο, Terry Pratchett. Ο θείος Terry είναι ο συγγραφέας της σειράς από νουβέλες που έχουν το γενικό τίτλο Δισκόκοσμος. Αν και πρόκειται για πρακτικά αυτοτελείς ιστορίες, που χωρίζονται χοντρικά σε τριλογίες ή πολυλογίες, όλες λαμβάνουν χώρα στον φανταστικό κόσμο του Δισκόκοσμου, ενός επίπεδου πλανήτη (;) που στηρίζεται στις ράχες τεσσάρων ελεφάντων, οι οποίοι με τη σειρά τους στηρίζονται στη ράχη της γιαγάντιας αστροχελώνας Α'Τουίν. Ο Δισκόκοσμος κυριαρχείται από τη μαγεία και πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι άλλωστε;
Οι ήρωες του Πράτσετ (από τον ανίκανο μάγο Ανεμοβρόχη και την ικανότατη μάγισσα Γιαγιά Γουέδεργουαξ έως τους άντρες της Φρουράς της πόλης Ανκ-Μορπόρκ και το ΧΑΡΟ) έχουν να αντιμετωπίσουν στην καθημερινότητά τους τρολ που πίνουν λάβα στα ντόπια μπαράκια για τρολ, νανόψωμο που φτιάχνεται από πέτρα και σε χορταίνει και μόνο που το κοιτάς, κατοικίδιους δράκους με στομαχικά προβλήματα και τη Σέκτα των Δολοφόνων (αναγνωρισμένη από τον ίδιο τον Πατρίκιο της πόλης).
Γελάσατε; Μήπως δε διαβάσατε τη λέξη "καθημερινότητα";
Γιατί πέραν της καθημερινότητας οι καημένοι παλεύουν να επιβιώσουν έχουν να Αντιμετωπίσουν και... ασυνήθιστες καταστάσεις. Παλιές οντότητες που προσπαθούν να ξαναγυρίσουν στη ζωή. Θεούς που έχουν χάσει τους πιστούς τους. Νεραϊδονονές που την είδαν θεές. Τουρίστες, δισκοναύτες, ελεγκτές, κλέφτες και δολοφόνους, απίστευτα τοπία, ξεροκέφαλους αργότες, τα τελευταία τέσσερα γέτι, ένα δυο ζόμπι, ένα κράτος γεμάτο βρυκόλακες, μια αστυνομικίνα-λυκάνθρωπο, καλικαντζαράκια με σκωτσέζικες φούστες κι ένα σωρό προβλήματα τους αυτού είδους.
Γελάτε ακόμη;
Και πού να διαβάσετε... Ο Πράτσετ έχει έναν μοναδικό τρόπο να αφηγείται, τόσο μοναδικό που αν γυριστεί ταινία θα χάσει το 50% της γοητείας του. Κι ειδικά όταν μιλάει για τις τρεις φιλενάδες μάγισσες, τη Γιαγιά Εσμεράλδα Γουέδεργαουξ (μια στριφνή γεροντοκόρη που παλεύει με τον κακό της εαυτό), τη Νταντά Γκύθα Ογκ (μητριαρχική φιγούρα μιας τεράστιας οικογένειας και τρεις φορές χήρα) και τη Μαγκράτ Σκορδού (χίππισσα, οικολόγα, μαθητευόμενη νίντζα και κατά γενική ομολογία ξυλόκοτα), τότε ξεφεύγει εντελώς.
Στο εντέκατο (αν δεν απατώμαι) βιβλίο της σειράς, Witches Abroad, oι τρεις μάγισσες καλούνται να αφήσουν τα αγαπημένα τους Κριαροβούνια και το χωριό Κακός Κώλος για να πραγματοποιήσουν την τελευταία επιθυμία της Ντεσιντεράτα, άρτι αποθανούσης νεραϊδονονάς. Η πόλη που φτάνουν, μετά από 150 σελίδες περιπέτειες, είναι η Τζένοα, καταμεσής σ' ενα τεράστιο βάλτο, όπου γιορτάζεται το Μάρντι Γκρα κι όλα τα παραμύθια γίνονται πραγματικότητα. Ανάμεσα σε άμαξες που γίνονται κολοκύθες και ζόμπι που έχουν κόκορες για κατοικίδια, οι ηρωίδες μας θα βρεθούν αντιμέτωπες με τον κακό τους εαυτό καθώς και με τις νατανακλάσεις τους μέσα στον καθρέφτη. Κι όλοι ξέρουμε πόσο απατηλός μπορεί να είναι ένας καθρέφτης...

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

Μαύρα και μαύρα

Τον Απρίλιο του 2007, ως μέλος του sff.gr, δέχτηκα μια πρόκληση σε λογοτεχνική μονομαχία. Με βάση μια εισαγωγή γραμμένη από το διοργανωτή, εγώ κι ακόμη ένα μέλος του φόρουμ, κληθήκαμε να γράψουμε μια μιακρή ιστορία μέχρι 3000 λέξεις. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και μέσα σε μια εβδομάδα λοιπόν, γράφτηκε το παρακάτω. Την εισαγωγή παρείχε ο εκ φιλτάτης Σύρου ορμώμενος κ. Νίκος Αλμπανόπουλος.



Το χιόνι τη χτυπούσε στο πρόσωπο αλύπητα αναγκάζοντάς την να κρατά τα μάτια μισόκλειστα. Ήξερε ότι για να μη χάσει τον προσανατολισμό της έπρεπε να βαδίζει κόντρα στον άνεμο. Σε αυτά τα πλάτη ο άνεμος δεν άλλαζε ποτέ κατεύθυνση, ερχόταν πάντα από το βορρά και ήταν παγωμένος και μονότονος. Όσο και αν τη δυσκόλευε όμως παρακαλούσε να μην σταματήσει, γιατί τότε δεν θα είχε κανένα τρόπο να βρει το δρόμο, ούτε φυσικά να γυρίσει πίσω. Θα χανόταν κάτω από το χιόνι και αν ήταν τυχερή θα την έβρισκαν την άνοιξη όπως είχε συμβεί με το θείο της τότε που το Γκιζμ πέρασε από τη μια οικογένεια στην άλλη.
Σε κάθε βήμα της οι δερμάτινες μπότες χώνονταν βαθιά στο φρέσκο χιόνι δυ-σκολεύοντας το περπάτημα. Μα εκείνη συνέχιζε σταθερά, υπολογίζοντας να φτάσει στον Οίκο σε λίγες ώρες. Ήταν η πρώτη φορά που έκανε τη διαδρομή και στα αυτιά της ηχούσαν ακόμα οι λυγμοί της Μαρουλίνας που πιστεύοντας ότι ήταν πολύ μικρή για να τα καταφέρει, την είχε προκαταβολικά ξεγράψει. Δεν γνώριζε φυσικά ότι εκείνη προετοιμαζόταν εδώ και χρόνια. Κάθε βράδυ, όταν ξάπλωνε, έκλεινε τα μάτια και βάδιζε κόντρα στις ριπές του χιονιού, μέχρι που έχανε την αίσθηση του χρόνου και δεν ήξερε αν ο Οίκος ήταν ακόμα μακριά ή λίγα μέτρα πιο κάτω. Κάποιες φορές τον αντίκριζε, έτσι όπως τον είχαν περιγράψει ο πατέρας και ο αδελφός της, άλλοτε πάλι απελπιζόταν, καθόταν στα γόνατα και τη ρουφούσε γλυκά το χιόνι μέχρι που τιναζόταν όρθια από τις φωνές της Μαρουλίνας, ανακουφισμένη που η αποτυχία της ήταν εφιάλτης και το Γκιζμ βρισκόταν ακόμα στην οικογένεια.
Τρομακτικό. Αυτό έλεγαν οι μεγάλοι μεταξύ τους. Τρομακτικό πλάσμα. Κι όμως εκείνη σχεδόν το λυπόταν. Τι να ένιωθε ολομόναχο, αθάνατο κι αγέραστο, αιώνια αιχμάλωτο μιας ξένης γι’ αυτό φυλής; Τι να περνούσε από το μυαλό του, κάθε φορά που κάποιος χανόταν στη χιονοθύελλα εξαιτίας του; Κάθε φορά που οι Παλαιοί το έδιναν σε μια άλλη οικογένεια, άλλαζε χρώμα στα μαλλιά και τα μάτια του, παίρνοντας τα χρώματα εκείνων που πέθαναν. Πανηγύριζε που σκότωνε τους δεσμοφύλακές του; Κι ήταν όντως πανηγυρισμοί ή μήπως ήταν τύψεις, που γινόταν αφορμή να πεθαίνουν τόσοι άνθρωποι; Ή μήπως ήταν όντως ένα ζώο, όπως νόμιζε η Μαρουλίνα;
Η Μαρουλίνα δε μπορούσε να ήταν αντικειμενική. Η οικογένειά της έχασε το Γκιζμ, όταν πέθανε η δίδυμη αδελφή της στο δρόμο για τον Οίκο. Την έλεγαν Καροτίνα, αλλά δεν έμοιαζαν σχεδόν καθόλου. Η μία ήταν μελαχροινή, σαν τους καρπούς της καστανιάς. Η άλλη ήταν κοκκινομάλλα κι είχε τα πιο πράσινα μάτια που θα μπορούσε ποτέ να έχει άνθρωπος. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγαν οι μεγαλύτεροι. Κι όταν το Γκιζμ πέρασε από την οικογένεια των δίδυμων σ’ εκείνη του θείου της, τότε το χρώμα της γούνας του άλλαξε κι έγινε κόκκινο, σαν το χρώμα των μαλλιών της Καροτί-νας. «Έτσι κάνει το Γκιζμ,» της είχε πει η μητέρα της πριν πεθάνει. «Θυμάται εκείνον που πέθανε, παίρνοντας το χρώμα των μαλλιών του και το χρώμα των ματιών του.»
Ο άνεμος συνέχισε να την χτυπάει κατά πρόσωπο. Το χιόνι συνέχισε να βου-λιάζει κάτω από τα πόδια της. Είχε προετοιμαστεί για τη στιγμή που από την κούρασή της δε θα έδινε πια σημασία σε τίποτα, αλλά ήταν σίγουρη για τον εαυτό της. Ήξερε πως ότι κι αν συνέβαινε, θα συνέχιζε να περπατάει κόντρα στον άνεμο, μέχρι να φτάσει στον Οίκο, να παραδώσει τον εαυτό της και τη μοίρα του Γκιζμ στα χέρια των Παλαιών.
Ήταν σα να το ‘βλεπε μπροστά της, μαλλιαρό, σαν αρκούδι, ψηλό όσο ένας άνθρωπος, με πελώρια καστανά μάτια. Η Μαρουλίνα το φοβόταν, ο πατέρας κι ο αδελφός της το φοβόνταν, ακόμη κι η μητέρα της όσο ήταν ζωντανή ίσως να το φοβόταν. «Μας μισεί,» έλεγαν όλοι. «Κάθε αιχμάλωτος μισεί τους δεσμοφύλακές του.» Η ίδια δεν ήξερε αν έπρεπε να το φοβηθεί. Κι ούτε ήξερε αν όντως εκείνο μισούσε τους ανθρώπους.
Ποτέ δεν έκανε κάτι κακό το Γκιζμ. Ποτέ δεν πλήγωσε κανέναν, καθόταν ή-συχο κάτω από ένα δέντρο όλη μέρα και κοιτούσε στο άπειρο. Το έβλεπε κάθε μέρα, ήρεμο, σχεδόν μελαγχολικό, κάτω από την καστανιά του κήπου τους, να λιάζει τη γούνα του, να κοιτάζει ψηλά στο τίποτα και ν’ ανασαίνει βαθιά. Κάποιες φορές, όσο η μητέρα της ήταν ακόμη ζωντανή, πίστευε ότι τα μάτια του έλαμπαν με μια λάμψη σχεδόν ανθρώπινη, αλλά ήταν πολύ μικρή και πίστευε τα πιο απίθανα πράγματα. Κι ύστερα ήταν και κάποιες άλλες φορές που το Γκιζμ κοιτούσε προς το μέρος της και τότε πίστευε πραγματικά ότι το πλάσμα δεν είχε ποτέ μισήσει τους ανθρώπους.
Το χιόνι ήταν παντού. Κάτω από τα πόδια της, μέσα στις μπότες της, πάνω στους ώμους της. Ριπές ανέμου και στροβιλισμοί το έσπρωχναν κάτω από τη φούστα της, το συσσώρευαν στα φρύδια της και στο μαντήλι που κάλυπτε τα μαλλιά, το στόμα και τη μύτη της. Χοντρές, σκληρές νιφάδες προσπαθούσαν να χωθούν ανάμεσα στα κουμπιά της κάπας της, να διεισδύσουν στη ζεστασιά του κορμιού της και να λιώσουν εκεί, αφήνοντάς της την παγωνιά τους.
Αλλά εκείνη δεν έδινε σημασία. Ήταν πια γυναίκα κι όχι παιδί. Ακόμη κι η Μαρουλίνα το είχε πια παραδεχτεί, δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τα πρώτα της έμμηνα είχαν εμφανιστεί την άνοιξη κι η απουσία του κατάλληλου τελετουργικού για την είσοδό της στους κόλπους των γυναικών του χωριού δεν την έκανε λιγότερο γυναίκα από εκείνες. Είχε κάθε δικαίωμα και κάθε υποχρέωση να υπερασπιστεί το Γκιζμ και την τιμή της οικογένειάς της, με την ίδια τη ζωή της. Δεν ήταν πια παιδί.
Αλλοπρόσαλλες σκέψεις. Μήπως είχε αρχίσει να κουράζεται; Περπατούσε μόλις δυο ώρες, δεν ήταν ακόμη καιρός για κούραση. Χρειαζόταν όλες της τις δυνάμεις για να φτάσει στον Οίκο. Εκεί οι Παλαιοί, με τα ξόρκια τους και τις μαγικές τους σφαίρες, θα έσωζαν το Γκιζμ και θα ανανέωναν τη συμφωνία τους με τα Τσάμπι. Όσο ο αιώνιος εχθρός των Τσάμπι έμενε αιχμάλωτος των ανθρώπων, θα κρατούσαν την Πύλη του Βορρά κλειστή, κι όλα τα πλάσματα του κρύου φυλακισμένα. Κι ο αιώνιος εχθρός των Τσάμπι ήταν το Γκιζμ. Το μαλλιαρό, σχεδόν ανθρώπινο Γκιζμ.
Χιόνι, άνεμος, χιόνι. Άνεμος, χιόνι, άνεμος. Αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί. Είχε αρχίσει η κούραση να την καταβάλει; Όχι ακόμη. Όχι ακόμη. Όταν θα γινόταν αυτό, θα ονομάτιζε απλώς το πόδι που πήγαινε μπροστά. Αριστερό, δεξί. Δεξί, αριστερό. Κρύο, κρύο, κρύο.
Κάθε χρόνο, μέσα στο κέντρο του χειμώνα το Γκιζμ έπεφτε βαριά άρρωστο. Έχανε κάθε δύναμη να κινείται, έπεφτε κάτω σαν παράλυτο, ίσα που ανάσαινε. Τότε κάποιος έπρεπε να πάει στον Οίκο, να φέρει το μήνυμα της αρρώστιας του στους Παλαιούς κι εκείνοι να το πουν στα Τσάμπι. «Το Γκιζμ είναι έτοιμο να πεθάνει. Αν πεθάνει, θα ελευθερωθεί. Αν ελευθερωθεί, θα σας κυνηγήσει. Σώστε το Γκιζμ, για να σωθείτε, πλάσματα του Πόλου, πλάσματα της Πύλης.»
Ω, πόσο κρύο… Όσο όταν έχασε τη μητέρα της. Όσο όταν έμαθε ότι ο πατέ-ρας της θα παντρευόταν ξανά. Αν φανταζόταν λίγη ζέστη, άραγε θα ζεσταινόταν; Αν θυμόταν τη μητέρα της; Τη μέρα που ήρθε η Μαρουλίνα στο σπίτι –τι ανακούφιση, τι ζεστασιά, μόνο η Μαρουλίνα θα μπορούσε ποτέ να πάρει τη θέση της νεκρής στο άδειο σπιτικό, στην άδεια καρδιά της, στην άδεια καρδιά του αδελφού της, μακάρι όλα τα ορφανά να έχουν τέτοιες μητριές.
Αλλά όχι. Δεν έρχεται η ζεστασιά. Κρύο. Άνεμος κοφτερός, σαν ξυράφι. Χιόνι που μπαίνει πρόστυχα παντού, στα μανίκια της, στο γιακά της, κάτω από τη φού-στα της. Το Γκιζμ πρέπει να μείνει αιχμάλωτο των ανθρώπων. Τα Τσάμπι πρέπει να κρατούν κλειστή την Πύλη. Εκείνη πρέπει να πάει στον Οίκο το μήνυμα της αρρώστιας του Γκιζμ.
Του Γκιζμ με τα καστανά μάτια. Κουράστηκε; Όχι ακόμα. Ο πατέρας κλαίει. Ο αδελφός κλαίει. Γιατί; Εκείνοι τα κατάφεραν, τόσα χρόνια τα κατάφεραν. Κι εκείνη θα τα καταφέρει. Αριστερό, δεξί. Ναι, τώρα κουράστηκε λιγάκι. Λίγο ακόμη και θ’ αρχίσει να μετράει. Πόσες ώρες περπατάει; Τρεις, τέσσερις; Αριστερό, δεξί. Όχι ακόμα. Το Γκιζμ κάτω από την καστανιά. Να λιάζει την καστανή του γούνα. Η λάμψη στα μάτια του, ανθρώπινη;
Κι έγινε εκείνο που έτρεμε να μη συμβεί, εκείνο που την ξυπνούσε τις νύχτες και την έκανε να κλαίει. Σταμάτησε να περπατάει. Ο άνεμος την έριξε κάτω, ανάσκε-λα πάνω στο χιόνι κι ύστερα έκοψε ταχύτητα, για να μπορέσουν οι νιφάδες να τη σκεπάσουν, σαν τρυφερό παγωμένο σεντόνι. Ατίμασε την οικογένειά της. Έκανε τους γονείς της να κλαίνε. Έστειλε το Γκιζμ σε άλλη οικογένεια, σε άλλη φυλακή, σε άλλους δεσμοφύλακες. Ω, το Γκιζμ πρέπει να μας μισεί. Αλλά γιατί δεν το κάνει;
Άκουσε φωνές που έρχονταν από μακρυά. Φωνές καβάλα στον άνεμο, φωνές γαντζωμένες στις νιφάδες του χιονιού. Το Γκιζμ αύριο πρωί θα έχει μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια. Σαν τα δικά της. Πόσο έντονη αντίθεση κάνουν οι μαύρες τούφες πάνω στο χιόνι. Μαύρες τούφες που ξεφεύγουν από το μαντήλι της. Το Γκιζμ θα θυμάται το θάνατό της. Γιατί δε μας μισεί; Τι ξέρει για τους ανθρώπους και δεν τους μισεί;
Κάτι κόκκινο και μπλε την πλησιάζει, αλλά τα μάτια της δεν μπορούν πια να δουν καθαρά. Κόκκινο και μπλε, σαν τη ρόμπα που φορούν οι Παλαιοί. Ώστε έφτασε; Ώστε το μήνυμα θα πάει στα Τσάμπι; Πεθαίνει. Το νιώθει. Άραγε το Γκιζμ θα έχει άλλο χρώμα μαλλιά αύριο; Άλλο χρώμα μάτια; Μαύρα και μαύρα; Γιατί δε μας μισεί το Γκιζμ;
Οι φωνές τώρα είναι πολύ κοντά της. «Είναι νεκρή,» λέει μια από αυτές. «Ναι, αλλά ήρθε. Ξεκινήστε τη διαδικασία.» Δεν καταλαβαίνουν ότι είναι ακόμη ζωντανή, ότι τους ακούει, τη μεταφέρουν στα χέρια ως τον Οίκο, τι κρίμα να μη μπορεί να τον δει, τα μάτια της έχουν πια σβήσει. «Κακόμοιρο Γκιζμ,» λέει μια τρίτη φωνή. «Τι θα κάνει τώρα; Το ξόρκι θα γίνει, αλλά το κορίτσι πέθανε. Άλλος ένας θάνατος στη συνείδησή του.» «Εκείνο το διάλεξε,» απαντά η πρώτη φωνή. «Να προσποιείται τον αιχμάλωτο, για να αναγκάζει τους ανθρώπους να το κρατούν κοντά τους. Αν ήξεραν ότι τα Τσάμπι θα τους κατασπάραζαν, αν έβγαινε από τη μέση το Γκιζμ, τότε ίσως να μην το αγαπούσαν τόσο, ίσως να ήταν καχύποπτοι απέναντί του.» «Κανείς δε θα μάθει ότι το Γκιζμ κρατάει κλειστή την Πύλη κι όχι τα Τσάμπι.» Κακόμοιρο Γκιζμ.
Το χέρι της κρέμεται στον αέρα. Δεν το ορίζει. Δεν μπορεί να δει ή να ακούσει άλλο, δε νιώθει τίποτε. Το χιόνι κι ο άνεμος δεν την βασανίζουν πια. Νιώθει μια ζεστασιά μέσα της, σα να ‘χει ανάψει στα σπλάχνα της ένας μικρός ήλιος που χαμογελά. Νομίζει ότι ακούει το γέλιο της μάνας της κι ύστερα το γέλιο του αδελφού της, του πατέρα της, της Μαρουλίνας. Είναι με τους ζωντανούς ή τους νεκρούς; Κι ύστερα τα μάτια της μπορούν και πάλι να δουν και βλέπει μόνο κάτι λευκό και στη μέση του λευκού στέκεται ένα ανθρωπόμορφο πλάσμα, μαλλιαρό σαν αρκούδι. Είναι το Γκιζμ. Και της χαμογελά σαν άνθρωπος. Κι έχει μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια.

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2008

Τελικά...

... όλο και περισσότερο με παραξενεύουν οι άνθρωποι. Δύσκολα απογοητεύμαι πια, αλλά σίγουρα παραξενεύομαι. Κι έχω σταματήσει και να ζητάω το λόγο. Ελπίζω μόνο να μη νομίζουν ότι η διακριτικότητά μου αυτή είναι σημάδι ενοχής ή ακόμη χειρότερα αδιαφορίας.

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2008

Δε σου έφτανε ένα, χρυσή μου;




Λοιπόν, από σήμερα θα ανοίξω κι άλλο μπλογκ.




Ναι, δε μου φτάνει ένα, είμαι πολυσχιδής προσωπικότητα. Μ' αρέσει και η λογοτεχνία, μ' αρέσει και το φαγητό (κι όποιος πει ότι δεν το κατάλαβε, ας ξανακοιτάξει τη φωτογραφία μου πολύ προσεκτικά...)




Κι επειδή μ' αρέσει κι η αρχαιολογία κι η λαογραφία, το όνομα του νέου κουζινομπλόγκ θα είναι "Η Κροκοσυλλέκτρια" κι η διεύθυνσή του http://www.saffrongatherer.blogspot.com/