Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

Τα 20 τρίτα

Έφτασα πολύ κοντά στη μέση της διαδρομής του στοιχήματος. Στα επόμενα είκοσι θα το έχω περάσει, οπότε είπα να το γιορτάσω από τώρα.



Η Προφητεία του βασιλιά, Βασίλης Δημητρίου: Άλλο ένα βιβλίο που δεν τιμάει ιδιαίτερα τις επιλογές των εκδοτών σχετικά με το τι θα εκδώσουν και τι όχι. Παιδιάστικο, σε σημείο που οι μεγάλοι στρατηγοί του επικού πολέμου πίνουν το χαμομήλι τους στην κουζίνα του κάστρου και το συμβούλιο των γερόντων κάνει εκλογές με κάλπες και τέτοια για την ανάδειξη του γηραιότερου. Τετριμμένη υπόθεση, γλώσσα που ευτυχώς δεν έχει μεγάλες αυξομειώσεις στην ποιότητά της, χαρακτήρες Κάντι-Κάντι meets 1ο Λύκειο Βύρωνα (το δικό μου σχολείο, για να μη θίξω κανένα άλλο). Ευτυχώς, ο νεαρός γράφει έτσι στα είκοσί του, ενώ υπάρχουν άλλοι που γράφουν έτσι στα εικοσιπέντε τους και νομίζουν ότι είναι έτοιμοι για το Νόμπελ, επειδή έχουν εκδώσει δυο βιβλία.


Το Χρονικό της Παγωμένης Ηπείρου, Στυλιανός Κιλημάντζος: Πριν πω ο,τιδήποτε για το βιβλίο αυτό, θα ήθελα να ήξερα την ηλικία του συγγραφέα. Διότι αν είναι 17-18, βία 22, κάτι μπορώ να εξηγήσω από αυτά που διάβασα.


Όρπου: η αναζήτηση και ο γρίφος, Μαρία Τάκη: Το βιβλίο είναι γραμμένο στα αγγλικά και μεταφράστηκε κατόπιν στα ελληνικά, λόγω του ότι η συγγραφέας είναι ομογενής από την Αυστραλία. Γενικά έχει μια πατίνα τύπου young adults book, και ίσως εκεί να θεωρηθεί πετυχημένο, αλλά οι ενήλικοι-ενήλικοι θα βρουν αρκετά χάσματα, ασάφειες και "ερασιτεχνική" -με την έννοια της πρόχειρης- πλοκή. Οι ήρωες είναι αρκετά κλισαρισμένοι εκτός ίσως από τον Πόδλακ, που είναι ανάπηρος και δεν έχουν ιδιαίτερα σταθερά κίνητρα πέρα από το ότι είναι "πανούργοι" ή "μοχθηροί" αν είναι κακοί, και "σοφοί" ή "ευγενικοί" αν είναι καλοί. Ειδικά ο Όρπου παρουσιάζεται ως ένας "εκλεκτός" που συμπεριφέρεται ως το πλέον ανόητο πλάσμα του κόσμου, κάνοντας κάθε φορά ό,τι του καπνίσει, παρά τις συμβουλές και τις προτροπές. Κάθε φορά που θα του πουν "ξέρεις, αυτό δεν πρέπει να το πεις πουθενά" ή "αυτό το φυλαχτό δεν πρέπει να το χάσεις", κάθε μα κάθε φορά, και το μυστικό θα πει και το φυλακτό θα χάσει. Και κανείς δεν τον "μαλλώνει" γι' αυτό. Δυο πράγματα που μου χτύπησαν πραγματικά άσχημα όταν το διάβασα, αν και θα με πείτε πάλι ψείρα. Στο πρώτο, η γιαγιά της ηρωίδας τους σερβίρει κάποια στιγμή "σπιτική μαρμελάδα φράουλα". Αναρωτιέμαι αν σε έναν ψευδομεσαιωνικό κόσμο υπήρχαν σούπερ-μάρκετ και αν ναι, πόσες και ποιες μάρκες μαρμελάδα φράουλα πουλούσαν, για να τις αντιπαραβάλω με την ποιότητα της σπιτικής... Και στο δεύτερο, ο Όρπου και ο Πόδλακ, που δεν έχει πόδια, έχουν φτιάξει ένα αμαξίδιο (!) για να μετακινείται ο Πόδλακ καλύτερα. Κάποια στιγμή που δεν πρέπει να κάνουν θόρυβο, ο Όρπου, δένει το αμαξίδιο στη σέλα του αλόγου του -το οποίο άλογο ονομάζεται Γκαλάξιαν- και το άλογο επειδή είναι μαγικό δεν κάνει καθόλου θόρυβο, ενώ το αμαξίδιο που σουρνώταν από πίσω προφανώς είχε κάποιου είδους σιλανσιέ.


Η αλογόμυγα, Νίκος Παπαδόπουλος: ένα παράξενο σχεδόν κυβερνοπάνκ βιβλίο, με ενδιαφέρουσες ιδέες, αρκετά πολιτικοποιημένο, αλλά με αταίριαστα ελαφρύ τρόπο. Δεν ξετρελάθηκα, γιατί είχε αρκετά άκομψα σημεία. Έδινε την αίσθηση ότι το έγραψε κάποιος με την πρόθεση να γράψει εφ, χωρίς όμως να έχει ποτέ διαβάσει εφ.


Λαξευμένο Δίχτυ, Βάσω Χρήστου: Το τελείωσα πριν από μια δυο ώρες και έχω να παρατηρήσω ότι μου άρεσε περισσότερο από το πρώτο για τους λόγους που θεωρώ ότι σε άλλους θα άρεσε λιγότερο από το πρώτο: ήταν πιο σκοτεινό. Πιο στέρεοι χαρακτήρες, πιο πραγματικοί, ακόμη και τα παιδιά έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά ως προς την ψυχολογία. Πιστεύω πάντως πως ο Μέριλ κλέβει όλη την παράσταση από τον Κένταλ. Μακράν. Η παρουσίαση του περιβάλλοντος είναι αρκετά καλύτερη και έχει αποφευχθεί και σπόιλερ ανάλογο με εκείνο που είχε το πρώτο βιβλίο σχετικά με την καταγωγή της Τορέυν. Ειδικά οι πρώτες εκατό σελίδες έφυγαν σα νερό. Αυτό που με ενόχλησε περισσότερο (για να πω και τα κακά του βιβλίου) ήταν ο μακρύυυυυυυς μονόλογος της evil mastermind, συν οι εναλλαγές των δηλώσεων του Κένταλ -θα σε σκοτώσω, μετά θα σε κάνω βασίλισσα, μετά θα σε κομματιάσω και λοιπά. Το βρήκα αδύναμο σα σημείο και με αλλοπρόσαλλο γράψιμο, σα να βιαζόσουν να το γράψεις, ώστε να χωρέσεις όλες τις εξηγήσεις. Έπειτα αν και η περιγραφή είναι ωραία, η ίδια η μάχη μεταξύ evil mastermind και καλών τραβάει σε μάκρος, σελίδες και σελίδες με περιγραφές, που πραγματικά, αντί να με λυτρώσουν, όπως θα έπρεπε να κάνει η κορύφωση του δράματος, με κούρασαν και με έκαναν να τις διαβάσω επιπόλαια.

Ιστορία του Μέλλοντος, Κλήτος Χατζηθεόκλητος: Μια πολύ ενδιαφέρουσα και αξιοπρεπέστατα γραμμένη ιστορία του μέλλοντος. Ένα παράξενο σου-φου γεγονός, η κατάκτηση της ικανότητας του λόγου από τους σκύλους, περιγράφεται από κατά το δυνατόν αντικειμενική οπτική γωνία, φέρνοντας καταπάνω στους ανθρώπους όλα τα πιθανά προβλήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν από αυτό το γεγονός. Ωραία γλώσσα, παραπομπές σε ενδιαφέροντα βιβλία (χωρίς να γίνεται αυτό επίδειξη γνώσεων), καταπληκτικοί χαρακτήρες και επικές σκηνές μάχης (ναι! έχει κι από αυτές!) σοφά τοποθετημένα και χωρίς τρομακτικές υπερβολές. Οι πρώτες 5 σελίδες είναι λίγο βαρετές ή και επιτηδευμένες αλλά οι υπόλοιπες 163 είναι καθηλωτικές.


Το μαγικό μέρος των διαφορών, Γιώτα Νάτσιου: ένα ωραίο παραμύθι για παιδιά όλων των ηλικιών, αν και κάποιες φορές εν τη ρύμη του λόγου, της συγγραφέως της ξέφευγαν λέξεις αρκετά μεγαλίστικες. Αυτό δεν είναι πάντα κακό, αλλά εμένα με κάνει να σκοντάφτω στο διάβασμα και να αποστασιοποιούμαι σε στιγμές που θέλω (και έχω, η Νάτσιου το καταφέρνει αυτό) να βυθιστώ στη μαγεία του παραμυθιού και της αλληγορίας. Να δηλώσω ευθαρσώς ότι ζήλεψα απίστευτα την έμπνευσή της και τα μαγικά της πλάσματα.


Οι Μίνες του Θαβώρ, 12 διηγήματα του φανταστικού, Γιώργος Τυρίκος-Εργάς: Το βρήκα σε ένα βιβλιοπωλείο της Μυτιλήνης και το βούτηξα γιατί δε θα το ξαναβρώ (είναι από έναν ντόπιο εκδοτικό οίκο). Βασικά δεν αγγίζει σχεδόν πουθενά το φανταστικό όπως το εννοούμε εμείς εδώ, ούτε καν με το Μπορχεσιανό τρόπο προσέγγισης του φανταστικού, έχει όμως μια ενδιαφέρουσα ροή λόγου, που μπορώ να πω ότι με κράτησε αρκετά. Κι είναι και σύντομο ούτε 90 σελίδες, αλλά έχει αρκετό ενδιαφέρον (δεύτερη φορά που το λέω, ε;)


Οι Θεοί της Μπαλ-Σαγκόθ (και άλλες ιστορίες της Μυθολογίας Κθούλου, τόμος Β),
Robert E. Howard
: Ξαναβρήκα διάφορες παραφράσεις ονομάτων που τα έχουμε συνηθίσει στα ελληνικά αλλιώς, πχ, τη Ζουλίκα του Κρανιοπρόσωπου, εμείς την ξέρουμε Ζουλέικα. Αλλά η πένα του θείου Μπομπ είναι αδύνατο να αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό που να μην την απολαμβάνεις. Ιδιαίτερα μου άρεσε το ότι οι επιμελητές της σειράς ξεκίνησαν το δίτομο έργο με το "Μαύρο Λίθο" (όπου εισάγεται η περσόνα του τρελού ποιητή Τζάστιν Τζέφρυ και μαθαίνουμε τον τρόπο με τον οποίο και το λόγο για τον οποίο πέθανε) και κλείνει με το "Σπίτι με τις Βελανιδιές" (στο οποίο μαθαίνουμε από που προήλθε ο ποιητής αυτός).


To Βοτάνι της Μοραελίν, Raymond Feist: (την οποία για κάποιον ασαφή λόγο, ακόμη τη λέω Μοραέλιν), το δεύτερο βιβλίο της τετραλογίας Riftwar Saga. Ίσως είναι λιγότερο παιδικό από το Μάγο, αλλά τη αίσθηση που αποκόμισα είναι πάνω-κάτω η ίδια. Γενικά δε μπορώ να πω ότι δεν είναι ένα διασκεδαστικό βιβλίο, όμως κάποιες φορές θέλεις περισσότερα πράγματα από απλή διασκέδαση.


Σκοτάδι στο Σέθανον, Raymond Feist: Η συνέχεια και το τέλος της τριλογίας Riftwar Saga. Το πρώτο μισό του βιβλίου το διάβασα λίγο αγγαρεία, αλλά η εμφάνιση του Γκυ της Μπας-Τυρά αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον. Στα αξιομνημόνευτα σημεία του βιβλίου, το σεξ (όχι περιγραφικό, μην πάει ο νους σας, απλά τους δείχνει να φιλιούνται και μετά μιλάει για "τις χαρές της κρεβατοκάμαρας"), μια κάποια ενηλικίωση τόσο του συγγραφέα όσο και των χαρακτήρων των ηρώων (δεν παύουν οι χαριτωμενιές, αλλά μειώνονται αισθητά) και οι μνημειωδών διαστάσεων καταστροφές πόλεων. Στο μείον, οι γνωστές εμμονές του Φάιστ και ιδιαίτερα εκείνη η αναπόφευκτη σκηνή στο τέλος που θυμίζει Star Wars: New Hope, όπου όλοι καλούνται να γονατίσουν ένας-ένας μπροστά στο βασιλιά και να λάβουν τις αμοιβές του...


Goblin War, Jim C. Hines: τρίτο και εύχομαι τελευταίο μέρος της τριλογίας με ήρωα το γκόμπλιν Jig Dragonslayer (τα άλλα δύο ήταν το Goblin Quest και το Goblin Hero). Είχα κάνει το λάθος και είχα πάρει και τα τρία μαζί, πριν από ένα χρόνο από το Άμαζον. Όσο τα διάβαζα ένιωσα λίγο σαν το Μοναρχίξ, όταν του είπαν να πάει στη λουτρόπολη για το συκώτι του: έψαχνα συνεχώς δικαιολογίες για να διαβάσω κάτι άλλο, αναφέροντας συνεχώς τη φράση "όταν το τρως και δε σε τρώει είναι καλό". Δυστυχώς τόσο το Goblin War, όσο και τα αδελφάκια του με φάγανε αντί να τα φάω. Κουραστικά, τραβούν σε μάκρος και έχουν το στάνταρ μοτίβο: ο μικροκαμωμένος Τζιγκ καταφέρνει κάθε φορά να επιζήσει ανάμεσα σε βλαμμένα αλληλοσπαράσοντα γκόμπλιν, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα τρελούς θεούς ή άλλα υπερφυσικά όντα συν τους κακούς ανθρώπους που δεν ξέρουν που πάνε τα τέσσερα κι έχουν λιγότερο μυαλό κι από τα γκόμπλιν ακόμη. Αν είστε διατεθειμένοι να διαβάσετε με λεπτομέρειες όλους τους τρόπους με τους οποίους μπορεί ένα γκόμπλιν να πονέσει, διαβάστε το. Αλλιώς θα έλεγα να κάνετε κάτι πιο εποικοδομητικό...


Maskerade, Terry Pratchett: Έλειπε η έντονη συγκίνηση άλλων παρόμοιων βιβλίων του Δισκόκοσμου, όπως του Soul Music ή του Moving Pictures (ακόμη δεν έχω ξεπεράσει τον Gaspode), αλλά δεν παύει να είναι ευχάριστο ανάγνωσμα, με αρκετά twists στην πλοκή.

Ο μικρός αυτοκράτορας της Κίνας, Michel Amenil, Ulises Wensell: παιδικό ανάγνωσμα 45 σελίδων. Μου το έκανε δώρο η αδελφή μου (και μην τολμήσει κανείς να ρωτήσει γιατί...) Μου άρεσε πολύ που κάποιες λέξεις, πιο δύσκολες, τις είχε στο τέλος σε ένα μίνι γλωσσάρι (τι είναι το πεκινουά, τι θα πει "θρηνούσαν", τι ήταν μια ακόλουθος κλπ). Πολύ ωραία εικονογράφηση επίσης.

Ντεντέ Κορκούτ, Τουρκική επική χρονογραφία: Τουρκική επική χρονογραφία: ένα είδος Ιλιάδας ή Οδύσσειας ή ακριτικών τραγουδιών των Ογκούζ, που ένα τους παρακλάδι, ήταν οι Σελτζούκοι. Χαριτωμένες ιστορίες, αρκετά "φάνταζυ".


Χ. Φ. Λάβκραφτ: εναντίον του κόσμου, εναντίον της ζωής, Μισέλ Ουελμπέκ: Το διάβασα με πολλή προσοχή, μιας και μου το πρότεινε ο φίλος Παναγιώτης Ζερβός. Η ανάγνωσή του με άφησε μουδιασμένη. Δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνω την οπτική γωνία του Ουελμπέκ. Απλά κάποια πράγματα όσο πραγματικά ή πιθανά και να φαίνονται είναι δύσκολο να σε κάνουν να ενθουσιαστείς. Αν μη τι άλλο, δυσκολεύομαι να καταλάβω τους ανθρώπους που είναι «ενάντια στη ζωή». Πιθανόν να συμβαίνει αυτό γιατί η εν λόγω κοσμοθεωρία είναι εντελώς ξένη με τη δική μου.


Ιστορίες από το Περιοδικό Weird Tales/2, Ωρόρα 69: Έχει (εκτός άλλων) το Μια μάγισσα θα γεννηθεί του Χάουαρντ (περιπέτεια του Κόναν), Κλαρκ Άστον Σμιθ και Λάβκραφτ. Μια ευχάριστη αλλαγή.

Asimov's-Ελληνική Έκδοση, τεύχη 1 και 3: Χωρίς άλλα σχόλια.

Αρχείον Πόντου περιοδικό σύγγραμμα υπό επιτροπής ποντιακών μελετών τόμος 15: Ιστορίες, λεξιλόγια, ευχές και κατάρες, γράμματα επισκόπων και μητροπολιτών, έθιμα, από τις χαμένες πατρίδες.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Μέχρι την επιστροφή της έμπνευσης

Υπάρχει κάτι στην "πιάτσα" των συγγραφέων που λέγεται writer's block. Είναι ένα μαύρο κυβοειδές πράγμα, σαν κάποιο από τα μέλη του σώματος του Μέγα Κθούλου, έχει μήκος ακμής ίσο ή μεγαλύτερο από το σωματικό μου ύψος και είναι τόσο βαρύ όσο περίπου μια μαύρη τρύπα στον ίδιο όγκο*. Γενικά θα ήταν ένα τρομακτικό, αλλά αδιάφορο πράγμα, και δε θα του έδινα και πολύ μεγάλη σημασία αν δεν ήταν εδώ και δύο εβδομάδες ερωτευμένο με την καμπούρα μου και θέλει να την έχει καβαλημένη όλη την ώρα.

Και τι δεν έκανα να το ξορκίσω. Τι επικά φάνταζι διάβασα. Τι ρεαλιστικές ταινίες με μάχες είδα. Τι ταξίδια προς άγνωστες αγροτικές κατευθύνσεις έκανα, τίποτε. Στράφι. Ακόμη κι η απειλή ότι δε θα τελειώσω το γράψιμο του πρώτου βιβλίου των Παρχαριών και θα το έχω και για μετά τις διακοπές δεν κατάφερε να με συνεφέρει, να βάλει τις μηχανές της έμπνευσής μου ξανά μπροστά.

Και το σιχαίνομαι να μην έχω κάτι να γράψω.

Το μόνο που κατάφερα να κάνω ήταν να σκαλίσω τα κιτάπια μου, να βρω παλαιότερα κείμενα όπως η Θύμνα, που θέλουν ακόμη τις διορθώσεις τους και να τα ανακατεύω μέχρι αυτή η ρημάδα η έμπνευσή μου να πάρει μπροστά και να πετάξει, ως έτερος Ηρακλής, την μαύρη κόπρο του Αυγείου από το στάβλο που λέγεται εγκέφαλος της Ευθυμίας.


*Λένε ότι αν η γη είχε την πυκνότητα μιας μαύρης τρύπας, τότε θα είχε το ίδιο βάρος και όγκο όσο ένα κερασάκι μαρασκίνο. Από τότε που το έμαθα δεν έχω ξαναφάει κερασάκι μαρασκίνο κι όταν προσπερνώ τα βάζα με τα φωσφοριζέ αυτά πράσινα ή κόκκινα βδελύγματα στο σούπερ μάρκετ ανατριχιάζω σύγκορμη. Μην μου σερβίρετε ποτέ κερασάκια μαρασκίνο. Η μαύρη τρύπα του τρόμου θα με καταπιεί πριν κάνετε κιχ.

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Το ήμισυ του παντός

Έτσι δε λένε; Τάχαμου η αρχή είναι η δύσκολη. Μ, ναι, καλά. Εγώ γιατί τα βρίσκω μπαστούνια την πορεία;

Και εξηγούμαι: έχω να γράψω ένα βιβλίο. Ξεκινάω λοιπόν, με διάθεση κάργα και ενθουσιασμό πάρε να 'χεις και συνεχίζω μέχρι ένα σημείο όπου...

Όπου, έρχεται η καταστροφή. Εδώ σε θέλω, κύριε λαϊκέ μου παροιμιοποιητή, η αρχή ήταν ότι έπρεπε, με το υπόλοιπο ήμισυ του παντός τι κάνουμε.

Και δεν είναι ότι μου συμβαίνει, προς θεού. Έφτασα επιτέλους στις 50,000 από τις προγραμματισμένες 100,000 λέξεις του βιβλίου μου, συνεχίζω να γράφω με σχετικά καλούς ρυθμούς (οι στατιστικές λένε ότι γράφω 850 λέξεις την ημέρα) (το ξέρω, γιατί κρατάω στατιστικές, φυσικά). Αλλά επειδή ξέρω τον εαυτό μου, αναρωτιέμαι πότε θα βαρεθώ. Κι άμα βαρεθώ, μπορεί να μου πάρει και τρία χρόνια για να το ξαναπιάσω.

Κινδυνολογώ μου φαίνεται. Αλλά τι να κάνω; Έχω μπροστά μου μια ολόκληρη πειρατική επιδρομή και δεν ξέρω πώς θα τα βγάλω πέρα μαζί της. Και καθυστερώ όσο με παίρνει...

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

Δεύτερο κεφάλαιο

Χτες βράδυ, εν μέσω συμφορών και τρικυμιών, όπως θα έλεγε κι ο Χάρρυ Κλυν, τελείωσα το δεύτερο κεφάλαιο της "Ερεστής". Είμαι ελάχιστα ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα, διότι το κείμενο έχει ένα σωρό χάσματα και του λείπει το ambient, δηλαδή όλες εκείνες οι μικρολεπτομέρειες που θα το έκαναν πραγματικό (πχ, μυρωδιές, ήχοι, λεπτομέρειες σχετικά με τη θερμοκρασία κλπ). Είμαι όμως αποφασισμένη να τελειώσω ένα πρώτο γράψιμο και μετά να προβώ στις όποιες διορθώσεις τέτοιου -ή άλλου- είδους.

Άλλο πρόβλημα: εκεί που υπολόγιζα -και πάλευα- να φτάσω τις 14,000 λέξεις, όπως σχεδίαζα εδώ, το δεύτερο κεφάλαιο μου βγήκε λίγο, χμ, φαγανό να το πω, κοιλιόδουλο να το πω, αδηφάγο να το πω... Έφτασε ούτε λίγο ούτε πολύ τις 20,000 λέξεις. Πού είναι το κακό θα μου πείτε. Χμ. Είκοσι χιλιάδες λέξεις είναι καμμιά σαρανταριά σελίδες. Ένα κεφάλαιο σαράντα σελίδες; Δεν ακούγεται κάπως κουραστικό;

Το καλό είναι ότι το ζήτημα προχωράει. Ήδη το τρίτο κεφάλαιο έχει 2,000 λέξεις. Πιθανόν ως την επόμενη εβδομάδα, μπορεί και Κυριακή (με αυτούς του ρυθμούς σταθερούς) να έχω ξεπετάξει και τις 14 -προγραμματισμένες- χιλιάδες του τρίτου. Φαίνεται ότι το καλοκαίρι με βοηθάει στο γράψιμο.