Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Τα 20 τέταρτα

Το στοίχημα για 150 βιβλία μέσα στο 2009 πάει καλούτσικα (σε κάθε περίπτωση καλύτερα απ' ό,τι περίμενα). Είμαι βέβαια 10 βιβλία πίσω από το πρόγραμμά μου, αλλά στις διακοπές περιμένω να ξεπετάω δύο Ωρόρες την ημέρα, οπότε θα τα φέρω ίσα βάρκα, ίσα νέρα.

Άλματα στο Χρόνο, Παν. Γιωτόπουλος: Δυο διηγήματα εφ, πρακτικώς ιδιοέκδοση. Ενδιαφέροντα θέματα, αν και κλασσικά πλέον και κλισέ (έτος έκδοσης 1996). Δυστυχώς και αρκετά άτεχνα δοσμένα με κάποια χάσματα λογικής, τα οποία για να τα παρατηρήσω εγώ που δεν είμαι και πολύ της εφ, φανταστείτε πώς θα φαίνονταν σε πιο έμπειρους αναγνώστες. Επίσης μια μικρή στράτευση, ειδικά στο πρώτο διήγημα, το Χρονομεταφορά: Αθήνα 2050 μ.Χ., με την πλευρά της -όπως τη λέει ο συγγραφέας- Ελληνικής Ορθοδοξίας. Δε θα με ενοχλούσε αν ήταν δοσμένη με πιο πειστικό τρόπο, αλλά δεν είναι δοσμένη με πειστικό τρόπο.

Τα Άγρια Ζώα της Πόλης, Πέτρος Αργυρίου: Πολύ ενδιαφέρουσα νουβέλα τρόμου, παρά τις όποιες υπερβολές στην πλοκή της. Η γραφή στέρεη, καλοδουλεμένη, χωρίς πολλές φιοριτούρες, παρά μόνο εκεί που έπρεπε. Παρά τη νοσηρότητα που διέπει τις εικόνες κάποιες στιγμές, δεν κατάφερα να το αφήσω κάτω πριν το τελειώσω. Η υπόθεση για την ιστορία, ένας άντρας συνέρχεται από κώμα, μετά από τροχαίο και ανακαλύπτει ότι έχει αποκτήσει μια άλλη σχέση με τον πόνο, μια σχέση που θα τον οδηγήσει στην ανακάλυψη μιας παράξενης αδελφότητας.

Εισβολή στη Μυρμηγκάνα, Μάριος Βερέττας: Είχα διαβάσει το Φλεβάρη νομίζω, το Αυγό του Παλιατζή, ένα άλλο παραμύθι για μεγάλα παιδιά του Μάριου Βερέττα. Τα βρήκα και τα δύο αν μη τι άλλο ενδιαφέροντα. Γραμμένα με χαριτωμένο τρόπο και με τροφή για περαιτέρω σκέψη.

Έλος, Πέτρος Τσαλπατούρος: Ενδιαφέρον διήγημα τρόμου, με ενδιαφέρον στήσιμο και ενδιαφέρουσες θεωρίες. Επίσης ενδιαφέροντες χαρακτήρες και πολύ ενδιαφέρον τέλος. Γενικά το ξεκοκκάλισα σε ελάχιστο χρόνο, μπορεί και λιγότερο από μια ώρα. Πολύ-πολύ-πολύ ενδιαφέρον κι αναρωτιέμαι αν ο συγγραφέας έχει έτοιμο προς έκδοση κάποιο άλλο του κείμενο (brainz… brainz…) γιατί σύμφωνα με το βιογραφικό του, δεν έχει εκδώσει κάτι άλλο.


Ζώνη Ερήμωσης, Περικλής Μποζινάκης: Είμαι κάπως διχασμένη. Ενώ το βιβλίο έχει από ωραίες έως πολύ ωραίες ιδέες, κάτι απροσδιόριστο δε με αφήνει να το ευχαριστηθώ. Είχα διαβάσει παλαιότερα κι άλλη μια συλλογή του, τα Σκοτεινά Ανέκδοτα και Ιστορίες Εφιαλτών, αλλά κι εκεί το ίδιο πρόβλημα είχα. Ωραίες ιδέες, αλλά κάτι λείπει που θα μπορούσε να μου κάνει κλικ.

Το Σκοτεινό Νησί, Αντώνης Νικολής: Αδυνατώ να καταλάβω αυτό το βιβλίο. Υποτίθεται ότι είναι η μυθιστορηματική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού έργου του ίδιου συγγραφέα. Σε ένα πλημμυρισμένο μετακαταστροφικό κόσμο, όπου οι γενετικά διαμορφωμένοι άνθρωποι είναι οι σνομπ και οι τυχαίοι είναι οι κατώτεροι και φέροντες ασθένειες, ένα ζευγάρι που δουλεύει τη νύχτα φτάνουν στο Σκοτεινό Νησί, όπου μένει κάποιος ερημίτης λόγιος. Εκεί αρχίζουν οι προσπάθειες επιβολής της εξουσίας ανάμεσα στον ερημίτη και τη γυναίκα που διεκδικούν ο καθένας για τον εαυτό του τον άντρα του ζευγαριού. Υποτίθεται ότι έχει βαθιά νοήματα σχετικά με τον Ηρακλή, την Αρετή και την Κακία, αλλά απέτυχε να με κάνει να τα διακρίνω. Πιο πολύ κατάφερε -πετυχημένα, δε μπορώ να πω- να με κάνει να αναγουλιάζω κάθε φορά που οι ήρωες αναφέροντας στο σεξ ή στο περιεχόμενο των εντέρων τους (ο ερημίτης όταν λέει «ρεύομαι» εννοεί «κλάνω») ή να με κάνει να απορώ για το λόγο για τον οποίο ο κάθε ένας τους φέρεται έτσι όπως φέρεται, πχ, σηκώνεται κάθεται, περιμένει, κοιτάζει ένα γύρω, βάζει κραγιόν, υστεριάζεται ή παραληρεί. Δεν ξέρω πώς θα φανεί σε κάποιον άλλο, αλλά εμένα με κούρασε υπερβολικά.

Τα μπανανόψαρα, Φίλιππος Μανδηλαράς: Μια συλλογή από μικρά διηγήματα, με κεντρικό θέμα τα μπανανόψαρα, πλάσματα που ο συγγραφέας συνάντησε σε μια συλλογή διηγημάτων του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ (του συγγραφέα του Φύλακα στη Σίκαλη). Τα μπανανόψαρα είναι πλάσματα που εμφανίζονται ξαφνικά και δείχνουν σε όσους μπορούν να τα δουν, μια άλλη όψη του εαυτού τους, πιθανότατα τον πραγματικό τους εαυτό. Το διάβασα πολύ γρήγορα, όχι γιατί είναι μικρό ή γιατί εγώ διαβάζω γρήγορα, αλλά γιατί πραγματικά ρέει, τρέχει κι ακόμη κι αν σταθείς για να απολαύσεις μια φράση ή μια λέξη, η γραφή θα σε κάνει να γλιστρήσεις παρακάτω. Ένα από τα πλέον υπέροχα βιβλία που έχω διαβάσει φέτος.

Κρυπτικά ημερολόγια της νήσου Solemnis και των εν αυτή θαυμαστών ανθέων και φυτών, Συνταχθέντα υπό Διονυσίου του Απολωλότος και σχολιασθέντα υπό του μαθητού αυτού Ιωάννου του Παυλικιανού, Ιωάννης Θ. Μάζης: Ένα μυστήριο βιβλιαράκι, ελάχιστων σελίδων, στο οποίο μου είχε τραβήξει την προσοχή η φίλη Αλεξάνδρα πριν από δυο τρία χρόνια. Το βρήκα από απίστευτη τύχη στην Πολιτεία, λίγες μόνο στιγμές πριν φύγει για «επιστροφή». Για ποιο λόγο μου καρφώθηκε να ρωτήσω εκείνη ακριβώς τη μέρα αν το έχουν (ενώ άλλες μέρες ήμουν σίγουρη ότι δε θα το είχαν) θα παραμείνει για πάντα ένα από τα μυστήρια του Μάτριξ… Τέλος πάντων το βιβλιαράκι είναι απίθανο, οι ιδέες που περιέχει είναι γλυκύτατες, εντελώς τρυφερές, όπως πχ, εκείνη κατά την οποία ο Διονύσιος ο Απολωλός αναρωτιέται αν τα παραδείσια πουλιά έχουν ψυχή ή τι ακριβώς είναι η Απουσία, ή τα κείμενα που περιγράφουν το τι κάνουν τα διάφορα φυτά του Κήπου των Αντιφάσεων στη Νήσο Σολέμνις.

Σαν Άνγκρε / Τα δάκρυα της Φον Μπράουν, Γιάννης Παλαβός / Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος: Δυο παράξενες ιστορίες, κάπως νουάρ, κάπως σουρεάλ, κάπως μελλοντολικές ή εφ. Με διασκέδασε καλύτερα η πρώτη, το Σαν Άνγκρε του Γιάννη Παλαβού. Ο ντεντέκτιβ Τζο Λυχνίας των Δακρύων της Φον Μπράουν δε μπορώ να πω ότι με γοήτεψε. Από την άλλη ίσως επειδή περίμενα κάτι άλλο από αυτόν, κάτι με σαφή δομή και υπόθεση κι όχι το «χρονογραφηματικό»-«αυτοβιογραφικό» σύνολο δοκιμίων που ήταν τελικά. Ίσως το διαβάσω κάποια άλλη στιγμή, γιατί μου θύμισε σε κάποιες περιπτώσεις τις Νυχτερινές Επισκέψεις μου. Υποθέτω ότι φταίω εγώ για το ότι δεν ενθουσιάστηκα.

Ο Μονόφθαλμος και άλλες πειρατικές ιστορίες, Κατερίνα Καριζώνη: Είναι ότι ακριβώς λέει ο τίτλος του, δραματοποιημένες σύντομες ιστορίες (των δέκα σελίδων η κάθε μια) που κάθε μία μιλάει για έναν σπουδαίο πειρατή που έδρασε στη Μεσόγειο την εποχή από τη Φραγκοκρατία έως και την Απελευθέρωση. Τα καλά νέα είναι ότι οι ιστορίες, καθότι πραγματικές, έχουν φοβερό ενδιαφέρον. Άσχετες εντελώς με τον της μοδός κάπτεν Τζακ Σπάροου, σου δίνουν την αίσθηση του πραγματικού κούρσου, την ακριβή διάσταση των γεγονότων, χωρίς να εξωραΐζουν τίποτε. Ή μάλλον σχεδόν τίποτε. Όλες οι ερωτικές περιπέτειες των πειρατών ανήκουν στα κακά νέα του βιβλίου. Οι έρωτες παρουσιάζονται αρκετά εξιδανικευμένοι κι αυτό πολλαπλασιασμένο επί δέκα ανεβάζει κάπως το ζάχαρο. Το δεύτερο κακό νέο είναι ότι η γραφή κατά καιρούς "γλιστράει" στην ιστορική αναφορά, ξερή και χρησιμοποιώντας γλώσσα ακαδημαϊκή. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να έχει ένα ομοιόμορφο ύφος και μάλιστα επειδή το καθαρά λογοτεχνικό κομμάτι είναι αρκετά καλό, τολμώ να πω το δυνατό σημείο της συγγραφέως, πιστεύω ότι θα έπρεπε να δώσει περισσότερο βάρος εκεί. Αν και είναι βιβλίο για ενήλικες, πιστεύω ότι θα μπορούσε άνετα να αποτελέσει πρώτη επαφή με την πειρατική πραγματικότητα για έναν έφηβο. Αν μπορούν να διαβάζουν για τη Σφαγή της Χίου στο βιβλίο της Ιστορίας τους, μπορούν να διαβάσουν και για άλλες σφαγές (οι οποίες σημειωτέον δίνουν την εντύπωση ότι είναι πολύ προσεκτικά γραμμένες, ώστε να μην ενοχλούν με gore καταστάσεις).

Ο Ορίζοντας της Αιωνιότητας, Ανθίππη Φιαμού: Είναι ένα νέο "χτύπημα" από τη αγαπημένη μου συγγραφέα, αυτή τη φορά όχι στο φανταστικό, όπου την έχω συνηθίσει (Λαμπρά Φεγγάρια στον Ποταμό της Λησμονιάς, Κάτω από τον Ήλιο της Γκρόνταρ, Τον έφαγε το φεγγάρι), αλλά στο ιστορικό μυθιστόρημα. Είχα την τύχη ν' ακούσω γι' αυτό το βιβλίο όταν ακόμη ήταν στα σπάργανα, και μάλιστα από πρώτο χέρι. Η Ανθίππη βρήκε κάπου μεταφρασμένα τα αρχεία του χωριού των τεχνητών που έχτιζαν τους τάφους των Φαραώ στην Κοιλάδα των Βασιλέων. Πάνω σε αυτά (οι Αιγύπτιοι είναι γνωστοί φρικαρισμένοι με τα αρχεία τους κι οι ιστορίες που μπορεί κανείς να διαβάσει πίσω από τις ξερές αναφορές στα γεγονότα είναι ενδιαφέρουσες και αρκετά δραματικές) στήριξε τη διήγησή της. Σαν βιβλίο είναι καλό, διαβάζεται ευχάριστα και ρέει, καλύπτοντας μια περίοδο πάνω από 300-400 χρόνια στην ιστορία του χωριού, με ικανοποιητική δραματοποίηση των γεγονότων.

Το Μυστικό της Τελευταίας Σελίδας, Νίκος Χρυσός: Συμβιβασμένος βιβλιοκριτικός που δε μπορεί να ξεπεράσει το χωρισμό του προσπαθεί να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την αναβίωση ενός χαμένου ποιητικού "κύκλου". Δεν λέω ότι το άφησα από τα χέρια μου, αλλά μου φάνηκε κάπως βαρύ είναι η αλήθεια. Ή μάλλον όχι βαρύ, αργόσυρτο θα το έλεγα. Σέρνεται τα πόδια του σε 457 σελίδες, με πάρα πολλές βιβλιογραφικές αναφορές (σε σημείο ν' αρχίσω να νιώθω άβολα, σα να ήμουν στην αρχή μιας περίπλοκης ασθένειας ηλιθιότητας) αλλά και πολλά φλας μπακ. Παρά ταύτα, επαναλαμβάνω ότι δεν το άφησα από τα χέρια μου. Οι χαρακτήρες είναι αρκετά ενδιαφέροντες -έως και πολύ ενδιαφέροντες- και η αίσθηση της κάθε σκηνής και της κάθε ανάμνησης εντυπώνεται στο κεφάλι σου καθώς τις διαβάζεις. Το τέλος του ίσως όχι ακριβώς αναμενόμενο, αλλά επιτέλους, ελαφρά αισιόδοξο σε σχέση με την στενάχωρη κατάσταση του υπολοίπου -γιατί είναι ένα στενάχωρο βιβλίο, συναισθηματικά φορτισμένο από τη μοναξιά και το συμβιβασμό. Οπωσδήποτε όχι καλοκαιρινό βιβλίο. Πιο καλά διαβάζεται το φθινόπωρο.

Φονικές Μηχανές, Philip Reeve: Γραμμένο προφανώς για young adults αλλά εξαιρετικό και για τους ενήλικες σαν κι εμάς (λέμε τώρα…) Πολύ ωραίες ιδέες, αρκετά πορωτικές, περιπέτεια και δράση σε υψηλά επίπεδα, μελλοντολογικά steampunk. Διασκέδασα αφάνταστα, συγκινήθηκα σε σωστές ποσότητες και χαίρομαι που αγόρασα και το δεύτερο, πρακτικά αυτοτελές όμως βιβλίο της σειράς, το Χρυσάφι των Αρπακτικών.

Το Τσίρκο των Εξωγήινων, Mathew Stone: Εφηβικό ανάγνωσμα, στο στυλ των αλησμόνητων Μυστικών Εφτά, με εξωγήινους. Απλοϊκή πλοκή, απλοϊκή χαρακτήρες και απλοϊκές περιγραφές και αιτιολογήσεις γεγονότων. Οι κακοί είναι κακοί κι οι καλοί είναι κακοί κι υπάρχουν και κακοί που στο τέλος αποδεικνύεται ότι είναι καλοί, δεν ντρέπεσαι που είσαι ρατσιστής και νόμιζες ότι είναι κακοί; Παρά ταύτα, διασκεδαστικό ανάγνωσμα, που το τέλεψα με μια ανάγνωση και μόνο, χωρίς διακοπές. Απ’ όσο κατάλαβα είναι το τέταρτο από μια σειρά έξι βιβλίων. Έχω την εντύπωση ότι θα πάω να πάρω και τα υπόλοιπα.

Η Μεγάλη Μάχη, Τα Χρονικά του Ίλμορ 2, David Lee Stone: Κι αυτό young adults ανάγνωσμα (τι με έπιασε ξαφνικά και το έριξα στα εφηβικά, δεν ξέρω, μη με ρωτάτε). Κωμικό φάνταζι (σίκουελ κάτι ανάλογου, υποθέτω), με τελώνια και ορκς και δράκους (ogres) και όλα τα σχετικά, αλλά με ένα μικρό μειονέκτημα: δεν έχει σπίθα, σπίρτο, νεύρο, πώς το λένε. Θα μπορούσε με την υπόθεση και τους χαρακτήρες που σκέφτηκε να φτιάξει κάτι πραγματικά ανυπέρβλητο, κάτι που κι ο ίδιος ο Πράτσετ να το ζηλέψει κι όμως η γραφή του έχει ένα κακομοίρικο επίχρισμα που ακυρώνει όλα του τα προτερήματα. Το διάβασα πολύ γρήγορα, αν αυτό σας λέει κάτι. Κρίμα. Μεγάλο κρίμα.

Ζωντανός Θρύλος, Richard Matheson: Παρά την όποια αίσθηση έχω ήδη αποκομίσει από τις κουβέντες περί ταινίας, ομολογώ ότι η ανάγνωση έρεε αρκετά καλά, αποκαλύπτοντας την κατάσταση εξαρχής. Καλό αυτό. Με ψύλλιασε ότι μου φύλαγε πιο συνταρακτικά πράγματα για τη συνέχεια. Πραγματικά ήταν πιστό σε αυτά που υποσχέθηκε. Η επίγευση του βιβλίου είναι ένα ισχυρά ταλαντευόμενο ψυχολογικό σοκ -όπως αυτά που παθαίνει ο Νέβιλ- και αμφισβητώ ειλικρινά την ικανότητα του οποιουδήποτε ηθοποιού, σεναριογράφου ή σκηνοθέτη να μπορέσει να την αποδώσει πιστά. Οι εναλλαγές ανάμεσα στην αισιοδοξία, την απαισιοδοξία και το κενό συναισθημάτων μυαλό μπορεί να μην είναι για Νόμπελ Λογοτεχνίας, αλλά είναι γραμμένες με τρόπο πραγματικά σπάνια διεισδυτικό. Χαίρομαι που βρέθηκε λόγος να το διαβάσω και χαίρομαι που ανακάλυψα τον Μάθεσον σαν πηγή παροχής καλής λογοτεχνίας.

Ιστορίες με Λυκάνθρωπους, Ωρόρα/34: Μετριότατο και κακοεπιμελημένο. Στάθηκα μόνο στο «Τι ωφελεί ένα γυάλινο μαχαίρι;» του Λάρι Νίβεν (ναι, ο Νίβεν είχε γράψει και κάποια φάνταζι κομμάτια στα νιάτα του) κι αυτό γιατί ήταν σοκαριστικό το πώς ένας καλός συγγραφέας εφ μπορεί να χάσει τα νερά του γράφοντας φάνταζι. Πολλές συμπυκνωμένες ιδέες, γεμάτες φάντα-μπαμπλ και υποτυπώδης ανάπτυξη χαρακτήρων.

Ιστορίες με άλογα, Ωρόρα/52: Επίσης μετριότατο και κακοεπιμελημένο. Ούτε ο «Μεταξένιος» του Θήοντορ Στάρτζεον ούτε το «Πάνω στον Πλανήτη των Πετραδιών» με ικανοποίησαν. Το μόνο ενδιαφέρον ήταν «Η Θεία Μίλισεντ» στον Ιππόδρομο, της Λεν Γκάτριτζ, το οποίο έπαιζε και με σουρεαλισμό.

Ιστορίες με Κοσμικές Καταστροφές, Ωρόρα/63: Καλούτσικο μου φάνηκε αν και η λέξη κακοεπιμελημένο κυνηγάει αυτή την σειρά από ένα σημείο κι ύστερα. Αν ξεχωρίζει κάποια από τις ιστορίες... μμμ... Ο Μπράντμπερι με την «Τελευταία Νύχτα του Κόσμου» ήταν πολύ συγκινητικός, κι ο Χαλ Ντρέιπερ (ούτε και ξέρω ποιος είναι αυτός) με το «ΜΝΜ ΣΕ ΜΙΑ ΒΙΒΛΘΚ».

Ιστορίες με Άγγελους και Δαίμονες, Ωρόρα/64: Χαριτωμένο μου φάνηκε, οι ιστορίες του ήταν μικρές και περιεκτικές σα μπιζουδάκια. Κάποιες πολύ καλές, άλλες... απλά αδιάφορες.

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Τα τρία τέταρτα ή τα τρία έκτα;

Σήμερα, με μεγάλη χαρά και περισσότερο από τον αναμενόμενο κόπο, πέρασα τις 75,000 λέξεις στο πρώτο βιβλίο των Σκοτεινών Παρχαριών. Μπράβο μας και είναι το πρώτο πράγμα που γράφω τόσο μεγάλο με την πρώτη του γραφή. Μιλάμε δηλαδή για ένα βιβλίο έτοιμο κατά τα τρία τέταρτά του. Ναι.

Αλλά.

Η συμπλήρωση των 75,000 λέξεων με βρίσκει σε άλλο σημείο του βιβλίου από εκείνο που είχα υπολογίσει αρχικά. Ήξερα ότι θα ξεφύγω προς τα πάνω ή προς τα κάτω στους υπολογισμούς μου, αλλά όχι τόοοοοσο πολύ. Observe: Έχω εφτά κεφάλαια κι έναν μικρό πρόλογο κι έναν μικρό επίλογο. Μοιράζοντας τις αναμενόμενες 100,000 λέξεις στα εφτά και προσθέτοντας άλλες 5,000 για τον πρόλογο και τον επίλογο, στο τέλος του τέταρτου κεφαλαίου θα έπρεπε να έχουμε, μμ, μούμπλε-μούμπλε, 58-60,000 λέξεις. Κι εγώ έχω 75,000...

+15,000; Για τέσσερα κεφάλαια; Πόσο συν θα έρθουν τα υπόλοιπα τρία δηλαδή, στα οποία σημειωτέον εμφανίζονται μάχες, σφαγές σε συμπόσια, θανάσιμες μαγείες και εξηγήσεις σχετικά με το τι και το πώς κάποιων χαρακτήρων; Με απλή μέθοδο των τριών, τα υπόλοιπα τρία κεφάλαια θα αυξηθούν κατά 11,000 λέξεις. Σύνολο (100+15+11)=125,000 και 5,000 επίλογος-πρόλογος, 130,000 και όταν γίνουν και οι διορθώσεις, που έχω ξεχάσει να βάλω στην κοινωνία μοναχούς και ιερείς και περιγραφές πραγμάτων και πόλεων και που η πειρατική επιδρομή είναι γραμμένη τσάτρα-πάτρα, πού πάμε ωρέ παλικάρια;

Πάμε στο μισό. Δηλαδή, αντί να έχω γράψει τα τρία τέταρτα του βιβλίου έχω γράψει το μισό. Το ένα δεύτερο, τα δύο τέταρτα, τα τρία έκτα. Ωχ, και ωχ. Ίσως και ωχ.

Τις βλέπω τις 150,000 και καλπάζουν ασυγκράτητες. Κι άντε μετά να πουλήσεις βιβλίο 150,000 λέξεων... Με άλλα δύο αδελφάκια του να το ακολουθούν κατά πόδας. Γιατί θέλω να πουληθεί αυτό το βιβλίο. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να πουληθεί, να βρεθεί στο ράφι του βιβλιοπωλείου σε σημείο που να το βλέπουν όλοι. ΄Εχω πάρει τις αποφάσεις μου.

Ναι.

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Δείγμα-2

Τα Σκοτεινά Παρχάρια, αν και είχαν δημιουργηθεί ως ιδέα στο κεφάλι μου πολύ παλιότερα, βρήκαν πρόσφορο έδαφος να ριζώσουν στον κόσμο που είχα δημιουργήσει πέρσι για τη Θύμνα. Είναι ένας κόσμος ψευδοελληνικός, με κύριους ήρωες τους λαούς της Χερσονήσου και του Μηλείου Πελάγους. Η Θύμνα θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε μια "κλασσική" περίοδο του κόσμου αυτού, μια εποχή όπου οι αμφικτυωνίες και τα Κοινά έχουν ήδη σταθεροποιήσει την ύπαρξή τους. Το Κοινό της Ταυρίδας μετράει 184 χρόνια ζωής κι οι ήρωες έχουν γνώσεις σχετικά με την ιστορία των "κρατών" με τα οποία σχετίζονται.

Όταν δημιούργησα τον κόσμο της Χερσονήσου (ας τον λέω έτσι για συντομία) η ανάγκη για επιθετικούς ή έστω κακόβουλους γείτονες ήταν επιτακτική. Άρχισα να "ψάχνω" για τους γείτονες του Κοινού της Ταυρίδας. Ποιοί ήταν αυτοί; Τι πολίτευμα είχαν; Από πού προέρχονταν και γιατί ξεχώριζαν από τους άλλους; Ποια ήταν η ιδιοσυγκρασία τους; Πώς χάραζαν τα σύνορά τους; Γιατί ήταν (ή τουλάχιστον οι Ταυρινοί τους θεωρούσαν τέτοιους) επιθετικοί ή κακόβουλοι; Και τέλος, ποια θα ήταν η εξέλιξή τους διαμέσου των αιώνων;

Ενδιαφέρον πρόβλημα. Σε αυτή τη διαδικασία επάνω, διαδικασία που θα μου εξασφάλιζε λαούς ζωντανούς, πραγματικούς, κι όχι καραγκιοζάκια, ίσα για να εξυπηρετήσουν την πλοκή μου, αναρωτήθηκα αν οι βόρειοι γείτονες της Ταυρίδας, οι κάτοικοι της Ηλιακής Πεδιάδας, θα ανέπτυσσαν έναν βασιλιά όπως ο Αλέξανδρος στο "μέλλον" τους. Πραγματικά κάθησα και το σκέφτηκα. Για μένα εκείνη η στιγμή δεν ήταν στιγμή δημιουργίας, αλλά στιγμή ελέγχου γνώσης ιστορικών συγκυριών και λογικών διεργασιών, το "τρέξιμο" ενός ιστορικού "μοντέλου", όπως "τρέχουν" μετεωρολογικά μοντέλα οι μετεωρολόγοι. Θα μπορούσε η Ηλιακή Πεδιάδα και η πρωτεύουσά της η Ηλιούπολη, να προσφέρει έδαφος για την γέννηση και ανατροφή ενός βασιλιά, που θα έμοιαζε στο μέγα στρατηλάτη;

Από αυτήν τη σκέψη γεννήθηκε -γιατί τελικά πάντα στη δημιουργία επιστρέφω- ο βασιλιάς Δάμας. Δεν είμαι ακόμη και τώρα εντελώς σίγουρη αν όντως μοιάζει του Αλέξανδρου ή όχι, ούτε καν τη μοίρα του δεν έχω αποφασίσει, αν θα πεθάνει όπως ο αντίστοιχός του στα 33 του χρόνια ή αν θα ζήσει ως τα βαθιά γεράματα και θα γκρινιάζει ζητώντας λουκάνικα ψητά και σουπιές σπανάκι, ενώ πρέπει να τρώει μόνο χαμομήλι με παξιμάδι και κοτόσουπα. Δεν ξέρω αν θα έχει παιδιά και πόσα ούτε και τι θα γίνουν οι κτήσεις του όταν πεθάνει, όπως αγνοώ και το ποιες θα είναι οι κτήσεις του αυτές. Όλα αυτά θα τα σκεφτώ και θα τα γράψω μέσα στα επόμενα χρόνια, καλά να 'μαστε και θα την γράψω την ιστορία του Δάμα.

Φτάνοντας, λοιπόν, να αρχίσω να γράφω το πρώτο βιβλίο των Παρχαριών, την Ερεστή, η ανάγκη να δέσω τον κόσμο της Χερσονήσου πιο σφιχτά -να δώσω πάτημα σε κάποιον που έχει διαβάσει τη Θύμνα, ώστε να αναγνωρίσει πράγματα της κοσμοπλασίας στην Ερεστή- με ώθησε να χρησιμοποιήσω την Ηλιακή Πεδιάδα. Και πάλι έχει περιφερειακό ρόλο, ίσως και το ρόλο του παμπόνηρου κακού, όμως δεν είναι αυτό το θέμα. Αν ήθελα να μιλήσω για ένα ισχυρό κράτος (που στην πάροδο των αιώνων έχει αλλάξει το όνομά του σε Βασίλειο της Μηλίτου) θα έπρεπε να δέσω το θεσμό της βασιλείας άρρικτα με το όνομα του Δάμα.

Υποθέτοντας ότι κάθε μονάρχης, που θέλει να ισχυροποιήσει τη θέση του, αναφέρεται στους ένδοξους προγόνους του, ήθελα ο τωρινός βασιλιάς Φίλιππος (άλλο ένα κλείσιμο του ματιού στον Αλέξανδρο, αν και δεν ξέρω κατά πόσο θα το εκτιμούσε) να έχει διατηρήσει ονομασίες που αναφέρονταν στο Δάμα, ενώ παράλληλα να προσπαθεί να διαχωρίσει την δική του εξουσία από την παλαιά κατάσταση. Μοιράζει ο ίδιος τους γαλάζιους χιτώνες που για τους Μηλίσιους σημαίνουν αμοιβή για εξέχουσες υπηρεσίες στο κράτος. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να εξασφαλίσει την εύνοια και την αγάπη του λαού, καθώς και την συνέχιση του οίκου του. Κι όταν ο γιος του τραυματίζεται σε ατύχημα στον ιππόδρομο, κάνει ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν για να αποδείξει ότι ο διάδοχος είναι καλά και στην σωματική και στην ψυχική του υγεία.

Η Ερεστή απέχει τουλάχιστον 1500 χρόνια από τη Θύμνα και 1100 με 1200 χρόνια από το Δάμα. Αν όμως θέλω να τοποθετήσω και τους τρεις στον ίδιο κόσμο, τότε θα πρέπει να τους ενώσω και τους τρεις με κάποιον τρόπο, να τους κάνω να φαίνονται ο ένας φυσική συνέχεια του άλλου. Αργότερα, θα προστεθούν κι άλλοι ήρωες στον κόσμο αυτό, κι άλλες ιστορίες, μια"μυκηναϊκή", μια "μινωϊκή", μια "γεωμετρικής εποχής", τουλάχιστον μια "εποχής φραγκοκρατίας" και οπωσδήποτε δύο "εποχής τουρκοκρατίας". Αν στήσω σωστά τα Σκοτεινά Παρχάρια πάνω στην Θύμνα, κι ύστερα το Δάμα πάνω σ' αυτά, τότε θα έχω στρωμμένο δρόμο για όποια άλλη ιστορία αποφασίσω να γράψω. Και μάλιστα χωρίς να περιορίζω στο ελάχιστο τις δημιουργικές μου ανησυχίες.

Το παρακάτω απόσπασμα είναι μέρος του δεύτερου κεφαλαίου της Ερεστής. Του λείπει μια κάποια επιμέλεια (έχω παρατηρήσεις επάνω στο κάμματι αυτό, από τους τακτικούς μου αναγνώστες, αλλά δεν τις έχω προσαρμόσει ακόμη), αλλά γενικά, αυτό που θέλω να πω το έχω πει, πιστεύω, καθαρά.



Ο Δαμάσειος Ιππόδρομος, το αρχαίο στάδιο της Ηλιούπολης όπου ο μεγάλος στρατηλάτης του παρελθόντος Δάμας είχε στεφθεί βασιλιάς της αρχαίας Ηλιακής Πεδιάδας, είναι ασφυκτικά γεμάτο. Άντρες και γυναίκες, ντυμένοι με τα καλύτερά τους φορέματα έχουν έρθει απ’ το ξημέρωμα ακόμα για να πιάσουν μια καλή θέση, να μπορέσουν να δουν καλύτερα. Κόκκινοι και πράσινοι μανδύες κι άλλοι βαμμένοι με χρώμα από μελάνι σουπιάς μπλέκονται με το εκάστοτε λευκό ιμάτιο μιας σεμνής παρθένας ή τη γαλάζια χλαμύδα ενός πλούσιου εμπόρου. Οι καλύτερες θέσεις είναι, φυσικά, φυλαγμένες για τους πλούσιους κα τους ευγενείς, ιδίως για εκείνους που έχουν δεχτεί τη γαλάζια χλαμύδα από το χέρι του ίδιου του βασιλιά. Εκείνοι είναι και οι πλέον ενδιαφερόμενοι να δουν από όσο πιο κοντά γινόταν το αναμενόμενο γεγονός. Είναι κάτι που απαιτεί να το δεις με τα ίδια σου τα μάτια, να το κρίνεις από μόνος σου, άσχετα με το τι θα πει ο κήρυκας ή ο βασιλιάς. Κι επιπλέον είναι κάτι που τους αφορά όλους, η σπουδαιότητά του είναι τόση που ακόμη κι οι φαφούτες γριές του λιμανιού ξέρουν ότι αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουν να το δουν. Είναι κάτι που θα μπορούσε να σημαδέψει τη ζωή ολόκληρου του Μηλίσιου λαού για πάντα.

Γι’ αυτό κι έξω από τον Ιππόδρομο, ορδές ολόκληρες από ανήσυχους ανθρώπους περιμένουν, νέοι και γέροι, μικρέμποροι και χαλκωματάδες, αγρότες που έχουν έρθει από τα κοντινότερα χωριά, πόρνες και κλέφτες κι άνθρωποι έντιμοι, μεροκαματιάρηδες, οι φαφούτες γριές κι οι χωλοί γέροι, οι φτωχοί. Η μέρα είναι γλυκά ανοιξιάτικη και μόνο λίγη είναι η υγρασία που κατεβάζει ο ποταμός Πεντάξιος, διασχίζοντας την Ηλιούπολη. Παρέες-παρέες από άντρες και γυναίκες περιμένουν μασουλώντας ξερά παξιμάδια. Οι πιο τυχεροί έχουν μαζί τους και σκόρδα ή κρεμμύδια. Λίγοι είναι εκείνοι, οι εύποροι μεταξύ των πάμπτωχων, που έχουν καταφέρει να χαλαλίσουν ένα κομμάτι τυρί, για να γιορτάσουν τη μεγάλη μέρα. Υπήρξε από την προηγούμενη μέρα μια φήμη ότι ίσως ο βασιλιάς Φίλιππος μοιράσει τρόφιμα, για το μεγάλο γεγονός, μπορεί αλεύρι ή ρύζι Μικροθερμών ή τυρί βαρελίσιο από την Φαλία. Αλλά μέχρι τότε το παξιμαδάκι είναι απαραίτητο για να αντέξουν την αναμονή και την ορθοστασία, βρεγμένο με λίγο νερό από τις δημόσιες κρήνες.

Το πρόγραμμα των αγώνων είναι αρκετά ενδιαφέρον, όχι όμως τόσο όσο να προκαλέσει τέτοια κοσμοσυρροή. Όσο κι αν αγαπούν τις αρματοδρομίες, οι Ηλιουπολίτες δε χαλάνε τη βολή και την ξεκούρασή τους ένα μάτσο ξένους -κι είναι η έβδομη μέρα σήμερα η Άθεη Μέρα, όπου όλοι, ακόμη κι οι ιερείς των ναών ξεκουράζονται και διασκεδάζουν. Κι ας είναι, λένε, οι δυο καλύτεροι αρματοδρόμοι που θα τρέξουν σήμερα, ο Καπουλάλου, ο Λίγο Φως, που είναι Νεσίλιος κι ο Μητρόδωρος από τις Πλάκες, ο γιος της παραστρατημένης μάντισσας.
Όχι. Ο λαός της Ηλιούπολης έχει μαζευτεί γι’ άλλο σκοπό γύρω από τον Ιππόδρομο και ξεροσταλιάζει στα πόδια του, λαχταρώντας μια μπουκίτσα τυρί με το ξερό του παξιμάδι. Ο λαός της Ηλιούπολης έχει έρθει για να δει το διάδοχο του χρόνου. Έχει έρθει να δει, αν μετά από τόσον καιρό, οι γιατροί και το παλάτι τού έλεγαν την αλήθεια ή αν οι φήμες ότι ο διάδοχος έχει χάσει τα λογικά του είναι αληθινές.

Και να ‘τος, όμορφος, ευθυτενής, ηγεμονικά αλαζονικός κι αρχοντικά ακατάδεκτος όπως πάντα. Στέκεται στο βασιλικό θεωρείο όρθιος και σιωπηλός, με το γιατρό Πλαταιό στο ένα του πλευρό για παν ενδεχόμενο και την πιστή του παραμάνα, τη γριά Αλεξάνα, στο άλλο, ως να εμφανιστεί ο βασιλεύς πατέρας του, συνοδευόμενος από τον αρχιστράτηγο Ξούθο. Πατέρας και γιος αγκαλιάζονται μέσα στις επευφημίες του πλήθους κι ο βασιλιάς Φίλιππος, όταν η βαβούρα μειώνεται κάπως, υποδέχεται κι επίσημα το γιο του ξανά στη δημόσια ζωή. Κήρυκες μεταφέρουν τα λόγια του ως την άλλη άκρη του Ιππόδρομου, οι λέξεις ηχούν πολλαπλασιασμένες και καθάριες, μεταφέροντας χαρά και ανακούφιση στο κοινό.

-Δέκα μήνες πριν, ο ιερός Δαμάσειος Ιππόδρομος ήταν ένα μέρος θλίψης και πόνου. Δέκα μήνες πριν, τύχη κακή έσπασε τους άξονες στο άρμα του γιου μου και τον έστειλε στο κρεβάτι σχεδόν νεκρό, με τους θεούς στο προσκεφάλι του ν’ αγωνιούν ακόμη κι εκείνοι για το γραμμένο της Λαχέσιδος. Όμως λαέ της Ηλιούπολης, λαέ του βασιλείου των Μηλισίων, πέρασαν οι κακές μέρες, οι αποφράδες. Τώρα ο Αργικλής Φιλίππου είναι μαζί μας και πάλι, γερός και δυνατός!

Κι άλλες κραυγές ενθουσιασμού. Λουλούδια εκτοξεύονται προς το βασιλικό θεωρείο, χιτώνες και καπέλα και μαντήλια ανεμίζουν. Όμως ο διάδοχος ή μάλλον, ο άντρας που ο βασιλιάς αποκαλεί διάδοχο, μπορεί να ξεχωρίσει το αίσθημα που προκαλεί στο κοινό του. Κι η πείρα του τού λέει ότι αυτό το συναίσθημα δεν είναι ενθουσιασμός ή αγάπη για το διάδοχο. Είναι πιο πολύ ανακούφιση και μια γενναία δόση νοσηρής περιέργειας, σαν εκείνη των παιδιών όταν βάζουν τα δάχτυλά τους στις πληγές των άλλων. Αυτό το τσούρμο έχει έρθει, όχι για να ζητωκραυγάσει, αλλά για να δει, να ελέγξει, να προσπαθήσει να ξεχωρίσει τι είναι αυτό που δεν πάει καλά με τον Αργικλή Φιλίππου. Κι ο ενθουσιασμός κι η αγάπη κι οι ζητωκραυγές δεν είναι τίποτε άλλο από τη διάψευση των χειρότερών τους φόβων, εκείνων που μιλούσαν για τρέλα και ηλιθιότητα και για μυαλό μικρού παιδιού.

Ο άντρας που ο βασιλιάς αποκαλεί διάδοχο ανατριχιάζει, αλλά ξέρει να υποδύεται τον γεμάτο αυτοπεποίθηση γιο. Χαμογελά ελαφρά, παίζοντας με τα ρουθούνια του με μια σταλίτσα περιφρόνηση, όπως ο πραγματικός Αργικλής. Η παράσταση είναι καλοστημένη και μπορεί να έφτασε στην κορυφαία της σκηνή, αλλά ακόμη δεν έχει τελειώσει. Κι οι δάσκαλοί του πάντα του το έλεγαν «ποτέ μη χαλαρώσεις, ποτέ μην πεις ότι τελείωσε η δουλειά σου, αν δεν τελειώσει η παράσταση». Κι επίσης του μάθαιναν πώς να διοχετεύει τα δικά του συναισθήματα στον ήρωά του, πώς να εκφράζει το φόβο ή τη λύπη ή τον πόνο του, χρησιμοποιώντας χειρονομίες που για τον ρόλο του σήμαιναν χαρά ή έρωτα ή σκεπτικισμό. Ή περιφρόνηση.

«Καημένε Ζεύξανδρε», σκέφτεται για τον εαυτό του. «Ο μεγαλύτερός σου ρόλος, το πιο ζεστό σου χειροκρότημα και δε θα μάθει ποτέ κανείς πόσο το άξιζες.»

Κι όταν συνειδητοποιεί ότι μιλάει για τον εαυτό του σε χρόνο παρελθοντικό, τα ρουθούνια του παίζουν πιο πολύ.