Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Αναγνωστικό ημερολόγιο 2011 - Μάρτιος (18)

Τι να κάνω; Να μην κάνω κι εγώ ένα μπρέικ, γιορτές που ‘ρθανε (και περάσανε;) Έκανα. Μεγαλούτσικο για να πω την αλήθεια μου, αλλά το έκανα, το είχα ανάγκη. Προσπάθησα να γράψω λίγο, αλλά τα αποτελέσματα είναι αμφιλεγόμενα. Να διαβάσω ίσως, χμ, το Μάρτιο κάτι έγινε, ο Απρίλης μάς τα ψιλοχάλασε. Αλλά για τον Απρίλη θα τα πούμε όταν τελειώσει (κι ενδεχομένως, αλλά όχι απαραίτητα, πριν περάσει ο Μάιος…)


Ενυδρία, Βάγια Ψευτάκη: Η καλή μου φήμη λέει ότι τα βιβλία που ανήκουν στο ελληνικό φανταστικό τα διαβάζω από τους πρώτους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ήταν μόνο η καλή μου φήμη που έπρεπε να προστατέψω, αλλά κι η αγωνία της καημένης της Βάγια, η οποία τυγχάνει γνωστή, και τολμώ να πω και φίλη.
Αρχικά θα μιλήσω για το βιβλίο ως αντικείμενο και θα ταχθώ υπέρ της άποψης ότι πραγματικά πήρα κάτι που έχει τη διπλάσια ποιότητα στη μισή τιμή. Κι εγώ δεν ξέρω πόσον καιρό είχα να πιάσω στα χέρια μου τόσο περιποιημένο βιβλίο, με υδατογραφήματα στις σελίδες του και ωραίο εξώφυλλο. Μόνο το μελάνι να πληρώναμε πάλι θα έπρεπε να έχει τη διπλή τιμή. Αλλά πραγματικά ήταν μια μοναδική, ευχάριστη έκπληξη. Ακόμη και το χαρτί ήταν λείο, πολύ όμορφο.
Το ίδιο το ανάγνωσμα ήταν απολαυστικό. Η ιδέα τέλεια. Λίγο πιο σουρεάλ απ' όσο την περίμενα, αλλά από την άλλη όσα κείμενα της Ενυδρίας είχα διαβάσει παλαιότερα μου έδειχναν ένα διαφορετικό πρόσωπο του φανταστικού. Η εκτέλεση…. Χμ. Τα μέρη είναι χωρισμένα σωστά, θεματικά, παρά που είναι ανισοσκελή. Το πρώτο θα το έλεγα λίγο αργό, αν και α) συμβαίνουν πολλά πράγματα, β) είναι όλα αναγκαία για να κατανοήσουμε το Ψάρι και την ψυχοσύνθεσή του. Το δεύτερο μέρος έχει κάποιες αδυναμίες που τις πω παρακάτω και το τρίτο είναι απλά τέλειο, το ιδανικό κλείσιμο, σύντομο και snappy. Αυτό που με ενόχλησε ήταν οι περιγραφές. Ειδικά στο δεύτερο μέρος κάθε φορά που η Μπρι μπαίνει σε ένα μέρος, ξεκινά να το περιγράφει, ακόμα κι αν είναι να φύγει μετά από ελάχιστες στιγμές. Από ένα σημείο κι ύστερα ήταν λίγο κουραστικό, όπως κατά τη γνώμη μου κι η εισαγωγή διαρκώς νέων χαρακτήρων ως και τις τελευταίες σελίδες. Τη γλώσσα απλή θα την έλεγα. Χωρίς μεγάλες φαμφάρες, στρωτή και καθημερινή. Οι διάλογοι του πρώτου μέρους είναι πολύ καλοί, πρακτικά αληθοφανείς. Το μόνο που δε μου άρεσε ήταν κάποια γλιστρήματα του λεξιλογίου στο δεύτερο μέρος. Δεν περίμενα τα πλάσματα της Ενυδρίας να ξέρουν για την τηλεόραση ή τέτοια. Αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρη ότι δεν είναι το βίτσιο μου που με κάνει να στραβώνω ελαφρώς.Η πλοκή μάλλον μπερδεμένη, αλλά σε ικανοποιητικό βαθμό. Ομολογώ ότι όταν πρωτοεμφανίζεται ο Μπρι* τα χάνω λιγάκι, αλλά μετά αρχίζω και μπαίνω στο νόημα και το θέμα τσουλάει πολύ καλά.
Συνολικά ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, που όμως είμαι σίγουρη ότι έχασα τους μισούς του συμβολισμούς (γιατί κατά βάθος είμαι λίγο ζώον στην ψυχολογία, οπότε λογικά πολλοί υπαινιγμοί του δεύτερου μέρους μου ξεφύγανε). Το διάβασα σχεδόν μονορούφι και περιμένω να δω τι άλλο έχει το κορίτσι για μας στο συγγραφικό του μέλλον.
Υπόκοσμοι, Κωνσταντίνα Δελημήτρου: Η Κωνσταντίνα Δελημήτρου, η γνωστή μας «Ψιλικατζού» και «x-ψιλικατζού», το ‘κανε πάλι το θαύμα της. Αυτή τη φορά με ένα βιβλίο φαντασίας (φανταστικής σάτυρας θα έλεγα εγώ) από τις εκδόσεις Λιβάνη. Η Βιβλιονέτ και το οπισθόφυλλο του βιβλίου λένε τα εξής:
Ένα αλληγορικό παραμύθι ξετυλίγεται σε φανταστικούς κόσμους, τους Υποκόσμους, προσπαθώντας με χιούμορ να φωτίσει πτυχές της σύγχρονης εποχής, όπως η μετανάστευση και ο ρατσισμός. Μια σατιρική ιστορία φαντασίας, με ήρωες ανθρώπους, κλώνους, αυτόματα, τέρατα, ημίθεους και άλλα πλάσματα της ελληνικής μυθολογίας. Παράλληλες αφηγήσεις της καθημερινότητας των ηρώων από ψηλά και χαμηλά, από τον Όλυμπο και την Πλάση, δημιουργούν ένα αστείο παζλ γεγονότων, ένα ευχάριστο μπέρδεμα στους τόπους, τους χρόνους, τις διαλέκτους, τις κουλτούρες και, εντέλει, τη μυθολογία και την πραγματικότητα όπως την ξέρουμε.
Οι θεοί υπάρχουν... Βρίσκονται στον Όλυμπο και ψηφίζουν Σενάρια για όλα όσα ζούμε στη Γη. Η δημοκρατία, οι τέχνες, καθετί τριγύρω μας, ακόμα και τα χρώματα της μόδας έχουν γραφτεί σε Σενάρια από τις Μοίρες και προτείνονται στους δώδεκα θεούς για να δοκιμαστούν προτού εφαρμοστούν στη Γη.
Πού τα δοκιμάζουν οι θεοί;
Μα στους Υποκόσμους!
Ένα σετ πρόχειρων πλανητών όπου τεστάρονται όλα τα Σενάρια για τα μελλούμενα κι άμα έχουν αρκετό σασπένς, αίμα ή βαβούρα, ψηφίζονται μεμιάς και στέλνονται στη Γη για να ταλαιπωρήσουν τους ανθρώπους.

Εγώ που μόλις το τελείωσα όμως, έχω να προσθέσω ότι μιλάμε για σκαμπρόζικο χιούμορ που σου κλείνει το μάτι τρεις φορές σε κάθε σελίδα, χαρακτήρες που από τους χαριτωμένους τους διαλόγους καταλαβαίνεις πολλά και ένα σωρό τσιτάτα που, αλήθεια σας λέω, είναι έτοιμα να γίνουν επιγραφές σε t-shirt και να τινάξουν τα μυαλά μας στον αέρα. Η γλώσσα ρέει, η πλοκή έχει τόσες πλευρές που ξαφνιάζει και οι αναλογίες με την πραγματικότητα εμφανείς.
Απόκρημνος Χρόνος, Περικλής Μποζινάκης: Καταπληκτικό. Πιθανόν ό,τι καλύτερό του έχω διαβάσει ως τώρα (κι έχω την εντύπωση ότι έχω διαβάσει όλα όσα έχει γράψει πλέον). Ατμόσφαιρα, δομή (με τα Α και Β μέρη των κεφαλαίων) χαρακτήρες, κορύφωση. Δύο προβλήματα κατ’ εμέ: Πρώτον οι σκηνές σεξ στο τέλος ήταν μάλλον υπερβολικές (και δε βλέπω να προάγουν και πολύ την πλοκή) και δεύτερον η ύπαρξη του δωματίου κι ο ρόλος του δεν εξηγούνται επαρκώς. Πραγματικά δε μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Ίσως τελικά αυτό να είναι το κατάλληλο μέγεθος κειμένου που του επιτρέπει να ξεδιπλώνει όλο του το ταλέντο.
Το πείραμα της όγδοης μέρας, Ορέστης Ευθυμίου: Ομολογώ ότι δεν το ξεκίνησα με πολύ ευνοϊκή διάθεση, εφόσον η επιστημονική φαντασία με δυσκολεύει κάπως (βλ. με κάνει και βαριέμαι κάποιες φορές). Ωστόσο το τελείωσα και μάλιστα γρήγορα και χωρίς να το βαρεθώ περισσότερο απ' ότι βαρέθηκα κάτι φάντασυ που πέσανε στα χέρια μου τελευταία...
Πιο αναλυτικά σχόλια: Χαριτωμένο χιούμορ, αλλά όχι πάντα πετυχημένη η επιλογή της θέσης του. Κάποιες φορές έμοιαζε μάλλον παράταιρο. Χαριτωμένο ξεκίνημα, αλλά ακολουθούν και επαναλαμβάνονται κατά καιρούς πάαααρα πολλές σελίδες infobubble. Αυτό νομίζω ότι είναι και το πλέον αδύναμο σημείο του βιβλίου. Επίσης έχει πολύ tell και λίγο show στους χαρακτήρες. Όχι απαραίτητα κακό, αλλά μάλλον ντεμοντέ προσέγγιση. Ωραίοι διάλογοι (εκτός από εκείνους που τους κάνει εντελώς ξύλινους το infobubble).
Γενικά, θεωρώ ότι ο Ευθυμίου έχει εξαιρετικό δυναμικό κι ότι πρέπει όπως και δήποτε να το εξασκήσει σκληρά. Θεωρώ ότι με το δυναμικό που έχει και μια καλή δόση επιμονής και αφοσίωσης, έχει μακρύ και λαμπρό μέλλον μπροστά του.
Δηλαδή, εγώ τώρα πέθανα; Γιάννης Λάχανης: Έπεσα πάνω στο βιβλίο αυτό στο ... Facebook. Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας είχε ανεβάσει μια διαφήμιση, στην οποία, ως γνωστή κίσσα του ελληνικού φανταστικού τσίμπησα αμάσητη.
Αγόρασα το βιβλίο λίγες μέρες αργότερα, αλλά θες ο όγκος του, θες ότι δεν ήμουν στην κατάλληλη διάθεση, δεν το είχα διαβάσει ως τώρα, αφήνοντάς για έναν περίπου χρόνο στο ράφι της βιβλιοθήκης. Έκανα περίπου δέκα μέρες να το τελειώσω (εννοώντας ότι θα μπορούσα να το είχα τελειώσει και σε πολύ λιγότερες) και σ’ αυτό συντέλεσαν διάφοροι λόγοι.
Είναι συλλογή διηγημάτων ή μυθιστόρημα; Ξεκινώντας το και διαβάζοντας τα πρώτα τέσσερα κεφάλαια, προσπαθούσα ειλικρινά να βρω τη σχέση μεταξύ τους, διότι είχαν την εντύπωση (από το ίδιο το κείμενο κι όχι από τη διαφήμιση) ότι επρόκειτο για μυθιστόρημα. Στο πέμπτο πια κομμάτι που πήγαινε σε εντελώς άλλο δρόμο, κατάλαβα ότι ήταν διηγήματα. Ξαναγύρισα λοιπόν και τα ξαναδιάβασα ως τέτοια, για να μην τα αδικήσω. Και δυστυχώς δεν τα αδίκησα. Η ιδέα (τόσο η κεντρική όσο και οι επιμέρους) δεν είναι σχεδόν ποτέ κακή, αν και από ένα σημείο κι έπειτα είναι πάντοτε κι εντελώς προβλέψιμη. Κάποιος που τρομάζει από κάτι για να ανακαλύψει ότι τελικά είναι ο ίδιος που είναι νεκρός/σίριαλ κίλλερ/δαίμονας της κολάσεως. Η επανάληψη είναι η μήτηρ πάσης μαθήσεως, αλλά από τη σελίδα 50 έως και την 324 που τελειώνει, η διδακτέα ύλη ήταν συνεχώς η ίδια. Η ατμόσφαιρα είναι χαριτωμένη (αν μπορείς κανείς αυτό να το πει σε ένα κείμενο τρόμου). Ο ίδιος ο τρόμος είναι άλλες φορές υπερφυσικός κι άλλες όχι, αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια αυτού που αναγνωρίζουμε ως τρόμο. Οι χαρακτήρες διχάζονται, άλλοι είναι σχεδόν άψογα σκιαγραφημένοι (τολμώ να πω, με γνώση των συνεπειών του νόμου, ότι όλοι ετούτοι είναι αντρικοί χαρακτήρες), ενώ άλλοι (οι περισσότεροι γυναικείοι, με μέγιστο φετίχ τους το ότι ανατριχιάζουν τακτικότερα απ' όσο θα έπρεπε) είναι μάλλον παιδιάστικα ζωγραφισμένοι με δαχτυλομπογιές. Αυτό που προσωπικά βρίσκω πολύ δύσκολο και να δεχτώ, αλλά και να πω εδώ, δημόσια, είναι ότι η ίδια η γραφή είναι εκείνη που καταστρέφει το αποτέλεσμα. Ειδικά η αγάπη του συγγραφέα για παρομοιώσεις και παράξενες οπτικές γωνίες που παίζουν το ρόλο του "comic relief". Μεταφέρω μία από αυτές εδώ, γιατί πραγματικά δε θέλω να επεκταθώ περισσότερο. Ας κρίνετε μόνοι σας.
Το κάθισμα στη στάση του λεωφορείου είναι παγωμένο και οι γυμνοί μηροί της ανατριχιάζουν στο άγγιγμά του. Αν ήσουν ένα μόριο πάνω στο λευκό της δέρμα, θα εντυπωσιαζόσουν από τα ψηλά ξανθά δέντρα που μέσα σε ένα δευτερόλεπτο υψώθηκαν μπροστά σου και θα αναζητούσες διέξοδο από αυτό το μαγικό δάσος.

Το Ασήμι που Ουρλιάζει, Αβραάμ Κάουα: Το ρούφηξα. Δε λέω ότι αναγνώρισα κάθε υπονοούμενο και κάθε Easter Egg αλλά το καταδιασκέδασα. Οι περιγραφές ήταν πραγματικά κινηματογραφικές και το τέλος, έτσι αιωρούμενο εξαιρετικό (παρά που πολύ βολικά προϊδεάζει για ένα σίκουελ). Το μόνο που δεν κατάλαβα εύκολα ήταν ότι ο Τζων ήταν τυφλός. Υποθέτω όμως ότι έπρεπε να το καταλάβω από το μπαστούνι. Αυτό που μου έλειψε όμως ήταν μια πιο ξεκάθαρη εξήγηση του γιατί και πώς σκοτώθηκε ο Σάμιουελς. Τόσα είπε μια ψυχή (ν μην σας σποϊλεριάσω ποια), δε μπορούσε να το πει κι αυτό;
Deja vu, Πόπη Βερνάρδου: Συλλογή διηγημάτων με περίπου κοινό τόπο τις προηγούμενες ζωές. Δεν ξέρω τι ακριβώς φταίει, αλλά μου ήταν πολύ δύσκολο να τις διαβάσω. Έπιασα τον εαυτό μου να βαριέται και να πηδάει σελίδες.
Ακατανόμαστες εξομολογήσεις, Γιώργος Πολ. Παπαδάκης: Πολύ ντεμοντέ συλλογή διηγημάτων τρόμου. Η γραφή είναι λίγο αφελής. Το tribute στους κλασσικούς του τρόμου (Πόε, Λάβκραφτ και λοιποί) είναι σωστό, αλλά όλες οι ιστορίες είναι έντονα αναμενόμενες. Άσκηση μίμησης ύφους ναι. Αυτοτελές έργο συγγραφέα όχι.
Οδύσσεια στο χωροχρόνο, Γιώργος Β. Παπαδόπουλος: Τύπου Γιώργου Θαλάσση ιστορία με χρονοταξίδι. Ακατανόητο στο τέλος.
Ένα χαμόγελο στο σκοτάδι, Δημήτρης Στρεμμένος: Διηγήματα τρόμου. Χαριτωμένες ιδέες που όμως δεν υποστηρίζονται ούτε από τη δομή ούτε από τη γλώσσα. Περιορισμένη πειστικότητα.
Η Μοναξιά του Θεού, Χρίστος Λογαρίδης: Διηγήματα επιστημονικής αλλά και αλληγορικής φαντασίας, με υπερβολικά στολισμένο λόγο, κλισέ ανθρωπιστικά μηνύματα (είμαστε όλοι πουλημένοι, η τηλεόραση δεν είναι ελευθερία, άμα αγοράζεις και πουλάς είσαι κακός) και άλλα τέτοια. Πολύ μπλα-μπλα και ξύλινοι διάλογοι.
Η Έβδομη Σφραγίδα, Σταύρος Μουντουφάρης: Έχω διαβάσει σχεδόν όλα του τα βιβλία και νομίζω ότι είναι το χειρότερο. Σχεδόν μόνο διάλογος, κακογραμμένος και κλισέ όσο δεν παίρνει, και από υπόθεση Ανάστα ο Κύριος. Και pun intented
Ο Φύλακας των Ψυχών, συλλογικό: 8 διηγήματα που έχουν όλα τον ίδιο τίτλο: ο Φύλακας των Ψυχών. Και διατείνονται ότι είναι διηγήματα φαντασίας. Από τα 8 μόνο τα δύο, άντε κι ένα τρίτο ανήκουν στο φανταστικό. Τα υπόλοιπα είναι καθαρές αλληγορίες ή σουρεαλισμοί ή και απλές καθημερινές ιστορίες. Ξεχώρισα τον Φύλακα του Νίκου Φαρούπου, που μπορεί να διάλεξε την κοινοτυπία της δυστοπίας, αλλά κέντησε το κομμάτι του (είναι και το μεγαλύτερο από τα 8) με τις ωραιότερες και τις πιο φίνες κλωστές.
Μικρές Αγγελίες, Αντώνης Κρύσιλας: Mainstream συλλογή διηγημάτων που γυρίζει γύρω από το θέμα της δουλειάς. Το αγόρασα με πολλές προσδοκίες, αλλά αποδείχτηκε λίγο. Φαίνεται πως ο Κρύσιλας γράφει όπως κι εγώ: Τέλεια (εκείνος, εγώ μέτρια) στο φανταστικό, μέτρια στο mainstream. Αν και το θέμα ήταν εντελώς ενήλικο, η γραφή ή μάλλον το ύφος ήταν κάπως παιδιάστικα αθώο.
Παραμύθια της Κύθνου, Γιώργος Βενετούλιας: Τι να σχολιάσει κανείς; Υπέροχα!
Twelve, Jasper Kent: Εξαιρετικό. Ιστορικό τρόμου, που διαδραματίζεται στη Ρωσία, καθώς εισβάλει και υποχωρεί ο Ναπολέων. Τα υπονοούμενα πριν αποκαλυφθεί η φύση των Δώδεκα είναι τρομερά διασκεδαστικά. Κάπου πλατειάζει αλλά πριν αρχίσεις να δυσφορείς καταλαβαίνεις ότι το τράβηγμα είναι αναγκαίο για να σου φτιάξει ατμόσφαιρα και να σε ρίξει σε κάποιες από τις πιο έντονες και δραματικές σκηνές πάλης μεταξύ ανθρώπων και βαμπίρ που έχω διαβάσει ποτέ. Στέρεοι χαρακτήρες, πραγματικοί. Και η τελική αποκάλυψη τρομακτική, πραγματικά.
The Crown Conspiracy, Michael J. Sullivan: Ωραίο. Διάλογοι, χαρακτήρες γλώσσα, πλοκή. Ιδέα, ρυθμός. Στην κορύφωση τα χαλάει λίγο, πλατειάζει εκεί που έπρεπε να τρέχει, που ήθελες δράση κι όχι λόγια. Αλλά αποζημιώνει με το παραπάνω στην απίθανη χολιγουντιανή (με την καλή έννοια) σκηνή της κατάρρευσης του πύργου. Δύο προβλήματα, πρώτον ήθελα ο Myron να ‘ναι λίγο πιο προβληματισμένος με τον έξω κόσμο και δεύτερον να ενημερώσω το κοινό ότι είναι μάλλον δύσκολο να έχει μια ταβέρνα/καπηλειό/χάνι στην προβιομηχανική εποχή ΦΡΕΣΚΟ ΖΕΣΤΟ ΨΩΜΙ 24 ώρες το 24ωρο.
Νεκρονομικόν, Ντόναλντ Τάισον: Ενδιαφέρουσα ιδέα, η «αναπαράσταση» του Νεκρονομικόν, όπως θα ήταν αν το είχε ράψει ο Αλχραζέντ, αλλά κάπου καταντάει δυστυχώς βαρετό. Χαριτωμένοι οι υπαινιγμοί που κάνει ο συγγραφέας για τον «ταξιδιώτη».


*Προσοχή, δεν είναι τυπογραφικό λάθος. Είναι η Μπρι προηγουμένως κι ο Μπρι εδώ. Τι είναι ο Μπρι κι η Μπρι; Να ξεκουνηθείτε να πάτε να πάρετε το βιβλίο και να το μάθετε μόνοι σας. Για μένα τα έγραψε το κορίτσι; Για σας τα έγραψε.