Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Σοβαροφανής προς το εύδαιμον τέλος

Ωωωωωω...

Εκατό χιλιάδαι δίσκοι.

Έχω δει την ταινία πεντακόσιες φορές. Η φράση ακούγεται τακτικά στον καθημερινό λόγο, ακόμη και σε τηλεπαιχνίδι έχει χρησιμοποιηθεί (έλα που δε θυμάστε, στο ελληνικό Remote Control με το Φιλιππίδη). Κι όμως κάθε μα κάθε φορά με κάνει να γελάω, η σοβαροφάνειά της είναι τρομερή.

Είναι ακριβώς αυτή η σοβαροφάνεια που ταιριάζει στο σημείο που βρίσκεται η Παρέσσα. Στις εκατό χιλιάδες λέξεις δηλαδή. Ετοιμάζομαι να το λήξω, όλοι κάνουν ό,τι έχει χορογραφηθεί να κάνουν και η αφήγηση κυλάει. Οι τρύπες της πλοκής αρχίζουν να γίνονται τρύπες της κεντρικής ιδέας κι αυτό είναι με τα δίκια του τρομακτικό.

Κι ύστερα είναι και το άλλο. Τα τελευταία δύο κεφάλαια είναι η περιγραφή της τιτανοτεράστιας μάχης. Ένα σημείο της αφήγησης που στ' αλήθεια δεν το πολυκατέχω. Πέραν αυτού εδώ υπάρχει κι άλλο ένα πρόβλημα. Πώς να ζογκλάρει κανείς 50+ χαρακτήρες και οχτώ σώματα στρατού, τη στιγμή που δεν σκαμπάζει γρι από στρατηγική;

Απλό. Παίρνεις πολλές λευκές κόλλες χαρτί, γράφεις πάνω νούμερα (0,-1,-2 και λοιπά), τα απλώνεις μπροστά σου, ωσάν τον τραχανά και μετά ξεκινάς με μια λίστα των εν λόγω ηρώων και σωμάτων στρατού. Πότε έφτασε η διμοιρία της Ευωδιάδας στα Φυτίανα; Πότε ξεκίνησε η διμοιρία της Γυρνούντας από τους σταθμούς συγκέντρωσης; Τι έκανε ο λόχος με τις μόρες και πόσον καιρό νωρίτερα ξεκίνησε από τη Βασιλέντζα; Πόσες μέρες θέλει να πας από την Αργοσλού ως το Ανατολικό Φρούριο; Κι όλον αυτόν τον καιρό πού είναι ο Γκαγκαστίγια ο Γρύλλος και τι μαγειρεύει; Πού ακριβώς πήγε η Ουζούμ-Σαλκί, γριά γυναίκα και με το κατιτί στο μυαλό;

Κι είναι κι ένα σωρό "αν" που πρέπει να απαντηθούν. Αν πρέπει ο Χ να είναι την Ψ στιγμή στο Ω σημείο τότε γιατί ο Α δεν επετέθει στο Β νωρίτερα; Αν ο Γ πρέπει να μιλήσει με τον Δ (προκειμένου να φάει το απαραίτητο δραματικό παλούκι που θέλω να φάει) πού και πότε μπορεί να γίνει αυτό; Αν η Ε, η Ζ και η Η πρέπει να διασχίσουν όλην την Τρανή τότε γιατί δεν τις τρώνε οι ληστές και τ' άγρια θηρία (επίσης να επιστρέψω και να δικαιολογήσω το πώς η Ε έκανε το ίδιο ακριβώς πράγμα, ολομόναχη, χωρίς να της πειράξει κανείς τρίχα της κεφαλής της). Κι αν θέλω να σκοτώσω τον Θ γιατί να βάλω τον Ι στη θέση του κι όχι το γιο του, ας πούμε, που είναι και το πιο φυσιολογικό;

Και να 'χω κι ένα σωρό κουβέντες στο μυαλό μου που δεν τις πολυκαταλαβαίνω. Ελαφρύ ιππικό. Ιπποσφενδονίτες. Σκουτάτοι και κατάφρακτοι. Δράκα, λόχος, μοίρα, διμοιρία. Μαλατί, μαρί, σουχμιλί, παλασχί. Ο Ιτσίν κι οι γιούρτες των αδελφών του. Οι μάγοι κι οι σάμαν, αρσενικοί και θηλυκοί. Μαγικά πλάσματα, τζάναβαρ, ας εμάς καλά, μόρες κι η αιώνια απειλή των μπαλμπάλ.

Μετά τις εκατό χιλιάδες λέξεις, μπορεί μόνο να κατρακυλάει αυτή η πλοκή. Σοβαροφανής μεν, αλλά κατρακυλάει. Προς το εύδαιμον τέλος.

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Αναγνωστικό ημερολόγιο 2011 - Μάιος (5)


Ο Τέταρτος Κλώνος, Καίτη Βασιλάκου: συλλογή διηγημάτων φαντασίας. Δεν έχω να πω τίποτε άσχημο γι' αυτό το βιβλίο. Και το διάβασα με μεγάλη επιφύλαξη, τολμώ να πω. Έχει επιστημονική φαντασία, έχει μικρά φλασάκια αλλόκοτου (αρκετά κοντά στο σουρρεάλ, αλλά χωρίς να το αγγίζει ποτέ) και μερικές αρκετά δυνατές στιγμές φανταστικού, πιο κοντά το παράδοξο παρά στο κλασσικό ηρωικό/επικό φανταστικό. Πολύ ευχάριστο ανάγνωσμα.

Αίμα στη Μονή Μελαντίου, Δημήτρης Ωρολογάς. Αυτοπροσδιορίζεται ως "αστυνομικό βυζαντινό ιστορικό μυθιστόρημα". Θα ήθελα πάρα πολύ, για λόγους που αναγράφονται στο αυτάκι του, να έχω κάτι πραγματικά καλό να πω γι' αυτό το βιβλίο. Δυστυχώς αποτελείται από μια ονομαστική (με την έννοια της περιληπτικής) ταξιδιωτική οδηγία για το Βυζάντιο του 1269 μ.Χ. Υπάρχει επίσης μια καλούτσικη χρήση της γλώσσας. Αυτά.

Για το θρόνο της Θερίνια, Στυλιανός Κιλημάντζος: Να και μια ευχάριστη έκπληξη. Τον Κιλημάντζο τον διάβασα πρώτη φορά στο Χρονικό της Παγωμένης Ηπείρου και πραγματικά δαγκώθηκα όταν το έκανα. Ήταν ένα κείμενο που έδειχνε μηδαμινή πραγματική γνώση του πώς δουλεύει αυτό που λέγεται λογοτεχνία. Η ιδέα ωστόσο μέχρι του σημείου που μπορούσες να δεις πίσω από τα λάθη πλοκής, γλώσσας και χαρακτήρων, ήταν καλή. Κοντολογίς ο νεαρός είχε το σαράκι, απλά δεν είχε καθοδήγηση.

Ο θρόνος της Θερίνια είναι τρία ή τέσσερα σκαλιά σε δεκαβάθμια κλίμακα πάνω από την Παγωμένη Ήπειρο. Έχει χαρακτήρες, έχει πλοκή, έχει και σοβαρή βελτίωση στη χρήση της γλώσσας. Έχει και αληθοφάνεια πολλά σκαλιά πάνω από την Παγωμένη Ήπειρο. Και επίσης, πράγμα που με έκανε πραγματικά πολύ χαρούμενη, είχε και σαφέστατη κλίση στο μοντέρνο φανταστικό.

Αναλυτικά:

Οι χαρακτήρες είναι αληθινοί άνθρωποι. Χαρακτηριστικά, το καλό παλικαράκι δε μένει πιστό στις ιδέες του γιατί είναι το καλό παλικαράκι. Αντίθετα, σιγά-σιγά μεταμορφώνεται σε έναν ξεροκέφαλο σφαγέα, που όταν επιστρέφει και βλέπει την αρραβωνιαστικιά του παντρεμένη με άλλον, πάει και της λέει να τον παρατήσει και να πάει μαζί του. Καθόλου χολιγουντιανός ο καλός λοιπόν. Ο δευτεραγωνιστής από την άλλη, ένας χοντρός μέθυσος αστυνομικός, με ξεγέλασε -ποιαν, εμένα!- και δεν κατάλαβα εξαρχής ότι ερωτευτεί το κορίτσι… Κι ο μ@λ@κ@ς ο βασιλιάς που το σκάει πάνω στον αναβρασμό της μάχης και γυρίζει μετά να διεκδικήσει το θρόνο, μένει στο τέλος βασιλιάς! Λίγο αλλαγμένος βέβαια, αλλά και πάλι όχι δραματικά αλλαγμένος, που να τον πεις και καλό.

Όχι ότι δεν έχουν τα μικροπροβληματάκια τους. Υπάρχουν φορές που ο παλιός Κιλημάντζος αναδύεται και κάνει τους χαρακτήρες του είτε να κάνουν σαχλαμάρες είτε να λένε πράγματα που δε θα τα έλεγαν. Αλλά αυτά είναι πράγματα που τα ξεχνάς εύκολα, γιατί το σύνολο είναι πρακτικά πιστό σε αυτό που σου λέει εξαρχής ότι θα είναι. Δηλαδή πολύπλοκο και ενδιαφέρον, όπως ακριβώς θα ήταν ένας πραγματικός άνθρωπος.

Η πλοκή μπορώ να πω ότι με τραβούσε να διαβάζω παρακάτω. Υπήρξαν στιγμές που μάντεψα τι θα γινόταν, αλλά αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό. Υπήρξαν επίσης στιγμές που έβλεπα να γίνονται πράγματα που δε θα γίνονταν ποτέ στην «πραγματικότητα» (όπως ας πούμε ότι ο Καράνταρ βγαίνει στους δρόμους της παραγκούπολης και περιμένει να βρει να περνάει μια άμαξα-παύλα-ταξί, να τον γυρίσει σπίτι του ή ότι από τα εξακόσια καράβια και τους αντίστοιχους άντρες που έχει μαζί του ο Αθίριλ, όταν κατεβαίνει στο νησί με τον κερατόχοιρο, παίρνει μαζί του για εξερεύνηση καμιά δεκαριά). Αλλά και πάλι τα έβαλα στην άκρη για να δω πού θα το πάει τελικά. Και μπορώ να πω ότι δεν απογοητεύτηκα.

Η δράση είναι καταιγιστική όπου χρειάζεται και σε παρασέρνει επίσης.

Εκεί όπου είδα ότι έχει γίνει μεγάλη βελτίωση, αλλά και όπου θεωρώ ότι χρειάζεται κι άλλη, είναι η γλώσσα και η τεχνική. Η γλώσσα έχει πάψει να είναι η εφηβικά φαμφαρόνικη, μιλάει απλά, με κοφτές προτάσεις και δε λέει πράγματα που δεν τα ξέρει. Μπορεί να τη βελτιώσει ακόμη, να πλουτίσει το λεξιλόγιό του μια ιδέα περισσότερο και να βάλει ακόμη ένα συν στην ικανότητά του. Τώρα για την τεχνική, έχω να παρατηρήσω δύο κύρια σημεία που θέλουν πολύ προσοχή.

Το πρώτο είναι αυτό που λέμε info-dumb. Μεγάλα κείμενα μέσα στο βιβλίο που εξηγούν το υπόβαθρο του κόσμου, βάζοντας πληροφορία πάνω στην πληροφορία και περιμένοντας να τα θυμόμαστε μετά. Σόρρυ, αλλά αυτό δε πρόκειται να γίνει. Μέσα στις 500 σελίδες του βιβλίου θα μπορούσε να έχει απλώσει κάπως όλη αυτήν την πληροφορία, ώστε να μπορέσουμε να την χωνέψουμε οι αναγνώστες του πολύ καλύτερα. Είναι -θεωρώ- ένα από τα σημεία που αναδεικνύουν την ωριμότητα ενός συγγραφέα στο χώρο του φανταστικού. Όσο λιγότερο μάθημα πατριδογνωσίας κάνεις στους αναγνώστες σου, τόσο πιο φανατικούς θα τους έχεις.

Το δεύτερο και πιο σημαντικό είναι το πώς χωρίζονται οι σκηνές μεταξύ τους. Πολλές φορές ξεκινά ένα κεφάλαιο με μια σκηνή, τελειώνει η σκηνή, ακολουθούν αστεράκια και μετά δεύτερη σκηνή. Λαμπρά κι εγώ μαζί σου. Όμως επίσης πολλές φορές αλλάζει η σκηνή χωρίς αστεράκια και μάλιστα πάει από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Μεγάλο φάουλ αυτό. Εκεί που ήμουν πραγματικά βυθισμένη μέσα στο βιβλίο και την πλοκή, μέσα στον κόσμο που έχει δημιουργήσει, παφ! Με πετάει απ’ έξω. Με μια λέξη ξενέρωμα.

Αυτό που με ενθουσίασε περισσότερο και με κέρδισε, παρά τα προβλήματα του βιβλίου είναι ότι ο συγγραφέας δε στάθηκε στην παλιά γνωστή λιωμένη από τη χρήση ιδέα του quest party. Αντίθετα, έβαλε τη φαντασία του να δουλέψει πραγματικά, έφτιαξε μια πρωτότυπη ιστορία και έπαιξε με την έννοια του καλού και του κακού ως εκεί που δεν παίρνει. Ακόμη και το τέλος είναι εξαιρετικά «μοντέρνο». Κανείς δεν έχει το τέλειο happy end ούτε την τέλεια δραματική-τραγική κατάληξη. Αυτό εμένα μου είπε δύο πράγματα: πρώτον ότι ο συγγραφέας διάβασε μετά την Παγωμένη ήπειρο αρκετό σύγχρονο φανταστικό και δεύτερον ότι από το διάβασμά του έμαθε πράγματα, τα έκανε κτήμα του και όχι μόνο αυτό αλλά κατάφερε κιόλας α τα προσαρμόσει στη γραφή του. Συγγραφέας που εξελίσσεται και μάλιστα με τόσο θεαματικό τρόπο για μένα είναι ότι καλύτερο. Το είπα σε μερικούς φίλους, αλλά το λέω κι εδώ: αν συνεχίσει να εξελίσσεται έτσι, να ωριμάζει και να προοδεύει με αυτούς τους ρυθμούς, ίσως όχι το τρίτο αλλά σίγουρα το τέταρτο βιβλίο του Κιλημάντζου θα μας τινάξει τα μυαλά στον αέρα.

Shadow Chaser, Chronicles of Siala Book 2, Alexei Pehov: Χμ. Δεν ξέρω τι να πω γι’ αυτό. Δεν ξέρω καταρχήν αν μου άρεσε ή δε μου άρεσε. Δε λέω, πέρασα ευχάριστα, γιατί ώρες και φορές έχει ένα πολύ ωραίο χιούμορ. Αλλά είναι λίγο βαρετό. Ξεκινάει πάλι όπως και το πρώτο των Χρονικών της Σιάλα, με τον Χάρολντ σε μια πόλη (αυτή τη φορά είναι η πρώην πρωτεύουσα του Βαλιοστρ, το Ράννεγκ), κάνουμε μια μικρή περιήγηση για να βρει το γκόμπλιν της παρέας οδοντίατρο, πίνουμε στο τοπικό καπηλειό, καυγαδίζουμε σαν τους Γαλάτες, έτσι για το φίλινγκ και μετά πάμε να κλέψουμε. Κατόπιν της κλοπής, ξεκινάμε πάλι την περιήγηση εις τα εξοχάς, όπως και στο πρώτο βιβλίο. Το καλό είναι ότι έχει δράση, άσχετα που εγώ βαρέθηκα. Υποθέτω ότι η βαρεμάρα είναι αποτέλεσμα του ότι ο Πεχώφ προσπαθεί να γεμίσει μερικές σελίδες μέχρι να έρθει η ώρα να μας πει τι γίνεται στο Χραντ Σπέιν (στο οποίο με το πέρας του δεύτερο βιβλίου δεν έχουμε ακόμα φτάσει). Επίσης καλό (γουέλ, όχι για τους ίδιους) είναι ότι το body count είναι σημαντικό: στο τέλος του πρώτου βιβλίου η συντροφιά έχει χάσει έναν άντρα, στο τέλος του δεύτερου έχουν απομείνει τρεις κι ο κούκος κι ένας ετοιμοθάνατος.

Το ταξίδι του βασιλιά Γιουβόραν, Clark Ashton Smith: Γενικά, στην τριάδα Λάβκραφτ-Χάουαρντ-Σμιθ είναι ο λιγότερο γνωστός αλλά για μένα, ο πιο συγκροτημένος. Τα κείμενά του πέραν της όποιας φανταστικής τους δύναμης, αποπνέουν μια γλυκύτητα που ούτε ο μελαγχολικός και απαισιόδοξος Λάβκραφτ είχε, ούτε ο ούργκα-ούργκα Χάουαρντ. Ακόμα κι ο τρόμος του είναι εκείνος που σέρνεται πάνω σε βελούδα κι αρωματισμένα πέπλα. Η παρούσα συλλογή περιλαμβάνει ένα πολύ δυνατό διήγημα τρόμου, τον Κολοσσό του Ιλούργκν, που κάνει το Στους δρόμους, οι πόλεις του Κλάιβ Μπάρκερ να μοιάζει παιδική ιστορία. Κι ύστερα πέφτει στην απίστευτη τρυφερότητα του Γκουλ, όπου ο τρόμος κι η αγάπη μπλέκονται σε κυριαρχικό χορό και στην ελαφρότητα του βασιλιά Γιουβόραν, με την φαλάκρα του και το απίστευτα γελοίο του στέμμα με το ταριχευμένο πουλί γκαζόλμπα στην κορφή. Αυτά τα αναγνώσματα αποτελούν ευχάριστο διάλλειμα για μένα. Με κάνουν να γυρίζω στην εφηβεία μου, με όλες τις ευχάριστες παρενέργειες που μπορεί να ενέχει αυτή η επιστροφή.