Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Λευκό πανί


Ο τίτλος της ανάρτησης έχει σημασία διπλή.

Καταρχήν, λευκό πανί, όπως λευκή σημαία, πετσέτα στο ταρτάν και τέτοια ολιγόκαρδα πράγματα. Συγνώμη, αλλά έχω τινάξει τα πέταλα, από τη ζέστη, και την έλλειψη διακοπών. Σήμερα ευτυχώς είναι η τελευταία μέρα στη δουλειά κι από αύριο, ένα εξωτικό νησί με καλή συντροφιά. Κι όταν λέμε εξωτικό, και η Φαλκονέρα να ήτανε, πάλι εξωτικό θα το έβλεπα εγώ. Μετά από δύο χρόνια σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι έχει πήξει το μάτι μου για βοτσαλάκια, κάμπιες κι αγκαθιές. Και λίγο ιώδιο, βρε παιδί μου.


Σε δεύτερη φάση, το λευκό πανί είναι εκείνο που αυτή τη στιγμή που μιλάμε ταξιδεύει δύο από τα έργα μου προς το αβέβαιο μέλλον τους. Η Θύμνα είπε να κάνει μια δεύτερη προσπάθεια, αν και, κατά τη γνώμη μου, οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε δεύτερη πόρτα. Η δεύτερη κίνηση, σε άλλο εκδοτικό οίκο, μιας και το στυλ είναι εντελώς διαφορετικό, είναι αυτά τα μικροσκοπικά διηγήματα, τα οποία ενώθηκαν χαλαρά με μια κεντρική ιστορία και πήραν τον προσωρινό τίτλο "Κείμενα Σ' Ένα Ξύλινο Κουτί". Αυτά θεωρώ ότι έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας, κυρίως επειδή αγγίζουν το σουρεάλ και το μαγικό ρεαλισμό και φαντάζουν σαφώς πιο ενδιαφέροντα στο ευρύτερο κοινό (και στους αναγνώστες των εκδοτικών...).


Τα 'στειλα λοιπόν, ξεκαθαρίζω και μερικά πράγματα στο γραφείο και σας κουνώ γλυκά χαρωπά το μαντήλι. Σε καμιά εβδομάδα θα είμαι πίσω, για το τελευταίο βιβλίο του προηγουμένου τετραμήνου που θέλω να κουβεντιάσουμε. Ως τότε, να μου είστε καλά και να μου είμαι εγώ καλύτερα.

Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

Αναγν. ημερολόγιο, 2010 - Τα 30 δεύτερα, μέρος Δ: Shadow Harold


Η αναζήτησή μου για νέες «γεύσεις» στο φανταστικό δεν περιορίστηκε στην Αφρο-Καναδέζικη κουλτούρα (ο Imaro του Saunders) ή στην Αυστραλο-Μαλαισιανή (το The Heart of the Mirage της Larke). Αν κάτσω και τα μετρήσω, μάλιστα, θα βρω κι άλλες παράξενες καταγωγές στις αναγνώσεις αυτού του τετραμήνου, όπως το Γαλλικό Cardinal’s Blades (Pevel) ή το Ρώσικο Φύλακες της Νύχτας (Lukyanenko). Κι η επιλογή του επόμενου βιβλίου ήταν μια ακόμη κίνηση προς μια ολόκληρη αγορά άγνωστη στην Ελλάδα.

Πριν μιλήσω για το ίδιο το βιβλίο, το πρώτο της τριλογίας The Chronicles of Siala, με τίτλο Shadow Prowler, θα ήθελα να πούμε πέντε πράγματα για το συγγραφέα και το χώρο στον οποίο κινείται.

Ο Alexey Pehov είναι οδοντίατρος, 32 ετών. Θεωρείται από τους πολυδιαβασμένους και πολυβραβευμένους συγγραφείς στη χώρα του. Έχει γράψει αρκετά βιβλία, κάποια από τα οποία έχουν κερδίσει ρώσικα βραβεία φανταστικού. Αν υπάρχουν ρώσικα βραβεία για το φανταστικό; Χα-χα. Χα.

Κυρίες μου και κύριοι, η αγορά του φανταστικού στη Ρωσία (και όλες τις πρώην Σοβιετίες) είναι τ ε ρ ά σ τ ι α. Τεράστια. Μετά την κατάργηση της λογοκρισίας το 1989, η παραγωγή βιβλίων εκτινάχθηκε σε δυσθεώρητα ύψη. Τα στοιχεία του 2008 (όπως τα δίνει το Frankfurter Buchmesse) είναι εντυπωσιακά: 123.336 τίτλοι εκδόθηκαν μέσα στη χρονιά, εκ των οποίων οι 106.382 είναι νέοι. Αν δει κανείς τη σελίδα της Wikipedia για τον άλλο πρόσφατα αναγνωρισμένο από τη Δύση Ρώσο, τον Sergei Lukyanenko, θα μετρήσει στο παλμαρέ του 12 διαφορετικά βραβεία, που σημαίνει ότι υπάρχουν τουλάχιστον 12 διαφορετικοί φορείς και συνέδρια σχετικά με το φανταστικό που δίνουν τα βραβεία αυτά! Μάλιστα υπολογίζεται ότι η παραγωγή (και κατανάλωση) του φανταστικού στη Ρωσία είναι ίσως μεγαλύτερη από εκείνη που διακινείται σε ολόκληρο τον αγγλόφωνο κόσμο!

Και σιγά-σιγά, όλος αυτός ο απερίγραπτος όγκος λογοτεχνίας έχει αρχίσει να διαρρέει προς τη Δύση. Φαίνεται ότι επιτέλους το αναγεννησιακό slavica non leguntur άρχισε να υποχωρεί, για να μην πω καταρρέει, κάτω από το βάρος της ποιότητας και της ποσότητας. Μια από τις πρώτες πετυχημένες κινήσεις ήταν η μετάφραση του (Πολωνού, αν και οι δυτικοί τείνουν να τους ρίχνουν όλους στον ίδιο κουβά) Andrzej Sapkowski με τον Witcher του κι ακολούθησε ο εξίσου πετυχημένος Lukyanenko με την τριλογία των Φυλάκων της Νύχτας. Αν στην περίπτωση του Sapkowski βοήθησε πολύ το ηλεκτρονικό παιχνίδι και στου Lukyanenko η ταινία, ο Pehov πετάει σόλο. Για να δούμε τι πουλιά θα πιάσει, δεδομένου ότι οι φιλολογικοί κύκλοι της αλλοδαπής θεωρούν πως κρατάει στα χέρια του τη μοίρα του ρωσικού καθαρόαιμου φάντασυ στις αγγλόφωνες αγορές.

Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά και στο καημένο βιβλίο.

Ήρωας του βιβλίου είναι ο Shadow Harold, ένας νεαρός, κατά πώς φαίνεται, master thief στην πρωτεύουσα Avendoom του κράτους που λέγεται Valiostr. Υπάρχει ένα μικρό θέμα σχετικά με την κοσμοπλασία, με την έννοια ότι δεν υπάρχει χάρτης που να κάνει τα πράγματα εύκολα, οπότε πρέπει να κρατάτε τις πληροφορίες στο μυαλό σας για να προσανατολίζεστε. Μπράβο του, λέω εγώ, του Αλεξέι, διότι πολύ έχουμε τεμπελιάσει ως αναγνώστες. Ευκαιρία για λίγη νοητική εξάσκηση.

(Σημειωτέον και παρέμβαση εδώ, το βιβλίο δίνει πάμπολλες λαβές για συζήτηση. Τόσες πολλές, που ώρες και φορές μοιάζει με λεωφορείο. )

Που λέτε, ο Χάρολντ είναι μάστερ κλέφτης, αλλά δεν τα πάει και πολύ καλά με τον αρχηγό του σωματείου των κλεφτών (Guilt of Thieves). Έχει τα δικά του προβλήματα και τις δικές του νόρμες κι όταν τον στριμώχνουν ξέρει να αντιδρά ανάλογα. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου (τουλάχιστον τα 2/3) είναι ένα κλασσικό φάντασυ νουάρ, στο οποίο, ο Χάρολντ καλείται



  1. να κλέψει ένα αγαλματίδιο από το σπίτι ενός στρατηγού,

  2. να βρει τρόπο να μπει στην Forbidden Territory, ένα τμήμα της πόλης του Avendoom το οποίο έχει τειχιστεί και αποκλειστεί μαγικά, λόγω μιας στραβής με κάτι ξόρκια στο παρελθόν,

  3. να μπει μέσα στη Απαγορευμένη Περιοχή και να κλέψει τους χάρτες του Hrad Spein (θα πούμε μετά τι είναι αυτό),

  4. να βρει ένα κειμήλιο των Doralissians, των κατσικάνθρωπων και να τους το επιστρέψει,

  5. να μην αφήσει τον αρχηγό της σέκτας των κλεφτών να τον φάει λάχανο και

  6. το κερασάκι στην τούρτα, να μην επιτρέψει σε ένα δαίμονα να “suck the marrow off his bones”.


Και ταυτόχρονα, να ετοιμάζεται για μια αποστολή, στην οποία τον στέλνει -χωρίς τη θέλησή του- ο βασιλιάς Stalkon, σε ένα μέρος περίπου ένα μήνα απόσταση από τo Avendoom, που λέγεται Hrad Spein. Μια γοητευτική σύλληψη, που θα μπορούσε να είναι ένα πολύ πολύ-πολύ-πολύ επικίνδυνο Khazad-dûm, αν δεν το είχαν φτιάξει οι νάνοι, αλλά κάποιοι που δεν ξέρουμε ποιοι, και αν τα ξωτικά, τα ορκς και οι άνθρωποι είχαν στη διάρκεια των αιώνων βάλει χέρι και χρησιμοποιήσει ως νεκροταφείο των επιφανών τους νεκρών. Εκεί είναι θαμμένος ένας αρχαίος στρατηγός, με το Rainbow Horn στα χέρια, το οποίο Κέρας διατηρεί τη μαγεία του φράγματος που κρατάει τον Nameless One φυλακισμένο στις Desolate Lands. Διότι πάντα υπάρχει ένας Nameless One who is stirring...

Το τελευταίο τρίτο του βιβλίου είναι το ξεκίνημα αυτής της αποστολής, στην οποία περιλαμβάνεται ο Χάρολντ, δέκα Wild Hearts (ένα είδος ακριτών), τρία ξωτικά κι ο γελωτοποιός του βασιλιά, ο Κλι-Κλι (ο οποίος είναι φανερό ότι κάτι κρύβει σχετικά με τις ικανότητές του). Το τέλος του βιβλίου είναι η στιγμή που το quest party ολοκληρώνει το πρώτο μισό της διαδρομής.

Όπως βλέπετε είναι όντως μια γενναία μίξη Tolkien (κλασσικό quest) και Steven Brust (φάντασυ νουάρ, του στυλ του Vlad Taltos). Καθόλου κακό σαν αρχική σκέψη και αρκετά πετυχημένο στην εκτέλεσή του. Λόγω του διακριτικά ρώσικου αρώματος που φέρει είναι πολύ ευχάριστο και καθόλου βαρετό. Ασφαλώς έχω διαβάσει και καλύτερα βιβλία, αλλά αυτό είναι καλύτερο από πολύ περισσότερα. Φυσικά, το ότι στην αρχή ο Χάρολντ περιφέρεται μέσα στο Avendoom, εκτελώντας κάποια αποστολή που θα του δώσει κάτι που θα του επιτρέψει να εκτελέσει την επόμενη αποστολή, θυμίζει λιγάκι παιχνίδι adventure. Αλλά το όλο θέμα τελειώνει καλά κι έτσι μετά από λίγο η όποια ελάχιστη αίσθηση δυσφορίας ξεχνιέται.

Μια από τις ιδιαιτερότητες του βιβλίου που με έβαλε σε σκέψεις είναι η τάση του Πεχόβ να «αποδομεί τις συμβάσεις του φανταστικού» όπως θα έλεγε κι ο φίλος μου ο Π. Μ. Ζερβός. Η ξωθιά (διότι εμφανίζεται και μια τέτοια), η elfess δηλαδή, έχει γκρίζα μαλλιά και χαυλιόδοντες σαν του αγριογούρουνου.


The bewitching charm of the elves. It was invented by the same storyteller who thought up the goblins' thirst for blood. It is only in fairy tales that elves are beautiful, only in fairy tales that they are immortal, only in fairy tales do they have golden hair, green eyes, melodic voices, and a light, floating step. And only in fairy tales are elves wise, truthful, just, and chivalrous. In real life...

In real life anyone who knew no better could take an elf from the forests of Zagraba and I'alyala for an orc. Because the fairy tale beauty of the elves lauded to the heavens by drunken storytellers in the taverns simply doesn't exist.

Well, of course, there are some attractive faces even among this race, but they're certainly no paragon for beauty. Elves look like people, except for their swarthy skin, yellow eyes, black lips, and ash-grey hair. And those protruding fangs put a real scare into the unsophisticated philistine and the lover of old wives' tales.


Τρομερό; Κι απ' ότι φαντάζομαι ο Χάρολντ θα τη νοστιμευτεί τη χαυλιοδοντού μέχρι το τέλος. Πέρα από την πλάκα, το κομμάτι είναι χαρακτηριστικό της μοντέρνας τάσης του φάντασυ που υπηρετεί κι ο Πεχόβ: πάρτε μια πολύ κλισέ ιδέα που την έχουν κάνει όλοι τελατίνι από τη χρήση και αλλάξτε της τα φώτα. Ανατροπή προς χάρην της ανατροπής. Και δεν είναι τόσο κακό όσο ακούγεται. Αντίθετα φέρνει ένα φρέσκο αέρα στο κείμενο και δίνει τη δυνατότητα για πολλές ορθοπεταλιές.

Για όσους αναρωτιούνται αν ο Χάρολντ δείχνει αθωότητα τύπου Φρόντο, αυτό θα πρέπει να το αρνηθώ μετά βδελυγμίας. Δεν υπάρχει ίχνος αθώου χαρακτήρα, ούτε για δείγμα που λένε. Κάποιες σκηνές μάλιστα αγγίζουν (και περνούν θαρραλέα) τα όρια του τρόμου. Έχει πολλά και πολύ σκοτεινά πράγματα στο Βαλιόστρ. Σε θέματα ρεαλισμού, το σέτινγκ είναι καθαρά μεσαιωνικό (αν και αναφέρονται τα κανόνια που έχουν εφεύρει τα γκόμπλινς) κι επιπλέον ρέπει λίγο προς το high fantasy. Αυτό δεν είναι και τόσο κακό αν το σκεφτεί κανείς.

Ωστόσο, αν έχει ελαττώματα το βιβλίο, αυτά έχουν να κάνουν με αυτό το τελευταίο, τη ροπή προς το high fantasy. Από τη μια, η περιγραφή της Αβέντουμ είναι λίγο επιφανειακή, λίιιιγο εξωραϊσμένη. Αλλά από την άλλη, πρόκεται μόνο για ροπή κι όχι για στάση στο λάθος σημείο της παλάντζας. Όταν, ας πούμε, ο Χάρολντ κατεβαίνει από το άλογο την πρώτη μέρα που περνούν στο δρόμο, νιώθει σαν να του έχουν γδάρει τα πισινά από την ολοήμερη καβαλαρία.

Κάτι που επίσης με θύμωσε λιγάκι ήταν το ότι υπάρχουν στιγμές, μία ή δύο φυσικά σε όλο το βιβλίο, που ο Pehov διακρίνεται πίσω από την πλοκή του.

Τι θα πει αυτό; Θα σας περιγράψω τη σκηνή για να σας δώσω πιο παραστατικά την εικόνα του λάθους. Ο Χάρολντ πηγαίνει σε μια βιβλιοθήκη. Ζητάει από το βιβλιοθηκάριο ένα πολύ σπάνιο βιβλίο, κατ’ εντολή του βασιλιά. Ο βιβλιοθηκάριος τον πηγαίνει στο υπόγειο, σε μια μυστική πτέρυγα ασφαλείας. Εκεί, του δείχνει (ωωωω) ότι τα γκόμπλιν έχουν εγκαταστήσει σφαίρες που καίνε μόνες τους και δίνουν φως με το πάτημα ενός κουμπιού (ξανα-ωωωω, που βάζει τον ηλεκτρισμό μέσα). Έπειτα τον αφήνει εκεί, μέσα (!) από την είσοδο της πτέρυγας, και στρίβει στη γωνία να φέρει το βιβλίο. ΜΟΝΟ ΤΟΥ. Unsupervised. Ο Χάρολντ μπανίζει ένα πολύ ζουμπουρλούδικο πάπυρο σε ένα κοντινό ράφι που απ’ έξω γράφει «ΠΡΟΣΟΧΗ να μην ανοιχτεί αν δεν είναι μάγος μπροστά» και… τον βουτάει. Κι όταν γυρίζει ο βιβλιοθηκάριος τι του λέει; «Α, δε θα κάτσουμε εδώ να το διαβάσεις, απαγορεύεται. Πάμε πάνω.»

Είμαι κακιά ή καχύποπτη; Όλη αυτή η σκηνή γράφτηκε για δύο λόγους: πρώτον για να δούμε τους γλόμπους τους ηλεκτρικούς (ξαναματα-ωωωω) και δεύτερον για να βουτήξει ο Χάρολντ τον πάπυρο (που δις επισημαίνω ότι γράφει με μεγάλα γράμματα απ’ έξω «ΠΡΟΣΟΧΗ να μην ανοιχτεί αν δεν είναι μάγος μπροστά». Και καλά, δεν μαντεύω τι θα γίνει παρακάτω). Αυτό είναι το φάουλ της υπόθεσης, εκείνο που κάνει τον Πεχόβ να εμφανίζεται μέσα στο βιβλίο, τη σιλουέτα του να διαγράφεται πίσω από τις λέξεις και να με ενοχλεί.

Τι θες, κύριος; Διαβάζω τώρα, άσε με. Είναι αυτό που έγραψα την προηγούμενη εβδομάδα, ότι η μεγαλύτερη επιτυχία ενός συγγραφέα είναι να μας κάνει να ξεχάσουμε την ύπαρξή του. Κι αυτό δε μπορεί να γίνει αν η πλοκή ακολουθεί τις επιθυμίες του συγγραφέα. Μπορεί να γίνει μόνο αν ο συγγραφέας ακολουθεί τις επιθυμίες της πλοκής του. Ή αν είναι τόσο μάγκας, που να πείσει την πλοκή του ότι αυτό επιθυμεί κι η ίδια.

ΥΓ.: Στο αγγλικό σάιτ του Πεχόβ, αναφέρεται ως international publisher for Greece, ο Λιβάνης! Λέτε να το δούμε στα ελληνικά κι αν ναι, πότε κι αν σύντομα, θα το δούμε άραγε ολόκληρο, και τους τρεις τόμους;

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Αναγνωστικό ημερολόγιο, 2010 - Τα 30 δεύτερα, μέρος Γ: Λιγεία


Είναι λίγος καιρός που νιώθω την ανάγκη να διαβάζω καινούργια πράγματα, να δοκιμάζω καινούργιους συγγραφείς. Έχω καταντήσει σαν τη μελισσούλα, ζουμ-ζουμ στο ένα λουλουδάκι, ζουμ-ζουμ στο άλλο, διαβάζω από κάθε ν-λογία που έχω έστω το πρώτο βιβλίο, να πάρω έναν μεζέ. Αυτό ως τώρα με έχει προστατέψει από πολλές ατυχείς επιλογές. Όπως ας πούμε τον Πρώτο Κανόνα του Μάγου του Terry Goodkind, τον πρώτο τόμο του πρώτου βιβλίου της πολυλογίας The Sword of Truth, που μου έδειξε ότι τα υπόλοιπα βιβλία θα πρέπει να τα διαβάσω όταν δε θα έχω τίποτε καλύτερο να κάνω. Ή το Stormcaller, το πρώτο βιβλίο της πολυλογίας The Twilight Reign, του Tom Lloyd, που είναι λίγο βαρετό και ξέρω ότι πρέπει να πιάσω το δεύτερο όταν θα είμαι χαλαρή και θα έχω υπομονή να τελειώσει -είναι κάπως υποτονικό σε ρυθμό.

Όπως και να ‘χει η ουσία είναι μία: Μετά το Έπος των Ντρενάι, του David Gemmell (που δεν είχα ξαναδιαβάσει), τον Ιμάρο, που επίσης πρωτογνωριστήκαμε πολύ πρόσφατα και άλλον έναν κύριο, τον Shadow Harold, για τον οποίο θα μιλήσουμε στην επόμενη ανάρτηση, ένιωσα την ανάγκη να διαβάσω έναν ακόμη άγνωστο σε μένα συγγραφέα. Και διάλεξα τη Glenda Larke, γνωστή και ως Glenda Norramly, Αυστραλέζα που κατοικεί μόνιμα στη Μαλαισία, εργαζόμενη ως περιβαλλοντολόγος και που έχει φτάσει αρκετές φορές ως φιναλίστ στα Aurealis Awards, κάτι αντίστοιχο των Nebula στην Αυστραλία (τουλάχιστον απ’ όσο κατάλαβα).

Από τις δύο τριλογίες (The Isles of Glory, The Mirage Makers) που έχει μέχρι στιγμή γράψει, και την τρίτη (The WaterGiver) της οποίας το δεύτερο βιβλίο αναμένεται μέσα στο 2010, κατάφερα να πιάσω στα χέρια μου το Heart of the Mirage, το πρώτο βιβλίο των The Mirage Makers. Κι η πρώτη εντύπωση στην ανάγνωσή του ήταν αρκετά θετική.

Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη Ligea, υιοθετημένη κόρη του στρατηγού Gayed. Είναι μέλος μιας Αδελφότητας, κατασκοπευτικού τύπου, που υπάγεται στον Exaltarch Bator Korbus, High Lord του κράτους της Tyr. Η Ligea δεν είναι Tyrranian, αλλά από το Kardiastan, μια γειτονική χώρα που υποδουλώθηκε από τους Tyrranians. Είναι ένα ορφανό που ο στρατηγός λυπήθηκε και περιμάζεψε μέσα στον πόλεμο. Ζει και συμπεριφέρεται ως Tyrranian, κι είναι τόσο πιστή στον Exaltarch που εκείνος μαζί με τον επικεφαλής της Αδελφότητας τη στέλνουν στο Kardiastan για να καταπνίξει μια εκκολαπτόμενη επανάσταση και ει δυνατόν, να σκοτώσει τον υποκινητή της, τον Mir Ager.

Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα, γιατί οι ευγενείς Kardi έχουν ιδιαίτερες δυνάμεις που τις παίρνουν από ένα μέρος που λέγεται The Mirage. Κι όχι μόνο αυτό αλλά ανακαλύπτει πράγματα για τον εαυτό της που καθόλου μα καθόλου δεν της αρέσουν και που τη βάζουν στο κέντρο μια καταιγίδας από προδοσίες.

Ακούγεται πολύ μελοδραματικό, αλλά ευτυχώς η Λαρκ δεν το χειρίζεται έτσι. Αντίθετα δείχνει έναν πολύ σκληρό άνθρωπο, που σιγά-σιγά αντιλαμβάνεται ότι όλα όσα τον έκαναν έστω λίγο ανθρώπινο ήταν ψεύδη υποκινημένα από την εκδίκηση. Οι χαρακτήρες της, ακόμη κι οι περιφερειακοί της κεντρικής ιστορίας, είναι αρκετά δυνατοί, ωραία σκιαγραφημένοι και κάθε λέξη, πολλές φορές μπορεί να σου πει πολύ περισσότερα πράγματα από αυτά που νομίζεις ότι σου λέει. Οι περιγραφές είναι εξαιρετικές, ειδικά εκεί όπου η Ligea βλέπει για πρώτη φορά τo Mirage και τα Shiver Barrens που το προστατεύουν από τους ανεπιθύμητους.
Κι επιπλέον είναι πολύ ενδιαφέρον ότι στο τέλος δεν ξέρεις αν την έχεις συμπαθήσει την πρωταγωνίστριά σου ή όχι. Μένουν πράγματα σκοτεινά στο χαρακτήρα της, που την κάνουν αντιπαθή, και γι’ αυτό πολύ πραγματική.

Το πραγματικά μαγικό της υπόθεσης όμως είναι ότι η Tyr μοιάζει με μια φανταστική Ρώμη, με όλα τα συν και τα πλην της. Η Ligea είναι μια πολιτισμένη, ραφιναρισμένη κοπέλα, με ελεύθερη ερωτική ζωή, προσωπικούς δούλους και ενδιαφέροντα που περιλαμβάνουν ποίηση, γλυπτική, ρητορική, φιλοσοφία (τουλάχιστον αυτό αφήνεται να φανεί στις πρώτες σελίδες). Η επιστροφή της στο Kardiastan από το οποίο είχε φύγει τριών ετών και δε θυμάται τίποτε, είναι σοκαριστική: θεωρώ ότι η κατάληξη -σταν δε χρησιμοποιείται τυχαία από τη συγγραφέα. Έρημος, πλινθόκτιστα σπίτια, σκούρα χρώματα στους ανθρώπους και μια μυστικοπάθεια, ένας τελείως διαφορετικός κώδικας τιμής και επικοινωνίας που στην πορεία αποδεικνύεται όχι καλύτερος αλλά σίγουρα πολύ διαφορετικός.

Η ακόμη μεγαλύτερη μαγεία του βιβλίου είναι στο ότι η συγγραφέας πολλές φορές εστιάζει στη λεπτομέρεια, μια λεπτομέρεια που όμως δεν τη βροντοφωνάζει. Όταν η Λιγεία είναι στην Τυρ μπαίνει μόνο μια φορά μέσα στο σπίτι κι εν μέσω των σκέψεών της που είναι πολύ έντονες και αφορούν την αποστολή της, τη δείχνει να βγάζει τα παπούτσια της στην είσοδο, να πλένει τα πόδια της και μετά να περπατάει ξυπόλητη μέσα στο σπίτι. Η Λαρκ επιλέγει να μην πει κουβέντα σχετικά με το θέμα, να μην δείξει ακριβώς πόσο σημαντικό είναι αυτό για την κοινωνία των Tyrranians, αλλά να το αντιμετωπίσει σα μια ρουτίνα της πολιτισμένης ζωής. Το προσπερνάς κι εσύ μαζί της, θεωρώντας το κάτι πολύ συνηθισμένο για να του δώσεις σημασία.

Κι όμως όταν αργότερα η πλοκή μεταφέρεται στο Καρδιαστάν (συγχωρήστε μου το λογοπαίγνιο στη μετάφραση, αλλά πιστεύω ότι η ίδια η Λαρκ θα γελούσε με την σύμπτωση αυτή), το πρώτο από τα πάμπολλα πολιτισμικά σοκ που παθαίνει η Λιγεία -και μαζί της κι εσύ, ω αναγνώστα- είναι ότι κανείς δε βγάζει τα παπούτσια του πριν μπει στο σπίτι! Δηλαδή, φέρνουν μέσα στο σπίτι τη βρωμιά του δρόμου; αναρωτιέται η κοπέλα κι η δούλα της που είναι κι αυτή Kardi κουνάει το κεφάλι της περιφρονητικά.

Θέλω να πω, ότι εδώ σαφώς η Λαρκ παραδίδει μαθήματα κοσμοπλασίας, συνέπειας και αληθοφάνειας, μαθήματα που όλοι ανεξαιρέτως οι συγγραφείς θα μπορούσαν να επωφεληθούν από αυτά, είτε γράφουν φανταστικό είτε όχι. Μπορεί το suspension of disbelief που απαιτείται για να μπεις στο πετσί ενός Kardi να είναι μεγαλύτερο απ’ ότι, ας πούμε, για να μπεις στο πετσί του Τζέημς Μποντ ή ακόμα-ακόμα και του Πατούχα, όμως η ικανότητα του συγγραφέα να πείθει γι’ αυτό που ισχυρίζεται είναι εκείνη που ξεχωρίζει τη Λογοτεχνία από τη λογοτεχνία.

Φυσικά, το βιβλίο έχει και τις αδυναμίες του. Πλατειάζει εκεί που δεν πρέπει. Άλλες φορές σου κρατάει κρυφά, πράγματα που είναι οφθαλμοφανή. Για να φτάσει η Λιγεία στο Kardiastan περνάνε οι 100-150 από τις 400 περίπου σελίδες του βιβλίου. Ωστόσο θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο. Αν όχι για τίποτε άλλο, τότε για το ότι σου δίνει τη δυνατότητα να διαβάσεις κάτι κάπως διαφορετικό από το συνηθισμένο, να δεις σε χρήση την τεχνική που θα σε βοηθήσει να γράψεις ένα πολύ καλό βιβλίο αργότερα και ταυτόχρονα να μπεις στο μυαλό κάποιου που δεν είναι ο κλασσικός Άγγλος ή Αμερικανός διάσημος συγγραφέας του φανταστικού.

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Αναγνωστικό ημερολόγιο, 2010 - Τα 30 δεύτερα, μέρος Β: Ιμάρο


Εκτός από τα βιβλία της προηγούμενης ανάρτησης, μέσα στους τελευταίους μήνες διάβασα και τέσσερα ακόμα. Φυσικά από κάθε βιβλίο που διαβάζω, ακόμη κι από αυτά που δε μου αρέσουν τελικά, κάτι κερδίζω, κάποιες σκέψεις κάνω. Όμως αυτά τα τέσσερα, κυρίως επειδή αντιπροσωπεύουν κάποια «ρεύματα» μέσα στο φανταστικό, με έβαλαν σε περισσότερες σκέψεις. Και γι’ αυτό θέλω να τα κουβεντιάσουμε λίγο πιο αναλυτικά.

Πρώτος, κυρίως λόγω του ότι το διάβασα πιο πρόσφατα, έρχεται ο Ιμάρο. Μια μικρή γνωριμία μαζί του πιστεύω ότι επιβάλλεται, μιας και αντίθετα με τον εμπνευστή του, τον Κόναν, ο Ιμάρο δεν είναι και τόσο γνωστή φιγούρα στο χώρο του φανταστικού.

Ο Ιμάρο (Imaro) είναι γέννημα της φαντασίας του Charles R. Saunders, ενός Καναδού, αφρικανικής καταγωγής, που γεννήθηκε το 1946. Ο Σώντερς μεγάλωσε με τις ιστορίες του Ρόμπερτ Χάουαρντ και των υπόλοιπων μεγάλων της ηρωικής φαντασίας. Ο καημός του όμως ήταν μάλλον κατανοητός: όλοι οι αγαπημένοι του ήρωες ήταν λευκοί, συνήθως κέλτες και ακολουθούσαν τα ηθικά και ανήθικα πρότυπα των βόρειων λαών. Εκείνος λαχταρούσε να διαβάσει κάτι με το οποίο θα μπορούσε ευκολότερα να ταυτιστεί, κάτι που να του θυμίζει τη δική του φυλή και να εκπορεύεται από τα δικά της πρότυπα, από τα δικά της έθιμα και τις δικές της αντιλήψεις για τον κόσμο.

Κι εφόσον δε μπορούσε να βρει μια τέτοια ιστορία, ο Τσαρλς Σώντερς αποφάσισε να τη γράψει ο ίδιος. Παιδί αυτής της προσπάθειας ήταν ο Ιμάρο.

Ο Ιμάρο είναι γιος της Κατίσα, μια γυναίκας της φυλής των Ιλιασάι, που το έσκασε από το χωριό της για να μην αναγκαστεί να υποκύψει στις ορέξεις του μάγου της φυλής. Επιστρέφοντας μετά από πέντε χρόνια, η Κατίσα φέρνει ένα νόθο παιδί (πράγμα που οι Ιλιασάι βδελύττονται όσο τίποτε στον κόσμο, ένα παιδί που έχει μόνο τον ένα γονιό Ιλιασάι) ξεμπροστιάζει το μάγο αποδεικνύοντας ότι χρησιμοποιεί μαύρη μαγεία και ζητάει ως αντάλλαγμα από τους άντρες της φυλής να μεγαλώσουν το γιο της σαν πραγματικό πολεμιστή. Εκείνη εξορίζεται ξανά.

Η ζωή του Ιμάρο δεν είναι ρόδινη. Είναι το παιδί-χωρίς-πατέρα, με ό,τι αυτό μπορεί να κουβαλάει μαζί του. Ολόκληρη η φυλή είναι εχθρική απέναντί του, κάποιοι συνωμοτούν εναντίον του, αλλά η εκπαίδευσή του ως πολεμιστή τον έχει κάνει σκληρότερο απ’ όλους τους. Όταν κάποιο παλιόπαιδο τον κάνει να χάσει το βόδι που του έχουν δώσει να προσέχει, οι περιπέτειές του αρχίζουν με τους πιο άγριους οιωνούς.

Δε σας αφηγηθώ την ιστορία εδώ, που είναι γραμμένη σε νουβέλες, χωρισμένες σε μικρά συνεχόμενα διηγήματα. Η συνέχεια είναι συναρπαστική κι είναι καλύτερο να τη διαβάσετε, όσοι το αποφασίσετε, χωρίς καμία υποψία σχετικά με την πλοκή της.

Η μοναδικότητα του Ιμάρο έχει πολλά και ενδιαφέροντα επίπεδα. Ένα από αυτά, το οποίο αγγίζει τα όρια της φρίκης, είναι ότι η πρώτη έκδοση, του 1981 από την Daw Books, περιείχε μια ιστορία με τίτλο "The Slaves of the Giant-Kings". Εκεί ο Σώντερς περιέγραφε ότι στα ταξίδια του ο Ιμάρο συναντά μια φυλή, τους Καχούτου, οι οποίοι καταπιέζονται από μια άλλη φυλή, τους Μγουαμπουτούσι, για να δουλεύουν στα ορυχεία. Ο Ιμάρο συντρέχει τους καταπιεσμένους και τους οδηγεί σε επανάσταση, όπου και πραγματοποιείται μέσω σφαγής. Η χώρα όπου συμβαίνουν αυτά; Η Ruanda (κι όχι η Rwanda, όπως είναι η σωστή γραφή στα αγγλικά).

Σας θυμίζει κάτι αυτό; Το ίδιο και του Σώντερς. Η φρίκη του να βλέπεις ένα αποκύημα της φαντασίας σου να γίνεται πραγματικότητα πρέπει να ήταν τρομερή. Προσωπικά δεν ξέρω καν αν θα διατηρούσα τα λογικά μου βλέποντας κάτι τέτοιο. Όταν λοιπόν μια μέρα του καλοκαιριού του 2003, ο Σώντερς δέχτηκε ένα e-mail από έναν θαυμαστή του, που τον παρακαλούσε για νέες ιστορίες με τον Ιμάρο, στην αρχή αρνήθηκε σθεναρά την πιθανότητα να γραφτούν κι ύστερα, όταν άρχισε σιγά-σιγά να πείθεται για τη δυνατότητα αυτή, αποφάσισε να τον ξαναπιάσει. Δική μου εκτίμηση, πιθανόν και για να ξορκίσει το κακό που το "The Slaves of the Giant-Kings" ονομάτισε πριν συμβεί. Εγώ τουλάχιστον αυτό θα έκανα.

Έτσι, αντί για μια απλή επανέκδοση, ο Ιμάρο έγινε Revisited, δηλαδή όχι μια απλή επιμέλεια, αλλά και αρκετές αλλαγές σχετικά με το τι περιέχει κάθε διήγημα. Το επίμαχο διήγημα αντικαταστάθηκε με το λιγότερα εύκολο να βγει αληθινό «The Afua», κι από ‘κει και τα υπόλοιπα διηγήματα τροποποιήθηκαν για να ακολουθούν αυτήν την αλλαγή. Το όλο εγχείρημα εκδόθηκε το 2006, από τον μικρό εκδοτικό οίκο Night Shade Books, με τίτλο «Imaro», και ακολούθησε το 2007 η δεύτερη νουβέλα-συλλογή διηγημάτων, το «Imaro 2: The Quest for Cush». Η διασκευή της τρίτης νουβέλας, το «Imaro 3: The Trail of Bohu», δεν κατάφερε να δει το φως της δημοσιότητας ακόμη, έτσι όποιος το βρει, πρέπει να ξέρει ότι πρόκειται για την πρώτη γραφή, που εκπορεύεται από το "The Slaves of the Giant-Kings". Υπάρχει ακόμη ένα κείμενο που βγήκε μέσω Lulu, το «The Naama Wars» που μπορεί να χαρακτηριστεί ως Ιμάρο 4, αλλά δεν έχω περισσότερες πληροφορίες σχετικά.

Ο Ιμάρο είναι τελικά όπως ακριβώς τον περίμενα. Δεν είναι ο Κόναν με μαλλί άφρο ή ο μαύρος Ταρζάν, αλλά ένας αντίστοιχος του Κόναν ήρωας, που ωστόσο είναι καθαρά Αφρικανός. Ούτε μία από τις εμπνεύσεις και εφευρέσεις της κοσμοπλασίας του Σώντερς δεν βγαίνει από το κεντρικό στυλ, δε γλιστράει προς το κέλτικο και το δυτικό. Οι Ιλιασάι είναι σκληροί κι έχουν τις δικές τους προτεραιότητες, τη δική τους ηθική. Όταν ο Ιμάρο το σκάει και αρχίζει να γνωρίζει και τον υπόλοιπο κόσμο, οι φυλές που συναντάει είναι όλο και πιο διαφορετικές, κι όμως καθαρά-ξεκάθαρα αφρικανικές. Η μαγεία έχει το φρικιαστικό μέγεθος που της δίνουν οι Αφρικανοί, με μικρές υποψίες κθουλιανού ύφους. Ερείπια και λίμνες γεμάτες σκοτεινά νερά, μάγοι που πουλούν την ψυχή τους για χάρη της δύναμης, παράξενα πλάσματα και δαιμόνια.

Ο ίδιος ο ήρωας δεν υστερεί σε τίποτε από τον Κόναν και θα αφήσει ικανοποιημένους όλους τους λάτρεις της σκληροπυρηνικής ηρωικής φαντασίας. Ο μοναχικός, τρομερός πολεμιστής -χωρίς ποτέ ο συγγραφέας να ξεχνάει τη μοναξιά του ήρωά του, τις τύψεις του ή τις ενοχές του, αλλά και χωρίς να τον κάνει μελόδραμα για δεσποινίδες. Με ικανότητες και αδυναμίες. Οι περιφερειακοί χαρακτήρες είναι ξεκάθαροι και παρά που συνήθως είναι ζωγραφισμένοι σε άσπρο-μαύρο, δε μοιάζουν με καρικατούρες. Οι σκηνές μάχης είναι εξαιρετικές και τα θηρία πάνε κι έρχονται.

Η αφήγηση του Σώντερς είναι δυνατή, μεστή κι οι φιοριτούρες της δε με ενόχλησαν καθόλου. Αντίθετα επειδή ο όλος χαρακτήρας του βιβλίου είναι αρκετά σκληρός -θα πω και παρακάτω σχετικά- τον ζητάς πού και πού λίγο λυρισμό, μια πιο γλαφυρή περιγραφή, ένα πιο ευαίσθητο κομμάτι. Για τους διαλόγους δεν είμαι ιδιαίτερα σίγουρη ότι είναι πειστικοί, πάντως κάνουν τη δουλειά τους.

Το κακό του βιβλίου -που δεν ξέρω κιόλας αν είναι ακριβώς κακό ή απλώς εμένα με δυσκόλεψε- ήταν η σκληρότητά του. Γενικά ο Κόναν είναι ένας βάρβαρος που πολεμάει όχι για την τιμή του, αλλά γιατί έτσι του την βίδωσε. Ο Κόναν θα χωθεί μέσα σε ένα επικίνδυνο δάσος, γιατί δε θέλει να κάνει τον κύκλο, βρε αδελφέ. Κάνει ό,τι τον προστάξει η καρδιά του. Και τις περισσότερες φορές το διασκεδάζει κιόλας. Αντίθετα ο Ιμάρο κι ο κάθε ένας που εμφανίζεται στην πρώτη νουβέλα, ό,τι κάνει το κάνει απλά και μόνο για να επιβιώσει. Η σκληρότητα της σαβάνας είναι τόσο έντονη στο πρώτο μέρος που πραγματικά σκεφτόμουν να το παρατήσω (έχω και τα προβλήματά μου, δεν είμαι να με ζορίζουν και τα βιβλία μου...). Το ότι συνέχισα να το διαβάζω, έστω και αργά, οφειλόταν κυρίως τόσο στο ότι η ιστορία είναι πολύ ενδιαφέρουσα, όσο και στο ότι οι συμβάσεις που χρησιμοποιεί ο Σώντερς μού ήταν πολύ οικείες και γι' αυτό κι εύκολες στο διάβασμα. Δεν ξέρω αν είναι ένα βιβλίο για γερά στομάχια, πάντως εγώ ένιωσα πραγματικά στο πετσί του χαρακτήρα του κι αυτό δε με έκανε να νιώσω καλά.

Επιβίωση. Άραγε είναι ειρωνικό, που ίσως ο νέος Ιμάρο δεν θα καταφέρει τελικά να δει και το τρίτο του μέρος τυπωμένο; Μήπως η φλόγα του αγώνα για επιβίωση έσβησε τελικά, όπως ο Σώντερς φοβόταν ότι θα γίνει, όταν πήρε εκείνο το e-mail το 2003;

Συγνώμη, αλλά προσωπικά δεν το πιστεύω. Όχι μόνο γιατί ο Ιμάρο είναι τρομερός αγωνιστής -κι ο συγγραφέας του το ίδιο, όπως μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει διαβάζοντας τη βιογραφία του- αλλά κυρίως γιατί έστω κι έτσι, έστω στη νέα του μορφή, κατάφερε να πείσει έναν ακόμη αναγνώστη που δεν είχε καν ακουστά τον Ιμάρο (εμένα δηλαδή) ότι αξίζει τον κόπο να διαβάσω παρακάτω, ότι αξίζει τον κόπο να προσπαθήσω, να τρέξω, να ψάξω για να βρω τη συνέχεια. Είναι μάλλον απίθανο να διαβαστεί ποτέ αυτό το κείμενο από τον Σώντερς, ειδικά εφόσον είναι γραμμένο στα ελληνικά, όμως αν αυτό παρ’ ελπίδα συμβεί, τότε θα ήθελα να του στείλω τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς και να τον διαβεβαιώσω ότι ο Ιμάρο, revisited ή όχι, δε θα θελήσει ποτέ να το βάλει κάτω, πριν δικαιωθεί και βρει επιτέλους τη θέση του στον κόσμο του και τις καρδιές μας.

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Αναγνωστικό ημερολόγιο, 2010 - τα 30 δεύτερα (μέρος πρώτο)

Τελικά πρέπει να το πάρω απόφαση ότι αυτοί είναι οι ρυθμοί μου. Ότι δηλαδή το σύνηθες νούμερο βιβλίων που μπορώ να διαβάσω σε ένα χρόνο θα γυρίζει γύρω από το νούμερο 80 κι ίσως και κάποιες φορές ν’ αγγίζει και το 90 ή το 100. Μη με παίρνετε με τις ντομάτες, είναι καλό ένας άνθρωπος να έχει αυτογνωσία, έτσι δεν είναι;

Μέσα στη δεύτερη τριακοντάδα βιβλίων υπήρξαν και κάποια που θα ήθελα να γράψω μερικά περισσότερα πράγματα από μερικές αράδες, όπως κάνω συνήθως. Οπότε θα φυλάξω μια ανάρτηση, πιθανόν για το τέλος της εβδομάδας, στην οποία θα μιλήσω γι’ αυτά τα τρία ή τέσσερα βιβλία. Προς το παρόν, λίγα σχόλια για υπόλοιπα.

METALικές Ιστορίες Φαντασίας και Τρόμου. Οι ιστορίες της συλλογής αυτής με ελληνικό φανταστικό γράφτηκαν για το διαγωνισμό του περιοδικού Metal Invader, που έγινε το 1996. Τίθεται μάλιστα και θέμα μιας κάποιας συγκίνησης, μιας και για λίγες μόλις μέρες δεν έλαβα μέρος κι εγώ τότε... Είναι ένα αρκετά καλό δείγμα (με την έννοια του δείγματος της δειγματοληψίας) του ελληνικού φανταστικού της νέας εποχής, περίπου στο τέλος των πέτρινων χρόνων. Δεν ήταν πολύ κακό, ούτε και πολύ καλό, αλλά ήταν αρκετά ελπιδοφόρο κι άφηνε υποσχέσεις για κινήσεις στο χώρο.

Τέχνασμα Δεμένο Με Άλλο Τέχνασμα, Το Βασίλειο της Αράχνης, βιβλίο 3, Γιάννης Πλιώτας. Επιτέλους βρήκα χρόνο και κατάλληλη όρεξη (γιατί αν δεν έχεις κατάλληλη όρεξη κάνεις κι αδικίες) και διάβασα το Τέχνασμα. Για την ιστορία, και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, το τρίτο αυτό βιβλίο της τετραλογίας του Βασιλείου της Αράχνης δεν το διάβασα τυπωμένο, ως όφειλε, ούτε το έβαλα στο τέλος στη βιβλιοθήκη μου, δίπλα στα δύο μεγαλύτερα αδελφάκια του, που εκδόθηκαν από τις εκδόσεις Λιβάνη πέρσι. Το διάβασα ως e-book από την οθόνη του υπολογιστή μου. Κι αυτό εγείρει ένα σωρό ερωτήματα και συζητήσεις σχετικά με την επιλογή αυτή του εκδότη, να "ρίξει" το τρίτο βιβλίο κατ' αυτόν τον τρόπο. Στα του κειμένου τώρα, είναι πιο γρήγορο και με περισσότερη δράση ακόμη ίσως κι από το πρώτο. Θα σταθώ αρκετά στο ότι πολλά πράγματα μας αποκαλύπτονται, μπαμ-μπαμ-μπαμ, με ριπή πολυβόλου, και πριν συνέλθω από τη μια αποκάλυψη έρχεται η επόμενη. Είναι πολύ «πυκνό» βιβλίο για μένα, δεν προλαβαίνω να πάρω ανάσα, να χάσω ούτε μια λεξούλα, γιατί αλλιώς την πάτησα. Αλλά το καταφχαριστήθηκα. Και τώρα τρίβω τα χέρια μου να δω τι πρόκειται να κάνει ο φίλος Γιάννης στο τέταρτο, πώς θα τα κλείσει όλα αυτά τα subplots που έχει ανοίξει, επιλέγοντας συνειδητά να μην αναρωτηθώ από τώρα αν θα χρειαστεί να το διαβάσω κι αυτό από την οθόνη του υπολογιστή.

Εύα, η Αγαπημένη των Βρικολάκων, Γιάννης Σολδάτος. Ομολογώ ότι εξεπλάγην ευχάριστα. Δεν είναι καθαρό φανταστικό, παίζει αρκετά με το μαγικό ρεαλισμό, αλλά έχει χιούμορ, σπίρτο και μπορεί κανείς να το παρομοιάσει με τα πονήματα του Λένου Χρηστίδη ή του Νίκου Κουνένη. Η Βαγγελιώ, μια παντρεμένη σε παραμεθόριο χωριό έχει ένα πρόβλημα: ο άντρας της ο Σπύρος, έχοντας πατήσει μια νάρκη στο κυνήγι κι όντας κατά τα εφτά δέκατα του σώματός του άθαφτος, έρχεται πίσω να της κάνει τη ζωή δύσκολη. Κατά τα φαινόμενα το ίδιο θα γίνει και με τον Αποστόλη, το δεύτερο άντρα της, που θα την κάνει σταρ της τηλεόρασης, όπως και με το στρατηγό κι εθνοσωτήρα Νώντα Λεβάντε, που πεθαίνοντας θα την μεταμορφώσει από Βαγγελιώ σε Εύα-Εβίτα και θα της χαράξει καινούργια πορεία... Όπου το πετύχετε πάρτε το, αξίζει τον κόπο.

Η Καταστροφή, Μάκης Πανώριος. Διηγήματα που πλησιάζουν περισσότερο το μαγικό ρεαλισμό και ελάχιστα την εφ. Δεν ήταν άσχημα, αλλά σίγουρα ήταν κουραστικά στην ανάγνωσή τους.

Μακάο, Λίλα Κονομάρα. Πρόκειται για δύο διηγήματα, το ομώνυμο και το «Πεσσών Διάταξις», στα οποία οι προσωπικές ανησυχίες και ανασφάλειες του κάθε ήρωα, ο απολογισμός της ζωής τους, γίνεται εξ αιτίας ενός φανταστικού γεγονότος: στο «Πεσσών Διάταξις», ο γηραιός στρατηγός διαβάζει ένα παλιό κινέζικο βιβλίο σχετικά με το σκάκι και σε κάθε του κεφάλαιο μεταφέρεται μυστηριωδώς σε ένα σημείο καμπής της ζωής του, ενώ στο «Μακάο», δυο φίλοι που ναυαγούν περισυλλέγονται από ένα πλοίο που πηγαίνει στο Μακάο, αλλά το οποίο "βρίσκεται" μόνιμα στις 30 Ιουνίου του 1930 και κάθε βράδυ βυθίζεται. Γενικά το θέμα αγγίζει πολύ διακριτικά αλλά και εμφανώς το φανταστικό, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στην ψυχολογία των ηρώων.
Αν τα καταφέρνει; Χμ. Μένω με την εντύπωση ότι κάτι λείπει από το βιβλίο. Και η μία ιστορία και η άλλη λένε αυτά που θέλει η συγγραφέας τους να πουν κι όχι αυτά που θα 'ταν φυσικά σε κάθε σημείο της ιστορίας. Ακούγεται οξύμωρο, αλλά στην ουσία δεν είναι. Γιατί για μένα, η μεγαλύτερη επιτυχία ενός συγγραφέα είναι να κάνει τους αναγνώστες του να ξεχάσουν την ύπαρξη του. Να μπουν μέσα στην ιστορία και να τη ζουν χωρίς να συνειδητοποιούν ότι την ακούν από τα χείλη του. Κοντολογίς λείπει ένα σημαντικό μέρος της αληθοφάνειας, αυτού που θα έκανε τις ιστορίες πιο συμπαγείς και πιστευτές. Η γλώσσα είναι σταθερά άνω του μετρίου και υπηρετεί αρκετά σωστά το κείμενο, οι διάλογοι τείνουν να είναι κάπως πιο μακροσκελείς απ' ότι θα 'πρεπε, αλλά είναι αρκετά ζωντανοί και γλαφυροί και η πλοκή δεν είναι πολύ γρήγορη, αλλά ούτε και σέρνεται. Θα ήταν καλό ως πρώτη προσπάθεια στο φανταστικό ενός συγγραφέα που δεν το κατέχει. Θα ψάξω κι άλλα βιβλία της, για να δω αν έχω δίκιο.

Ίδας ο Μέγας, οι τελευταίες μέρες της μυθικής Ατλαντίδας, Μιχαήλ Κοκκινάρης. Παράξενο βιβλίο, καθαρό φάντασυ, με όλα του τα σεπρεπά, αλλά με το ελάττωμα να είναι γραμμένο ως πολιτικοστρατιωτική ανάλυση. Λίγες οι σκηνές με διάλογο και πλοκή ή ανάπτυξη χαρακτήρων. Όλο το βάρος ήταν στο πώς και το γιατί των πολεμικών συρράξεων και των πολιτικών κινήσεων.
Αν και έχει την αξία του, μου ήταν δύσκολο να το τελειώσω. Αρχικά ο συγγραφέας επιδεικνύει το σύνδρομο του mainstream λογοτέχνη: για να τολμήσει να γράψει κάτι φανταστικό, πρέπει πρώτα να το δέσει με το σήμερα και την πραγματικότητα με τον τρόπο της πεπατημένης (λίθινες πλάκες με γραμμένη την ιστορία από έναν αυτόπτη μάρτυρα, που επέζησαν στην κατοχή μιας οικογένειας). Επιπλέον ο Κοκκινάρης έχει το (κακό για μένα) συνήθειο να αλλάζει παράγραφο μετά από κάθε τελεία που βάζει και το βιβλίο μοιάζει να διαρκεί όχι 460 σελίδες, αλλά τουλάχιστον χίλιες.
Τα καλά νέα είναι ότι πίσω από τα όποια τεχνικά προβλήματα, η ίδια η ιστορία, η ιδέα και η επιλογή της πλοκής είναι καταπληκτική. Έχει όλες τις συμβάσεις του φάντασυ, και μάλιστα του επικού, με γιγαντιαία μεγέθη να μπλέκονται, με ονόματα άκρως αναγνωρίσιμα, με μια εξαιρετική εξήγηση για το χτίσιμο των πυραμίδων και την καταγωγή των Φοινίκων, με εκμετάλλευση όλων των δυνατοτήτων που παρέχει η γνώση της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και των μοντέρνων αρχαιολογικών ανακαλύψεων. Νομίζω ότι όποιος καταφέρει και ξεπεράσει το σκόπελο της μορφής του κειμένου (βλ. τα περί πολιτικοστρατιωτικής ανάλυσης) θα ανακαλύψει ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο.

Σμαράγδια Με Ασήμι, Ουροβόρος Κρίνος, βιβλίο 1, Ελίζα Πολιτσοπούλου. Αυτό το βιβλίο με στεναχώρησε. Υπάρχουν σαφέστατα πολλές δυνατότητες και στην ιδέα και στην πλοκή αλλά και στην πένα της συγγραφέως, αλλά δυστυχώς δεν καταφέρνουν να γίνουν ικανότητες. Πολλές φορές αναγκάστηκα να το αφήσω λίγο για να ξεκουραστώ από τον τρόπο με τον οποίο ανακατεύει διαφορά πράγματα χωρίς να τα εξηγεί (ή εξηγώντας τα με δασκαλίστικο τρόπο) ή για να ξαναγυρίσω να βρω μήπως πήδηξα καμιά σελίδα γιατί αυτά που διάβαζα δεν είχαν φυσική συνέχεια με τα προηγούμενα.
Υπάρχει μια εμμονή στην περιγραφή των ρούχων, ενώ οι τοποθεσίες δεν περιγράφονται πρακτικά καθόλου. Οι ήρωες βλέπουν διάφορα πράγματα να τους συμβαίνουν και δεν εκπλήσσονται σχεδόν ποτέ κι όταν εκπλήσσονται είναι μόνο για όσο εξυπηρετεί την ιδέα της συγγραφέως. Ο αφηγητής -διότι υποτίθεται ότι το κείμενο είναι η αφήγηση κάποιου προσώπου που δεν αποκαλύπτεται- είναι εντελώς απών, εκτός από στιγμές που πετιέται μέσα στη μέση υπενθυμίζοντας άγαρμπα την παρουσία του. Στην αρχή η Μόριγκαν καπνίζει συνεχώς, αργότερα ξεχνάει να καπνίσει. Αναφέρεται κάποια στιγμή ένας κλώνος -ως κάτι εντελώς φυσιολογικό- ενώ υποτίθεται ότι κανείς δεν ξέρει πώς γίνεται αυτό και μόνο πολύ αργότερα παίρνουμε μια υποτυπώδη εξήγηση για το τι είναι και πώς δουλεύει.
Σταματάω εδώ. Παρά τη στεναχώρια μου, δηλώνω ευθαρσώς ότι θα ακολουθήσω τη Μόριγκαν στις περιπέτειές της, κυρίως γιατί πιστεύω ότι κανείς, όσο μεγάλος συγγραφέας κι αν είναι, δε μένει στάσιμος, ούτε και γεννιέται μαθημένος. Περιμένω η Ελίζα να έχει εξελίξει την πένα της ως το δεύτερο βιβλίο της σειράς και της εύχομαι, αν με διαβάσει ποτέ, ό,τι καλύτερο.

Οι Λεπίδες της Λησμονιάς, Βασίλειος Ι. Μέγας. Ένα βιβλίο νεαρού Έλληνα συγγραφέα του φανταστικού που ενώ διαθέτει ωραία σύλληψη και ενδιαφέρουσα κοσμοπλασία, η εκτέλεσή τους -της σύλληψης και της κοσμοπλασίας- είναι προβληματική. Οι χαρακτήρες ενώ υποτίθεται ότι είναι διαφορετικοί μεταξύ τους (ο ένας πολεμοχαρής κι ο άλλος ειρηνόφιλος), δεν καταφέρνουν να διαφέρουν αισθητά ο ένας από τον άλλο. Η κοσμοπλασία είναι υπέροχη, αλλά οι περιγραφές και οι διευκρινήσεις είναι μαθηματικά περιγραφικές (η κρυστάλλινη γέφυρα ήταν τόσα πλέθρα επί τόσα και είχε βάσεις τόσες οργιές επί τόσες και τόσες επί τόσες), είτε κουραστικά λεπτομερείς (μανδύας, χιτώνας, σανδάλια, μαλλιά, μάτια κι όταν ξαναεμφανιστεί ο ήρωας στην επόμενη σκηνή, ξανά περιγραφή), είτε μηδαμινές. Τα κίνητρα των ηρώων είναι επίσης ή παντελώς απερίγραπτα (γιατί ξεκίνησαν να τον κάνουν αυτόν το ρημαδοπόλεμο;) είτε αναλύονται ξανά και ξανά επί σελίδων. Η δε γλώσσα είναι φοβερά λόγια (με λέξεις όπως ορφνός, δνοφερός, δίφρος) αλλά στις απλές λέξεις παρουσιάζει παιδικά παραστρατήματα (όπως πχ, «το δερμάτινο παντελόνι ήταν ξεφτισμένο στα γόνατα» -όχι φθαρμένο, ξεφτισμένο). Τέλος ενώ η πλοκή έως περίπου τα 3/4 του βιβλίου δείχνει να πηγαίνει κάπου, τελικά καταλήγει στο τίποτα, εντελώς αντικλιματικά για την μέχρι εκείνη τη στιγμή περιγραφή των γεγονότων.
Και φυσικά δε μιλάμε για αληθοφάνεια, τη στιγμή που στις πρώτες τρεις σελίδες περιγράφεται μια μάχη με δυο εκατομμύρια (!) νεκρούς και δέκα εκατομμύρια συμμετέχοντες. Εφόσον ο συγγραφέας αγαπάει τόσο πολύ το αρχαιοελληνικό ιδεώδες (και πολύ καλά κάνει, κι εγώ μαζί του είμαι) ας τιμήσει, αρχικά, το παν μέτρον άριστον και σε δεύτερη φάση, ας ρίξει μια ματιά στην ιστορία. Θα δει ότι ο Μέγας Βασιλέας που έφερε όλη την ανατολή μαζί του να την πέσει στην Ελλαδίτσα, είχε δεν είχε 700.000 κόσμο, μαζί με τους βοηθητικούς, πολλοί από τους οποίους δεν έμπαιναν καθόλου στη μάχη. Όταν ο Ηρόδοτος μιλάει για ένα εκατομμύριο άντρες, οι υπόλοιποι, σύγχρονοι και μεταγενέστεροί του, γελάνε ειρωνικά.

Ιστορίες μέσα από τη γυάλινη μάσκα-Τρομώδες Παραλήρημα, Γιώργος Βολουδάκης. Το μικρότατο αυτό βιβλιαράκι, παρά το ότι αυτοδιαφημίζεται ως έργο φαντασίας, εντούτοις είναι καθαρά σουρεάλ και δεν έχει σχέση με το κλασικό φανταστικό. Περίπλοκη και εξεζητημένη γλώσσα, βαθιά νοήματα, και να μου το συγχωρήσει ο συγγραφέας, αλλά πολύ αυτοπροβολή. Με κούρασε τολμώ να πω.
Από το οπισθόφυλλο:

Στις αρχές του 1989, όταν ολοκληρωνα το ανά χείρας βιβλίο, δηλαδή τις μικρές ιστορίες φαντασίας και το δραματικό ποιητικό δοκίμιο, δεν φανταζόμουν ότι μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια, θα είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα. Ιδιαίτερα τρεις από τις ιστορίες μου έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Ο "παρασκευαστής ονείρων" επαληθεύθηκε με την εισβολή της εικονικής πραγματικότητας. Ο "πλαστικός χειρουργός συνειδήσεων" μιλούσε από τότε για τα γνωστά σήμερα ταχύτατα τηλεοπτικά μηνύματα που απευθύνονται στο υποσυνείδητο με ύποπτους σκοπούς. Πριν από λίγους μήνες επίσης, έγινε λόγος για έναν πλανήτη όμοιο με τη γη. "Η απόσταση της γης από τον εαυτό της" είναι μια ιστορία γραμμένη είκοσι χρόνια πριν και περιγράφει έναν τέτοιο πλανήτη.
---
Τα επόμενα ταραχώδη έτη, με ανάγκασαν να τερματίσω την δεκαοχτάχρονη ηθελημένη αποχή μου από το χώρο των εκδόσεων και να φέρω στο φως αυτά τα δύο έργα μου, αν και είναι προγενέστερα από όσα δεν έχουν εκδοθεί. Μόνο το επιμύθιο στο "Τρομώδες παραλήρημα" και οι δύο ιστορίες που προανέφερα έχουν γραφτεί πρόσφατα.


Άμυνα Ζώνης, Νυχτερινό Δελτίο, Πέτρος Μάρκαρης. Ομολογώ (όλο ομολογίες είμαι σήμερα) ότι με τον Πέτρο Μάρκαρη ήμουν κάπως ξινισμένη. Δεν ξέρω, ίσως να μου έφταιγε το όνομά του, χωρίς λόγο και πολύ ξινισμένη. Δεν ήθελα να διαβάσω τα βιβλία του, μόνο και μόνο από τον ήχο του ονόματός του. Αλλά ήρθε εκείνη η ρημαδοσειρά στην κρατική τηλεόραση, η «Άμυνα Ζώνης» και λάτρεψα το μπαγάσα το Χαρίτο, τον ήρωά του. Τι να λέμε, κι όλους του τους ήρωες, είναι όλοι τους ένας κι ένας. Είχα λοιπόν κάνει πέρσι τέτοιον καιρό ντου και είχα πάρει όλα του τα βιβλία. Κι έτσι μια μέρα του Ιουνίου, μιας και διακόπευα τότε, έκατσα και διάβασα την "Άμυνα Ζώνης". Κι επειδή η δόση ήταν μικρή και κομμένη, διάβασα και το "Νυχτερινό Δελτίο" στα καπάκια.
Η επιτυχία του Μάρκαρη πιστεύω πως είναι στις μικρές γνώσεις που έχει σχετικά με την ανθρώπινη καθημερινότητα. Όχι τόσο στο τραγικό έγκλημα που περιγράφει (γιατί ούτε μια στιγμή δεν ξεχνάς ότι είναι ένα καλό, διασκεδαστικό βιβλίο μυστηρίου που διαβάζεις) αλλά κυρίως στο πώς οι ήρωές του αντιμετωπίζουν την κίνηση, τη βροχή, το κρουασάν και τους δημοσιογράφους. Στις σχέσεις που έχει ο Χαρίτος με τον προϊστάμενό του και με τη γυναίκα του και την κόρη του. Στις απεργίες, το σεισμό, τις διαμαρτυρίες, τις περιγραφές των γυναικών και των αντρών. Στους ζωντανούς, τους νεκρούς και τους δράστες του. Πάει, από ξινισμένη, έγινα Μαρκαρικιά. Και το κακό για την αλαζονεία μου είναι ότι το χαίρομαι κιόλας.


Ο Τσε αυτοκτόνησε, Πέτρος Μάρκαρης. Πικρό, πολύ πικρότερο από τα προηγούμενα. Βγαίνει μια κατάθλιψη, εκείνη των παλιών αγωνιστών που τους έφαγε η μεταπολίτευση και οι επιτίδειοι. Οι χαρακτήρες είναι και πάλι τρομερά σκιαγραφημένοι κι όσο πάει τόσο θυμώνεις μαζί τους ή τους οικτίρεις. Έχει το κακό του από μηχανής θεού εδώ κι ο ρόλος του Ζήση αρχίζει να γίνεται γραφικός, αλλά στο επόμενο το σώζει αρκετά.

Βασικός Μέτοχος, Πέτρος Μάρκαρης. Έντονο, με τρομοκρατικές επιθέσεις και πειρατείες. Μια πολύ παράξενη ματιά μέσα στα ΜΜΕ. Και τα φαντάσματα του παρελθόντος. Στιγμές-στιγμές καταντάει ανατριχιαστικό, ειδικά για όσους έζησαν από την άλλη πλευρά του «πολιτικώς ορθού» κατά τη διάρκεια της χούντας.

Παλιά, πολύ παλιά, Πέτρος Μάρκαρης. Το πιο αδύναμο απ' όλα. Ουσιαστικά μια περιήγηση στην Πόλη και μια -τι; εξιλέωση; «διαφορετική ματιά»;- στους Πολίτες της σύγχρονης ιστορίας. Με ενόχλησε πάρα πολύ που οι «τουρίστες» είναι στην ουσία καρικατούρες, για να μας δείξει πόσο πολύ «διαφορετικοί» ήταν οι Πολίτες από «εμάς» τους Ελλαδίτες. Θεωρώ ότι μπορούσε να το είχε χειριστεί πολύ καλύτερα και το θέμα και την περιγραφή του. Να χτυπήσει πιο βαθιά, όπως έκανε στον Τσε ή στο Βασικό Μέτοχο. Κρατήθηκε, ίσως και για λόγους διεθνών σχέσεων, και μου στέρησε την απόλαυση ενός ακόμη καυστικού σχολίου στη Νεώτερη Ιστορία της Ελλάδας.

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Ερωτικής Ποίησης. Μια πολύ τρυφερή ανθολογία ποίησης, με το αρχαίο κείμενο στη μια σελίδα και τη μετάφραση στην άλλη. Ήταν ένα από τα ωραία δώρα που μου έκαναν φέτος στη γιορτή μου και παρά που δεν έχει αφιέρωση, δεν ξεχνώ ποιος μου το έκανε. Κρατάω -πέραν της όποιας συγκίνησης μπορεί να σου προκαλέσει ο καθένας από τους στίχους που περιέχονται- το στίχο της Σαπφώς:

"ήρθες -κι εγώ σ' αποζητούσα!-
και την καρδούλα μου τη δρόσισες που έκαιγε
απ' τον πόθο."


Αγοράστε το Δία και άλλες 69 πολύ μικρές ιστορίες του φανταστικού. Περιττό να πω ότι λατρεύω τις πολύ μικρές ιστορίες κι ότι εφόσον το βιβλίο περιείχε Φρέντερικ Μπράουν θα το αγόραζα ούτως ή άλλως... Καταπληκτικό! Σφηνάκια ευφυίας, χιούμορ και σαρκασμού που κάποιες φορές σε κάνουν να γελάς κι άλλες ν' ανατριχιάζεις.

Οι Φύλακες της Νύχτας, Σεργκέι Λουκιανένκο. Ένα βιβλίο που θες οπωσδήποτε να το τελειώσεις. Ενώ έχει σαφή κενά (ο συγγραφέας θεωρεί ότι οι αναγνώστες του είναι πολύ πιο έξυπνοι απ' ό,τι είναι στην πραγματικότητα), και κάπου-κάπου γίνεται και φλύαρο (ειδικά όταν τον Άντον τον πιάνουν τα υπαρξιακά του), αλλά who cares? Έχει μια φαντασία που μου τίναξε τα μυαλά στον αέρα κι οι εικόνες του περιγράφει σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό. Μου θύμιζαν λίγο εκείνες στο πρώτο Black Company, του Glenn Cook. Στα μείον, γιατί το διάβασα στα ελληνικά, η κάκιστη μετάφραση και η ελλιπέστατη επιμέλεια.

Ντρας ο Θρύλος, Το Έπος των Ντρενάι, βιβλίο 1, David Gemmell. Όταν έφτασα στην τελευταία σελίδα αυτού του βιβλίου έμεινα για λίγο ανέκφραστη. Για λίγο όμως... Ε, γ#$ώτι, γιατί έπρεπε να τελειώσει; Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ένα βιβλίο με έκανε να κλάψω. Τι χαρακτήρες, τι ηρωισμός, τι επικές μάχες, τι ψοφολόγημα... Τι αληθοφάνεια! Θα είναι η βίβλος των πολιορκιών για μένα. Όχι ότι δεν έχει τις αδυναμίες του, αρκετό μπλα-μπλα εκεί που δεν χρειάζεται και κάποια τραβηγμένα από τα μαλλιά γυρίσματα στην πλοκή, αλλά τι να σε ενοχλήσουν όταν συνεχίζει και καταλήγει με αυτόν τον τρόπο;

Ο Βασιλιάς Πέρα Από Την Πύλη, Το Έπος των Ντρενάι, βιβλιο 2, David Gemmell. Δε μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα όσο με τον Ντρας το Θρύλο, κυρίως λόγω του ότι ξεκινάει αργά και απλωτά, δίνοντας ευκαιρία στον αναγνώστη να κατανοήσει τους ήρωές του κι ύστερα προς το τέλος πιλαλάει δίχως λόγο. Ειδικά η τελευταία μάχη που έπρεπε να πιάνει τουλάχιστον 50 σελίδες, δεν είναι ούτε δέκα... Οι χαρακτήρες εξακολουθούν να είναι πολύ ωραίοι (αν και μόνο οι κεντρικοί είναι εκείνοι που αναπτύσσονται καλά), ενώ η λεπτομέρεια που το κάνει πιο αληθοφανές έχει αρχίσει να περιορίζεται. Το μπλα-μπλα επιμένει να κόβει μερικές πολύ ωραίες σκηνές.

Σκοτεινός Ταξιδευτής, Το Έπος των Ντρενάι, βιβλίο 3, David Gemmell. Μάλλον το πιο αδύναμο βιβλίο από τα τέσσερα, ειδικά στο πόσο εύκολα όλοι οι κακοί τελικά χάνουν τη ζωή τους θυσιαζόμενοι για χάρη του Ταξιδευτή. Ο μακαρίτης ο Γκέμμελλ εξακολουθεί να γράφει μεγαλειωδώς, με τα ίδια σχεδόν προβλήματα στη γραφή και τις πλοκές του, αλλά και με την ίδια αποφασιστικότητα και καλή ροή λόγου και ιστορίας. Με άριστα το 10 τα βιβλία του παίρνουν 6,5-7, αλλά είναι στ' αλήθεια εθιστικός! Έχω ήδη φτάσει στη μέση του τέταρτου βιβλίου της Επιστροφής των Ηρώων κι ευχαριστώ την Πηγή που μου έκοψε το Φλεβάρη στο Παζάρι Βιβλίου και πήρα και τους Θρύλους των Ριγκάντε. Μια συμβουλή: αν θέλετε να πείσετε τα βλαστάρια σας να γίνουν συγγραφείς επικής, αντροτεστοστερονικής φαντασίας, μην τους δώσετε Σαλβατόρε. Γκέμμελλ δώστε τους!

Η Επιστροφή των Ηρώων, Το Έπος των Ντρενάι, βιβλίο 4, David Gemmell. Τέλος αντάξιο των υπολοίπων τριών βιβλίων, με τους πολεμιστές του, τους σαμάνους του, το σεξ του και τα όλα του. Λυπήθηκα που μου τελείωσαν οι Ντρενάι στα ελληνικά... Λέω όμως να μην πέσω με τα μούτρα στους Ριγκάντε, την άλλη τετραλογία του Γκέμμελλ, γιατί θα μπουκώσω με ωραίο φάντασι και μετά τα άλλα θα μου φαίνονται άνοστα. Θα κάνω ένα σεβαστό διάλλειμα κι έπειτα θα ψάξω τα υπόλοιπα τρία ή τέσσερα βιβλία με τους Ντρενάι που δεν έχουν μεταφραστεί. Οι Ριγκάντε θα μείνουν για πιο μετά.


Carpe Jugulum, Terry Pratchett. Ούτε το καλύτερο, ούτε το χειρότερο βιβλίο του Δισκόκοσμου. Σαφώς εκείνο που έχει τις περισσότερες τρύπες, κι όχι μόνο από τα μυτερά δοντάκια των βαμπίρων. Η περιγραφή των βρυκολάκων και της μητρότητας δε με έκανε να γελάω.

The Stormcaller, The Twilight Reign Book 1, Tom Lloyd. Το πρώτο βιβλίο της ν-λογίας (ακόμα γράφεται) The Twilight Reign του Tom Lloyd κι ενώ λένε ότι η αρχή είναι το ήμιση του παντός, εγώ δεν ξέρω τι να πω ακριβώς γι’ αυτό.
Ξεκινάει πολύ καλά. Ο κεντρικός ήρωας, ένας έφηβος που λέγεται Isak, είναι white-eye. Πρόκειται για ανθρώπους που γεννιούνται τυχαία μέσα στον πληθυσμό, κι έχουν τρομερές ικανότητες (ψηλότεροι, πιο δυνατοί, με δυνατότητες να γίνουν μάγοι, με πολύ μεγάλη διάρκεια ζωής) αλλά και το ελάττωμα να μην μπορούν να ελέγξουν εύκολα τα νεύρα τους. Επίσης είναι οι white-eyes που επιλέγονται από τους θεούς για να διοικούν τις φυλές, και πάντα ο κάθε Lord έχει κι έναν Krann, δηλαδή έναν διάδοχο. Γενικά η κατάσταση είναι αρκετά μπερδεμένη (τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό): Οι θεοί έχουν αποσυρθεί (;) ή εξορισθεί (;) από κάποιο αρχαίο μάγο-ξωτικό κι οι προφητείες -που σιγά μη δεν υπήρχαν προφητείες- λένε ότι θα γεννηθεί κάποτε ένας white-eye που θα τους επαναφέρει, ο Savior.
Και σιγά που δε μαντεύετε τη συνέχεια: ο Isak, από παραπαίδι και του κλώτσου και του μπάτσου (διότι οι white-eyes είναι μισητοί στο γενικό πληθυσμό και τους φοβούνται κι επιπλέον ο πατέρας του θέλει να τον φάει λάχανο που η μανά του πέθανε στη γέννα), επιλέγεται από το θεό του θανάτου, το Nartis να γίνει Krann της φυλής των Farlan, υπό τις διαταγές του Lord Bahl. Κι εκεί ανακαλύπτει ότι πιθανόν να είναι ο Savior που περιμένουν οι θεοί…
Από πλευράς μυθοπλασίας είναι εξαιρετικό. Είναι γεμάτο με όμορφα σημεία, με ιδέες που σε κάποιες στιγμές ζήλεψα. Από πλευράς αληθοφάνειας επίσης, είναι αρκετά καλό, κι ο κόσμος που περιγράφει είναι βαριά ψευδομεσαιωνικός, με counts, suzerains, dukes και chaperons για τις άγαμες δεσποσύνες. Η γλώσσα είναι αρκετά απλή, αλλά δεν τις λείπουν κάποιες μικρές φιοριτούρες, που όμως τη νοστιμίζουν αντί να τη βαραίνουν ή να φαίνονται παράταιρες.
Τότε λοιπόν, τι με χαλάει εμένα; Χμ. Οι διάλογοι σίγουρα. Είναι πιο ξύλινοι κι από το Δούρειο Ίππο (κάπου το είδα αυτό, δεν είναι δικό μου, αλλά δε θυμάμαι πού). Στη μέση της μάχης, οι πύλες της πόλης πάνε να κλείσουν κι ο Isak είναι απ’ έξω, πρέπει να τρέξει να προλάβει να μπει μέσα, πριν μείνει απ’ έξω και τον σφάξουν κι αυτός τι κάνει; Κουβεντούλα με μια μάγισσα, στην οποία κουβεντούλα κάθε φράση είναι 5-10 σειρές. Επίσης, όλοι μα όλοι, νέοι, γέροι και παιδιά, μιλάνε με τον ίδιο τρόπο, εκτός ίσως από την Tila, τη γυναίκα της παρέας, η οποία πού και πού κάνει μικρά τσουχτερά σχόλια. Οι άλλοι, είτε είναι χωριάτες, είτε μάγοι, είτε δούκες και κόντηδες, είτε παλιοί στρατιώτες, μιλάνε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ακόμη κι ο Isak που πολλές φορές ξεχνάς ότι είναι 17 στα 18 όταν τον γνωρίζεις.
Κι ακόμη ένα πράγμα, που ίδρωσα να καταλάβω ότι είναι το κύριο πρόβλημα του βιβλίου: ο ρυθμός του. Είναι υποτονικός, κι όταν πάει να γίνει κάτι ξεπετιέται μέσα σε ελάχιστες αράδες. Μετά ο Isak θα πέσει αναίσθητος («Everything turned black», μια πολύ αγαπημένη φράση-κατακλείδα-κεφαλαίου του συγγραφέα) κι όταν ξυπνήσει θα τον έχουν σώσει οι υπόλοιποι και θα πάμε σε νέο γύρο συνομιλιών. Επίσης οι σκηνές μάχης που έχει (μια μάχη πεδίου, μια πολιορκία και μια περιγραφή γκιόστρας) είναι τρομερά έντονες, σε σημείο να μην αντέχεις να τις διαβάσεις μονοκοπανιά, να πρέπει να τις σπάσεις σε μικρότερες αναγνώσεις, γιατί τόσο η πληροφορία, όσο και το ίδιο το συναίσθημα που σου βγάζει ο σκοτωμός είναι τρομερά έντονα.
Μου άρεσε; Δεν ξέρω, υποθέτω πως ναι. Δε μου άρεσε; Θα δυσκολευτώ να διαβάσω το δεύτερο, γιατί υπολογίζω και το μαρτύριο του υποτονικού ρυθμού. Θα το πρότεινα; Ίσως, για την αληθοφάνειά του και την εκρηκτική του φαντασία.

Ο Πύργος των Σκιών, Drew Bowling. Φάντασυ, με αγόρι που ο αδελφός του θέλει να το σκοτώσει για να ξυπνήσει ένα δαίμονα που θα φέρει το τέλος του κόσμου. Μπλέκεται ένας τυχοδιώκτης που έχει τώρα πια αφιερώσει τη ζωή του στη σωστή ανατροφή της κόρης του κι ένας μάγος που ενσαρκώνει την τελευταία ελπίδα αυτού του είδους της μαγείας. Ξεκινάει απελπιστικά αδύναμα, με εντελώς παιδιάστικα λάθη πλοκής, ατμόσφαιρας, αληθοφάνειας κλπ., κλπ., κλπ., αλλά χτίζει σιγά-σιγά και ατμόσφαιρα και χαρακτήρες. Μετά τη σελίδα 50 μάλιστα αρχίζει να γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον και δε μπορείς να το αφήσεις , παρά που κάθε τόσο ξεπετιούνται μικροί λόξιγκες, που φανερώνουν την αρχική αδεξιότητα του κειμένου. Το δε τέλος ξαναπέφτει στην παγίδα των παιδικών λαθών και αποδυναμώνεται ενώ περιμένεις πράμματα και θάμματα. Πάντως διαβάζεται ευχάριστα και φαίνεται ότι ο νεαρός κύριος Μπόουλινγκ (25 ετών σήμερα, αλλά το εξέδωσε το 2006 που ήταν 21) έχει και προοπτικές και εξελισσόμενη πένα. Η επιμέλεια του βιβλίου δεν είναι και από τις καλύτερες.

Το Πηγάδι Στο Τέλος Του Κόσμου, βιβλίο Ι, William Morris. Νιώθω απέραντη ανακούφιση που έληξε το μαρτύριο της ανάγνωσης αυτού του βιβλίου. Ξέρω ότι μια κακή μετάφραση μπορεί να χαντακώσει ένα βιβλίο, αλλά δυστυχώς, μια πολύ καλή μετάφραση (όπως αυτή του Νίκου Βλαντή) δεν μπορεί να το σώσει. Το κείμενο δείχνει την ηλικία του με τέτοιον τρόπο που οι ήρωές του μου είναι βαρετοί έως και εντελώς ενοχλητικοί. Κάποιες φορές μάλιστα με ενοχλούν έως την οργή. Δεν ξέρω τι θέση έχει ο Μόρρις στην αγγλική ή την παγκόσμια λογοτεχνία, στο μυαλό μου και την καρδιά μου όμως έχει κοπεί από τους προκριματικούς.

The Cardinal's Blades, Pierre Pevel. Πρώτο μέρος τρι(;)λογίας που προσφάτως βραβεύτηκε με το βραβείο Gemmell για καλύτερο πρωτεμφανιζόμενο. Βασικά το είχα αγοράσει γιατί ήθελα να δω τι ψάρια πιάνουν οι Γάλλοι στο φάντασυ και σιγουρεύτηκα ότι είναι τόσο κολλημένοι στον Αλέξανδρο Δουμά, που δε μπορούν να κάνουν τίποτε καλύτερο...
Γενικά το βιβλίο έχει καμιά εικοσιπενταριά Νταρτανιάν, άλλους τόσους Ροκφόρ, μια μυλαίδη που βγάζει μάτι, και κάνει κι ο Άθως μια καμέο εμφάνιση. Μέχρι να μας συστήσει όλους τους ήρωες κάνει σαράντα χρόνια, ο τρόπος γραφής του είναι φτυστός του Αλεξάνδρου Δουμά κι επιπλέον τα πρώτα τρία τέταρτα του βιβλίου είναι τόσο βαρετά (παρά την σχεδόν άφθονη δράση και τους αβέρτους σκοτωμούς και τραυματισμούς και αναφορές σε πρακτικές μαγείας) που φτύνεις αίμα να φτάσεις στο καλό. Επιπλέον έχει ένα σωρό από διδακτικές αναφορές στη χαρτογραφία του Παρισιού της εποχής, μπλέκει πού και πού καμιά αληθοφανή αναφορά στη μάκα και τη δυσωδία που τους έδερνε τότε (μάλιστα κάπου αναφέρεται ένα δοχείο νυχτός, τοποθετημένο τακτικά στο περβάζι ενός παραθύρου, αφού προφανώς η τάξη κι η νοικοκυροσύνη ήταν να πετάς τα πρωινά ούρα από το παράθυρο στο δρόμο) άντε και κανένα χαριτωμένο ποιμενικό τοπίο κι αυτό είναι όλο.
Α, ξέχασα να σας πω ότι είναι εναλλακτική πραγματικότητα, που διαδραματίζεται στην εποχή του Ρισελιέ και οι κακοί δεν είναι μόνο οι Ισπανοί, αλλά και οι δράκοι. Ο τίτλος αναφέρεται σε ένα ειδικό σώμα αντρών (και γυναικών) στην υπηρεσία του Ρισελιέ, όπου πέφτει η προδοσία σύννεφο κι η δολοφονία ατσάλι. Δεν ξέρω αν τα είπα όλα, εκτός ίσως από το ότι ο Πεβέλ μας απειλεί με τριλογία... ούτως ή άλλως σχεδόν σε cliffhanger μας αφήνει...

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Δυστυχώς

(credits to DissaprprovingRabbits.com. Πολύ γέλιο. Ευτυχώς.)


Δυστυχώς κυρίες μου και κύριοι, το ιστολόγιο ετούτο έχει καταντήσει ένα ημερολόγιο γραφής. Και λέω δυστυχώς γιατί μόλις σήμερα έριξα μια ματιά στις πρώτες-πρώτες αναρτήσεις και βλέπω ότι τότε (το σωτήριον έτος 2008) είχα κι άλλα ενδιαφέροντα να μοιραστώ με τον κόσμο.

Ή μήπως είχα λιγότερους δικούς μου ανθρώπους να τα μοιραστώ κι αναγκαστικά τα μοιραζόμουν με το ίντερνετ;

Αλλά όχι, δε θα κάτσω να σκάσω. Απλά θα αναπολώ τις μέρες που γκρίνιαζα και μεμψιμοιρούσα και έλεγα πράγματα αλλοπρόσαλλα, όπως ας πούμε εκείνο με το κουταλάκι και τη μουσταλευριά... Τι τα θες. Μεγαλώνουμε πού και πού.

Η επιστροφή μου στις αναρτήσεις, μετά από ένα μήνα και βάλε, σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής στην συγγραφική μου πορεία που μάλλον με σκιάζει μια σταλιά. Για πρώτη φορά στα χρονικά δε μπορώ να μείνω μακριά από μεγάλο κείμενο. Έλεγα ότι με το πέρας της Δεσίδας, θα είχα βαρεθεί λιγάκι το όλο θέμα με τα Παρχάρια και θα το άφηνα ίσως για την επόμενη άνοιξη (άλλωστε είναι γνωστό στους συνήθεις υπόπτους της φιλίας μου ότι ο συγγραφικός οίστρος με πιάνει περίπου κάθε Απρίλιο...)

Κι όμως προχτές το βράδυ, η "Παρέσσα", το τρίτο μέρος της τριλογίας, πήρε ένα μικρό μπλε τετράδιο, ένα στυλό, και δύο usb κι άρχισε να βαράει αλύπητα, λες κι ήμουν χριστιανός που δεν ήθελα να βγω στην αρένα. Ε, τι να κάνω κι εγώ; Να μην υποκύψω;

Σήμερα (από προχτές το βράδυ, έτσι;) μιλάμε για περίπου 3000 λέξεις -ο πρόλογος- και έναν πλήρη σκελετό του μυθιστορήματος. Οι προοπτικές είναι μάλλον δυσοίωνες: η Ερεστή σχεδιάστηκε για 100,000 λέξεις και πήγε στις 136,000, η Δεσίδα σχεδιάστηκε για 100,000 λέξεις και πήγε στις 143,000 κι η Παρέσσα που σχεδιάστηκε για 150,000 λέξεις, πού θα φτάσει παρακαλώ;

Μπρ-μπρ-μπρ.

Και ταυτοχρόνως, γουστάρω.