Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

19 Μαΐου - Μνήμη Γενοκτονίας Ποντίων

Η Όλγα ήταν δέκα ετών. Όταν ήρθε από την περιοχή την Σμύρνης, από το τσιφλίκι του Αγίου Γεωργίου, στην καταστροφή, ήταν τεσσάρων. Αλλά στα δέκα της είχε η ζωή της πάρει να στρώνει. Είχε τη μάνα της και τον πατέρα της και τ' αδέλφια της, τρία κορίτσια κι ένα αγόρι, πράγμα που άλλα προσφυγάκια δεν είχαν. Κι είχε πάει και μια φορά στον "κενηματόγραφο".



Έτσι έλεγε στα άλλα παιδιά που έπαιζαν μαζί της, παιδιά μεγαλύτερα, που είχαν στ' αλήθεια δει στο απίστευτο θαύμα του κινηματογράφου. Κι εκείνα την κορόιδευαν, "σιγά" της έλεγαν, "μην πήγες εσύ στον κενηματόγραφο!" Αλλά η Όλγα επέμενε.



-Πήγα σας λεω! Πήγα! Κι είδα ένα άλογο δεμένο σ' ένα παλούκι και πίσω φωτιά και τ' άλογο έτρεχε γύρω-γύρω στο παλούκι και πνίγηκε και το 'καψε η φωτιά!



Τα παιδιά δεν την πίστευαν. Αλλά την πίστεψε η μάνα της, η Δημητρία του Δημητρού του Λύκου και κάτι σφίχτηκε στην καρδιά της. Ποιος πήγε το παιδί στον κενηματογράφο; Ο Δημητρός δεν είχε μαντήλι να κλάψει, θα πήγαινε τα παιδιά στον κενηματόγραφο; Άρα κάποιος άλλος την πήγε, για να λέει κιόλας ότι είδε τέτοια πράγματα άγρια, τι, από το μυαλό του τα έβγαλε το παιδί; Πολλά πράγματα άσχημα είχαν ακουστεί για τους παλιάνθρωπους που τριγύριζαν στα προσφυγικά και το χωριό τους το Κρυονέρι, εξαίρεση δεν ήταν. Κι η Δημητρία έτρεμε στην ιδέα του τι θα γινόταν το κορίτσι της όταν μεγάλωνε, αν κάποιος είχε προσβάλει την τιμή της, αν την είχε χαλάσει. Πώς θα την πάντρευε, πώς θα πάντρευε τις υπόλοιπες κόρες της και το μοναχογιό της;



Αλλά η μικρή δε θυμόταν ποιος την πήγε. Η Δημητρία την πήρε με το καλό, την πήρε με το άγριο, την απείλησε ότι θα την κουρέψει γουλί κι ότι θα την κλείσει στο ντάμι με τη γαϊδούρα, τη φιλοδώρησε με χαστούκια για να της δώσει να καταλάβει πόσο σοβαρό ήταν αυτό που είχε γίνει. Τίποτε, κόπος άδικος. Πήγε στο κενηματόγραφο, αλλά με ποιον δε θυμόταν.



Τότε η μάνα της (για να μην καταφύγει στην τρομερή λύση να το πει του Δημητρού, γιατί ποιος ξέρει τι θα έκανε και ποιον θα σκότωνε ο άντρας της) φώναξε στο σπίτι το νονό της Όλγας, που ήταν γιατρός και του είπε τι είχε γίνει. Ο γιατρός ήταν άνθρωπος μορφωμένος κι έξυπνος, κάτι θα ήξερε, ποιος είχε φήμη ότι τριγυρίζει μικρά κορίτσια στο χωριό; Αλλά εκείνος είχε άλλη γνώμη, αντί να λέμε κουβέντες στον αέρα, άσε με να μιλήσω εγώ με τη μικρή. Μπορεί εμένα που δε με ντρέπεται ("και δε με φοβάται", θέλησε να συμπληρώσει αλλά δεν το έκανε, γιατί η Δημητρία ήταν γυναίκα σκληρή με ξένους και δικούς το ίδιο) να μου πει ποιος ήταν μαζί της.



Πήρε λοιπόν την Όλγα ο νονός της και την πήγε μια ωραία βόλτα. Την πήγε στην πλατεία του χωριού και της αγόρασε σάμαλι κι ένα μπουκάλι γάλα. Κι όταν γύρισαν στο σπίτι, η καημένη η Όλγα τού χάιδευε το χέρι σαστισμένη κι εκείνος έκλαιγε, έτρεχαν τα μάτια του νερό. Η Δημητρία τούς περίμενε στην πόρτα κι άγριος φόβος έτρωγε τα σωθικά της, να βλέπει το γιατρό έτσι, ποιος ξέρει τι του είπε το παιδί, ποιος ξέρει ποιο κακό χειρότερο έχει γίνει. Στείλανε τη μικρή στο σπίτι, σκούπησε τα μάτια του ο άντρας κι είπε σιγανά:



-Δημητρία, το παιδί στον κινηματογράφο δεν πήγε. Όταν φεύγαμε από την πατρίδα, θυμάσαι που περάσαμε από το χάνι που καιγόταν, εσείς επάνω στο κάρο, με το παιδί αγκαλιά κι εμείς ποδαράτοι. Εκεί, στο χάνι που καιγόταν, είχε κάποιος ξεχάσει ένα άλογο δεμένο, που πνίγηκε και κάηκε. Αυτό θυμάται το παιδί, Δημητρία. Κι ο Θεός να βάλει το χέρι του, νομίζω δε θα το ξεχάσει ποτέ.






Η Όλγα πέθανε πρόπερσι κοντά στα εκατό. Ο αδελφός της ο Γιώργης έκανε δυο κόρες και της μεγάλης του κόρης της Δήμητρας κόρη είμαι εγώ. Κι ο γιατρός είχε δίκιο, η Όλγα θυμόταν εκατό χρονώ γιαγιούλα το άλογο και τη φωτιά. Όπως θα θυμόμαστε όλοι όσοι έχουμε έστω λίγο προσφυγικό αίμα στις φλέβες μας, Πόντιοι ή άλλοι, ότι κάποτε μας στέρησαν το δικαίωμα να ζούμε κάτω από τον ουρανό της πατρώας γης.



Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Της υπομονής

Η Παρέσσα πέρασε αισίως (πριν από μερικές μέρες για την ακρίβεια) τις 75,000 λέξεις. Αυτό για κάποιους που με κατηγορούν για τουβλογράφο, θα είναι σίγουρα έκπληξη, διότι στις 28 Φλεβάρη ήμουν στις 50,000. Τρεις μήνες παρά κάτι για 25,000 λέξεις; Λίγο φαίνεται για τα μέτρα μου.
Αλλά τελικά δεν είναι διότι πέραν της όποιας θέληση για γράψιμο, υπάρχουν και οι συνθήκες που κάποιες φορές είναι απαγορευτικές. Χειρουργείο (ελαφρύ), ανάρρωση και μετά προσαρμογή σε νέες καταστάσεις. Ζόρια και υποχρεώσεις, Πάσχα, κηδείες και μνημόσυνα. Και αλλαγές στο εργασιακό περιβάλλον.
Αλλά κάνω υπομονή. Η ιστορία φαίνεται να κυλάει σχετικά ομαλά. Βεβαίως όσο ομαλά μπορεί να κυλάει μια πλοκή που ξέρεις ήδη ότι έχει κάτι τρούπες να, σαν την τρύπα απ' όπου βγήκε ο Σκώληξ που φόνευσε ο Μέγας Αλέξανδρος. Ωστόσο κυλάει. Γράφω σκηνές που με συγκινούν προσωπικά, οι ήρωές μου καταλήγουν με τρόπους που τους αξίζουν και στέκουν στο ύψος των χαρακτήρων τους. Το "κακό" πλησιάζει, το "καλό" ανασυντάσσεται κι εγώ απλά κάνω υπομονή.

funny pictures - The Butler did it....  Now get me fud!
see more Lolcats and funny pictures, and check out our Socially Awkward Penguin lolz!

Τι άλλο να κάνει κανείς όταν έχει να διαχειριστεί 450,000 λέξεις που τον ζορίζουν να τις γράψει;

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Αναγνωστικό ημερολόγιο 2011 - Απρίλιος (6)

Ε, ναι, λοιπόν. Τα κατάφερα. Έγραψα το ημερολόγιο του Απριλίου λίγο μετά που εξέπνευσε ο Απρίλιος. Τέτοια είμαι. Χαχα.

Το Στοίχημα των Ανθρώπων, Μιχάλης Σπέγγος: Παράξενο μου φάνηκε. Σαφώς και αναγνωρίζει κανείς τη γραφή του, κι αυτό γιατί έχει ένα ιδιαίτερο ύφος που τον κάνει άμεσα αναγνωρίσιμο. Η ιδέα είναι καλή, απλά ίσως όχι του γούστου μου. Υποθέτω ότι όσοι αγάπησαν την ταινία “8th Wonderland” θα λατρέψουν και το "στοίχημα", αλλά εμένα από τη μία δεν με συγκλόνισε κι από την άλλη έπιασα τον εαυτό μου να διαφωνεί με πολλά σημεία της θεωρίας (άσχετα αν ο συγγραφέας έχει τη λεπτότητα να μην παίρνει ο ίδιος θέση ποτέ -άλλο ένα ατού του τρόπου γραφής). Οι χαρακτήρες είναι πιστοί σ’ αυτό που σου λένε ότι είναι εξαρχής, και πραγματικοί, χειροπιαστοί. Κάπου όμως πλατειάζει. Ενώ θέλω πολύ, δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω το ταξίδι της Νίκης προς την ενηλικίωση. Παραθέτει ανακατεμένες σκέψεις, πράξεις και πεποιθήσεις, σε ένα απέραντο tell, με το show υπαρκτό μεν, αλλά σαφώς υποβαθμισμένο.

Το τρομακτικό μυστικό του Αϊνστάιν, Ανδρέας Καπανδρέου: Φανταστικά διηγήματα εκ Κύπρου ορμώμενα; Χμμμ… Λιχουδιά. Τα απέκτησα λίγες μόνο μέρες μετά που έμαθα γι’ αυτά. Δεν είναι δύσκολο και μάλιστα, στο κεντρικό βιβλιοπωλείο που τα ζήτησα μου τα έφεραν την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα. Ταχύτης. Αυτό που διάβασα ήταν κάτι που το έγραψε ένα άνθρωπος που ξέρει να χρησιμοποιεί σωστά και όμορφα τη γλώσσα, αλλά θέλει λίγη ακόμη προσπάθεια στο στήσιμο της πλοκής, σ’ εκείνο δηλαδή το σημείο του κειμένου που αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για το αν θα γίνει εκείνο το περίφημο «immersion». Θα ήθελα στην επόμενη δουλειά του (που ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ότι θα ψάξω θα αγοράσω και θα ξεκοκαλίσω εν ριπή οφθαλμού, αμά τη εμφανίσει) να διακρίνω την προσπάθειά του να επεξεργαστεί το δραματουργικό αποτέλεσμα των κειμένων. Κι επίσης θα ήθελα να ασχοληθεί λίγο περισσότερο με τους ίδιους τους χαρακτήρες, να μην τους τοποθετεί απλά μέσα σε κάποιο συμβάν που θα τους αλλάξει τη ζωή. Η καλύτερή στιγμή στο παρόν βιβλίο είναι η Ζωίτσα της «Σχολικής Εκδρομής», η Αλίκη του ομώνυμου κι ο βιβλιοθηκάριος του «Τρομακτικού Μυστικού». Πέραν τούτων, δεν πήρα πολλές πληροφορίες ώστε να συμπαθήσω και να συμπάσχω με τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Τέλος εκείνο που πραγματικά θα περίμενα, αλλά δεν το είδα, είναι να υπάρχει μια ομοιομορφία ανάμεσα στα θέματα. Το θέμα κι ο υπότιτλος είναι οι αλλόκοτες ιστορίες. Ο «Αμάρ», η «Γυναίκα που Έπεσε από ψηλά» και το «Μέχρι πού θα πάει αυτή η βαλίτσα;» είναι ξεκάθαρα άσχετα με το χαρακτηρισμό αυτό (σε σύνολο δώδεκα διηγημάτων).

Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα, Γιώργος Τσαντίκος: Κάπου είδα να το παρομοιάζουν με το Λένο Χρηστίδη. Δε θα φέρω αντίρρηση. Θα προσθέσω όμως ότι καταφέρνει να έχει τη δική του άποψη, τη δική του θεματική και τη δική του ματιά. Νομίζω ότι όταν αποφασίσει να γράψει κάτι πολεμώντας τις επιρροές του, τότε θα δούμε ένα αληθινό αστέρι ανάμεσα στους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες. Δηλώνω φαν μετά της αδελφής μου και περιμένουμε το επόμενο.

«Ο τρόμος του Ντάνγουιτς» και «Ο ναός του τρόμου», Χ.Φ. Λάβκραφτ: Γενικά με τον Λαβκραφτ μου συμβαίνει το εξής: Διαβάζω ένα διήγημά το, το λατρεύω και μετά από ένα-δυο μήνες, το ξεχνάω. Περνούν τα χρόνια και κάποια στιγμή μετά από ένα ή δύο χρόνια, επιστρέφω και ξαναδιαβάζω το ίδιο διήγημα και το ξαναλατρεύω, γιατί έχω ξεχάσει τι περιείχε! Τέλειο; Το ονομάζω «Λαβκράφτεια Χρυσοψαρική Μνήμη». Κάθε φορά είναι σαν την πρώτη φορά…

Λάχεσις, Στεφανία Καρκαμάνη: Το βρήκα τυχαία στην Πρωτοπορία και μαγεύτηκα από το εξώφυλλό του. Ήταν πραγματικά τέλειο, από τα ωραιότερα των τελευταίων χρόνων. Και το κείμενο του οπισθόφυλλου ξεκινάει με τη φράση «Θεσσαλονίκη 2157». Όπως καταλαβαίνετε, δεν πήρα καν ανάσα πριν το αγοράσω. Δυστυχώς το περιεχόμενο με απογοήτευσε. Η γλώσσα ήταν το μόνο που σώζεται. Η επιλογή του τρόπου με τον οποίο παραθέτει τα γεγονότα είναι αλλοπρόσαλλη (πηδάει μια εδώ και μια εκεί). Οι χαρακτήρες, ενώ δεν είναι καρικατούρες, είναι γραμμένοι με τέτοιον τρόπο που να παίρνω την εντύπωση ότι η συγγραφέας ηθελημένα προσπάθησε να τους κάνει καρικατούρες. Η δε ιδέα είναι σχετικά κοινότυπη: ένα χάπι που σε κάνει να ξεχνάς και οι συνέπειες της χρήσης του. Και στο τέλος, μια υπόσχεση -ή μήπως ήταν απειλή;- για σήκουελ.

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Αναγνωστικό ημερολόγιο 2011 - Μάρτιος (18)

Τι να κάνω; Να μην κάνω κι εγώ ένα μπρέικ, γιορτές που ‘ρθανε (και περάσανε;) Έκανα. Μεγαλούτσικο για να πω την αλήθεια μου, αλλά το έκανα, το είχα ανάγκη. Προσπάθησα να γράψω λίγο, αλλά τα αποτελέσματα είναι αμφιλεγόμενα. Να διαβάσω ίσως, χμ, το Μάρτιο κάτι έγινε, ο Απρίλης μάς τα ψιλοχάλασε. Αλλά για τον Απρίλη θα τα πούμε όταν τελειώσει (κι ενδεχομένως, αλλά όχι απαραίτητα, πριν περάσει ο Μάιος…)


Ενυδρία, Βάγια Ψευτάκη: Η καλή μου φήμη λέει ότι τα βιβλία που ανήκουν στο ελληνικό φανταστικό τα διαβάζω από τους πρώτους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ήταν μόνο η καλή μου φήμη που έπρεπε να προστατέψω, αλλά κι η αγωνία της καημένης της Βάγια, η οποία τυγχάνει γνωστή, και τολμώ να πω και φίλη.
Αρχικά θα μιλήσω για το βιβλίο ως αντικείμενο και θα ταχθώ υπέρ της άποψης ότι πραγματικά πήρα κάτι που έχει τη διπλάσια ποιότητα στη μισή τιμή. Κι εγώ δεν ξέρω πόσον καιρό είχα να πιάσω στα χέρια μου τόσο περιποιημένο βιβλίο, με υδατογραφήματα στις σελίδες του και ωραίο εξώφυλλο. Μόνο το μελάνι να πληρώναμε πάλι θα έπρεπε να έχει τη διπλή τιμή. Αλλά πραγματικά ήταν μια μοναδική, ευχάριστη έκπληξη. Ακόμη και το χαρτί ήταν λείο, πολύ όμορφο.
Το ίδιο το ανάγνωσμα ήταν απολαυστικό. Η ιδέα τέλεια. Λίγο πιο σουρεάλ απ' όσο την περίμενα, αλλά από την άλλη όσα κείμενα της Ενυδρίας είχα διαβάσει παλαιότερα μου έδειχναν ένα διαφορετικό πρόσωπο του φανταστικού. Η εκτέλεση…. Χμ. Τα μέρη είναι χωρισμένα σωστά, θεματικά, παρά που είναι ανισοσκελή. Το πρώτο θα το έλεγα λίγο αργό, αν και α) συμβαίνουν πολλά πράγματα, β) είναι όλα αναγκαία για να κατανοήσουμε το Ψάρι και την ψυχοσύνθεσή του. Το δεύτερο μέρος έχει κάποιες αδυναμίες που τις πω παρακάτω και το τρίτο είναι απλά τέλειο, το ιδανικό κλείσιμο, σύντομο και snappy. Αυτό που με ενόχλησε ήταν οι περιγραφές. Ειδικά στο δεύτερο μέρος κάθε φορά που η Μπρι μπαίνει σε ένα μέρος, ξεκινά να το περιγράφει, ακόμα κι αν είναι να φύγει μετά από ελάχιστες στιγμές. Από ένα σημείο κι ύστερα ήταν λίγο κουραστικό, όπως κατά τη γνώμη μου κι η εισαγωγή διαρκώς νέων χαρακτήρων ως και τις τελευταίες σελίδες. Τη γλώσσα απλή θα την έλεγα. Χωρίς μεγάλες φαμφάρες, στρωτή και καθημερινή. Οι διάλογοι του πρώτου μέρους είναι πολύ καλοί, πρακτικά αληθοφανείς. Το μόνο που δε μου άρεσε ήταν κάποια γλιστρήματα του λεξιλογίου στο δεύτερο μέρος. Δεν περίμενα τα πλάσματα της Ενυδρίας να ξέρουν για την τηλεόραση ή τέτοια. Αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρη ότι δεν είναι το βίτσιο μου που με κάνει να στραβώνω ελαφρώς.Η πλοκή μάλλον μπερδεμένη, αλλά σε ικανοποιητικό βαθμό. Ομολογώ ότι όταν πρωτοεμφανίζεται ο Μπρι* τα χάνω λιγάκι, αλλά μετά αρχίζω και μπαίνω στο νόημα και το θέμα τσουλάει πολύ καλά.
Συνολικά ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, που όμως είμαι σίγουρη ότι έχασα τους μισούς του συμβολισμούς (γιατί κατά βάθος είμαι λίγο ζώον στην ψυχολογία, οπότε λογικά πολλοί υπαινιγμοί του δεύτερου μέρους μου ξεφύγανε). Το διάβασα σχεδόν μονορούφι και περιμένω να δω τι άλλο έχει το κορίτσι για μας στο συγγραφικό του μέλλον.
Υπόκοσμοι, Κωνσταντίνα Δελημήτρου: Η Κωνσταντίνα Δελημήτρου, η γνωστή μας «Ψιλικατζού» και «x-ψιλικατζού», το ‘κανε πάλι το θαύμα της. Αυτή τη φορά με ένα βιβλίο φαντασίας (φανταστικής σάτυρας θα έλεγα εγώ) από τις εκδόσεις Λιβάνη. Η Βιβλιονέτ και το οπισθόφυλλο του βιβλίου λένε τα εξής:
Ένα αλληγορικό παραμύθι ξετυλίγεται σε φανταστικούς κόσμους, τους Υποκόσμους, προσπαθώντας με χιούμορ να φωτίσει πτυχές της σύγχρονης εποχής, όπως η μετανάστευση και ο ρατσισμός. Μια σατιρική ιστορία φαντασίας, με ήρωες ανθρώπους, κλώνους, αυτόματα, τέρατα, ημίθεους και άλλα πλάσματα της ελληνικής μυθολογίας. Παράλληλες αφηγήσεις της καθημερινότητας των ηρώων από ψηλά και χαμηλά, από τον Όλυμπο και την Πλάση, δημιουργούν ένα αστείο παζλ γεγονότων, ένα ευχάριστο μπέρδεμα στους τόπους, τους χρόνους, τις διαλέκτους, τις κουλτούρες και, εντέλει, τη μυθολογία και την πραγματικότητα όπως την ξέρουμε.
Οι θεοί υπάρχουν... Βρίσκονται στον Όλυμπο και ψηφίζουν Σενάρια για όλα όσα ζούμε στη Γη. Η δημοκρατία, οι τέχνες, καθετί τριγύρω μας, ακόμα και τα χρώματα της μόδας έχουν γραφτεί σε Σενάρια από τις Μοίρες και προτείνονται στους δώδεκα θεούς για να δοκιμαστούν προτού εφαρμοστούν στη Γη.
Πού τα δοκιμάζουν οι θεοί;
Μα στους Υποκόσμους!
Ένα σετ πρόχειρων πλανητών όπου τεστάρονται όλα τα Σενάρια για τα μελλούμενα κι άμα έχουν αρκετό σασπένς, αίμα ή βαβούρα, ψηφίζονται μεμιάς και στέλνονται στη Γη για να ταλαιπωρήσουν τους ανθρώπους.

Εγώ που μόλις το τελείωσα όμως, έχω να προσθέσω ότι μιλάμε για σκαμπρόζικο χιούμορ που σου κλείνει το μάτι τρεις φορές σε κάθε σελίδα, χαρακτήρες που από τους χαριτωμένους τους διαλόγους καταλαβαίνεις πολλά και ένα σωρό τσιτάτα που, αλήθεια σας λέω, είναι έτοιμα να γίνουν επιγραφές σε t-shirt και να τινάξουν τα μυαλά μας στον αέρα. Η γλώσσα ρέει, η πλοκή έχει τόσες πλευρές που ξαφνιάζει και οι αναλογίες με την πραγματικότητα εμφανείς.
Απόκρημνος Χρόνος, Περικλής Μποζινάκης: Καταπληκτικό. Πιθανόν ό,τι καλύτερό του έχω διαβάσει ως τώρα (κι έχω την εντύπωση ότι έχω διαβάσει όλα όσα έχει γράψει πλέον). Ατμόσφαιρα, δομή (με τα Α και Β μέρη των κεφαλαίων) χαρακτήρες, κορύφωση. Δύο προβλήματα κατ’ εμέ: Πρώτον οι σκηνές σεξ στο τέλος ήταν μάλλον υπερβολικές (και δε βλέπω να προάγουν και πολύ την πλοκή) και δεύτερον η ύπαρξη του δωματίου κι ο ρόλος του δεν εξηγούνται επαρκώς. Πραγματικά δε μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Ίσως τελικά αυτό να είναι το κατάλληλο μέγεθος κειμένου που του επιτρέπει να ξεδιπλώνει όλο του το ταλέντο.
Το πείραμα της όγδοης μέρας, Ορέστης Ευθυμίου: Ομολογώ ότι δεν το ξεκίνησα με πολύ ευνοϊκή διάθεση, εφόσον η επιστημονική φαντασία με δυσκολεύει κάπως (βλ. με κάνει και βαριέμαι κάποιες φορές). Ωστόσο το τελείωσα και μάλιστα γρήγορα και χωρίς να το βαρεθώ περισσότερο απ' ότι βαρέθηκα κάτι φάντασυ που πέσανε στα χέρια μου τελευταία...
Πιο αναλυτικά σχόλια: Χαριτωμένο χιούμορ, αλλά όχι πάντα πετυχημένη η επιλογή της θέσης του. Κάποιες φορές έμοιαζε μάλλον παράταιρο. Χαριτωμένο ξεκίνημα, αλλά ακολουθούν και επαναλαμβάνονται κατά καιρούς πάαααρα πολλές σελίδες infobubble. Αυτό νομίζω ότι είναι και το πλέον αδύναμο σημείο του βιβλίου. Επίσης έχει πολύ tell και λίγο show στους χαρακτήρες. Όχι απαραίτητα κακό, αλλά μάλλον ντεμοντέ προσέγγιση. Ωραίοι διάλογοι (εκτός από εκείνους που τους κάνει εντελώς ξύλινους το infobubble).
Γενικά, θεωρώ ότι ο Ευθυμίου έχει εξαιρετικό δυναμικό κι ότι πρέπει όπως και δήποτε να το εξασκήσει σκληρά. Θεωρώ ότι με το δυναμικό που έχει και μια καλή δόση επιμονής και αφοσίωσης, έχει μακρύ και λαμπρό μέλλον μπροστά του.
Δηλαδή, εγώ τώρα πέθανα; Γιάννης Λάχανης: Έπεσα πάνω στο βιβλίο αυτό στο ... Facebook. Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας είχε ανεβάσει μια διαφήμιση, στην οποία, ως γνωστή κίσσα του ελληνικού φανταστικού τσίμπησα αμάσητη.
Αγόρασα το βιβλίο λίγες μέρες αργότερα, αλλά θες ο όγκος του, θες ότι δεν ήμουν στην κατάλληλη διάθεση, δεν το είχα διαβάσει ως τώρα, αφήνοντάς για έναν περίπου χρόνο στο ράφι της βιβλιοθήκης. Έκανα περίπου δέκα μέρες να το τελειώσω (εννοώντας ότι θα μπορούσα να το είχα τελειώσει και σε πολύ λιγότερες) και σ’ αυτό συντέλεσαν διάφοροι λόγοι.
Είναι συλλογή διηγημάτων ή μυθιστόρημα; Ξεκινώντας το και διαβάζοντας τα πρώτα τέσσερα κεφάλαια, προσπαθούσα ειλικρινά να βρω τη σχέση μεταξύ τους, διότι είχαν την εντύπωση (από το ίδιο το κείμενο κι όχι από τη διαφήμιση) ότι επρόκειτο για μυθιστόρημα. Στο πέμπτο πια κομμάτι που πήγαινε σε εντελώς άλλο δρόμο, κατάλαβα ότι ήταν διηγήματα. Ξαναγύρισα λοιπόν και τα ξαναδιάβασα ως τέτοια, για να μην τα αδικήσω. Και δυστυχώς δεν τα αδίκησα. Η ιδέα (τόσο η κεντρική όσο και οι επιμέρους) δεν είναι σχεδόν ποτέ κακή, αν και από ένα σημείο κι έπειτα είναι πάντοτε κι εντελώς προβλέψιμη. Κάποιος που τρομάζει από κάτι για να ανακαλύψει ότι τελικά είναι ο ίδιος που είναι νεκρός/σίριαλ κίλλερ/δαίμονας της κολάσεως. Η επανάληψη είναι η μήτηρ πάσης μαθήσεως, αλλά από τη σελίδα 50 έως και την 324 που τελειώνει, η διδακτέα ύλη ήταν συνεχώς η ίδια. Η ατμόσφαιρα είναι χαριτωμένη (αν μπορείς κανείς αυτό να το πει σε ένα κείμενο τρόμου). Ο ίδιος ο τρόμος είναι άλλες φορές υπερφυσικός κι άλλες όχι, αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια αυτού που αναγνωρίζουμε ως τρόμο. Οι χαρακτήρες διχάζονται, άλλοι είναι σχεδόν άψογα σκιαγραφημένοι (τολμώ να πω, με γνώση των συνεπειών του νόμου, ότι όλοι ετούτοι είναι αντρικοί χαρακτήρες), ενώ άλλοι (οι περισσότεροι γυναικείοι, με μέγιστο φετίχ τους το ότι ανατριχιάζουν τακτικότερα απ' όσο θα έπρεπε) είναι μάλλον παιδιάστικα ζωγραφισμένοι με δαχτυλομπογιές. Αυτό που προσωπικά βρίσκω πολύ δύσκολο και να δεχτώ, αλλά και να πω εδώ, δημόσια, είναι ότι η ίδια η γραφή είναι εκείνη που καταστρέφει το αποτέλεσμα. Ειδικά η αγάπη του συγγραφέα για παρομοιώσεις και παράξενες οπτικές γωνίες που παίζουν το ρόλο του "comic relief". Μεταφέρω μία από αυτές εδώ, γιατί πραγματικά δε θέλω να επεκταθώ περισσότερο. Ας κρίνετε μόνοι σας.
Το κάθισμα στη στάση του λεωφορείου είναι παγωμένο και οι γυμνοί μηροί της ανατριχιάζουν στο άγγιγμά του. Αν ήσουν ένα μόριο πάνω στο λευκό της δέρμα, θα εντυπωσιαζόσουν από τα ψηλά ξανθά δέντρα που μέσα σε ένα δευτερόλεπτο υψώθηκαν μπροστά σου και θα αναζητούσες διέξοδο από αυτό το μαγικό δάσος.

Το Ασήμι που Ουρλιάζει, Αβραάμ Κάουα: Το ρούφηξα. Δε λέω ότι αναγνώρισα κάθε υπονοούμενο και κάθε Easter Egg αλλά το καταδιασκέδασα. Οι περιγραφές ήταν πραγματικά κινηματογραφικές και το τέλος, έτσι αιωρούμενο εξαιρετικό (παρά που πολύ βολικά προϊδεάζει για ένα σίκουελ). Το μόνο που δεν κατάλαβα εύκολα ήταν ότι ο Τζων ήταν τυφλός. Υποθέτω όμως ότι έπρεπε να το καταλάβω από το μπαστούνι. Αυτό που μου έλειψε όμως ήταν μια πιο ξεκάθαρη εξήγηση του γιατί και πώς σκοτώθηκε ο Σάμιουελς. Τόσα είπε μια ψυχή (ν μην σας σποϊλεριάσω ποια), δε μπορούσε να το πει κι αυτό;
Deja vu, Πόπη Βερνάρδου: Συλλογή διηγημάτων με περίπου κοινό τόπο τις προηγούμενες ζωές. Δεν ξέρω τι ακριβώς φταίει, αλλά μου ήταν πολύ δύσκολο να τις διαβάσω. Έπιασα τον εαυτό μου να βαριέται και να πηδάει σελίδες.
Ακατανόμαστες εξομολογήσεις, Γιώργος Πολ. Παπαδάκης: Πολύ ντεμοντέ συλλογή διηγημάτων τρόμου. Η γραφή είναι λίγο αφελής. Το tribute στους κλασσικούς του τρόμου (Πόε, Λάβκραφτ και λοιποί) είναι σωστό, αλλά όλες οι ιστορίες είναι έντονα αναμενόμενες. Άσκηση μίμησης ύφους ναι. Αυτοτελές έργο συγγραφέα όχι.
Οδύσσεια στο χωροχρόνο, Γιώργος Β. Παπαδόπουλος: Τύπου Γιώργου Θαλάσση ιστορία με χρονοταξίδι. Ακατανόητο στο τέλος.
Ένα χαμόγελο στο σκοτάδι, Δημήτρης Στρεμμένος: Διηγήματα τρόμου. Χαριτωμένες ιδέες που όμως δεν υποστηρίζονται ούτε από τη δομή ούτε από τη γλώσσα. Περιορισμένη πειστικότητα.
Η Μοναξιά του Θεού, Χρίστος Λογαρίδης: Διηγήματα επιστημονικής αλλά και αλληγορικής φαντασίας, με υπερβολικά στολισμένο λόγο, κλισέ ανθρωπιστικά μηνύματα (είμαστε όλοι πουλημένοι, η τηλεόραση δεν είναι ελευθερία, άμα αγοράζεις και πουλάς είσαι κακός) και άλλα τέτοια. Πολύ μπλα-μπλα και ξύλινοι διάλογοι.
Η Έβδομη Σφραγίδα, Σταύρος Μουντουφάρης: Έχω διαβάσει σχεδόν όλα του τα βιβλία και νομίζω ότι είναι το χειρότερο. Σχεδόν μόνο διάλογος, κακογραμμένος και κλισέ όσο δεν παίρνει, και από υπόθεση Ανάστα ο Κύριος. Και pun intented
Ο Φύλακας των Ψυχών, συλλογικό: 8 διηγήματα που έχουν όλα τον ίδιο τίτλο: ο Φύλακας των Ψυχών. Και διατείνονται ότι είναι διηγήματα φαντασίας. Από τα 8 μόνο τα δύο, άντε κι ένα τρίτο ανήκουν στο φανταστικό. Τα υπόλοιπα είναι καθαρές αλληγορίες ή σουρεαλισμοί ή και απλές καθημερινές ιστορίες. Ξεχώρισα τον Φύλακα του Νίκου Φαρούπου, που μπορεί να διάλεξε την κοινοτυπία της δυστοπίας, αλλά κέντησε το κομμάτι του (είναι και το μεγαλύτερο από τα 8) με τις ωραιότερες και τις πιο φίνες κλωστές.
Μικρές Αγγελίες, Αντώνης Κρύσιλας: Mainstream συλλογή διηγημάτων που γυρίζει γύρω από το θέμα της δουλειάς. Το αγόρασα με πολλές προσδοκίες, αλλά αποδείχτηκε λίγο. Φαίνεται πως ο Κρύσιλας γράφει όπως κι εγώ: Τέλεια (εκείνος, εγώ μέτρια) στο φανταστικό, μέτρια στο mainstream. Αν και το θέμα ήταν εντελώς ενήλικο, η γραφή ή μάλλον το ύφος ήταν κάπως παιδιάστικα αθώο.
Παραμύθια της Κύθνου, Γιώργος Βενετούλιας: Τι να σχολιάσει κανείς; Υπέροχα!
Twelve, Jasper Kent: Εξαιρετικό. Ιστορικό τρόμου, που διαδραματίζεται στη Ρωσία, καθώς εισβάλει και υποχωρεί ο Ναπολέων. Τα υπονοούμενα πριν αποκαλυφθεί η φύση των Δώδεκα είναι τρομερά διασκεδαστικά. Κάπου πλατειάζει αλλά πριν αρχίσεις να δυσφορείς καταλαβαίνεις ότι το τράβηγμα είναι αναγκαίο για να σου φτιάξει ατμόσφαιρα και να σε ρίξει σε κάποιες από τις πιο έντονες και δραματικές σκηνές πάλης μεταξύ ανθρώπων και βαμπίρ που έχω διαβάσει ποτέ. Στέρεοι χαρακτήρες, πραγματικοί. Και η τελική αποκάλυψη τρομακτική, πραγματικά.
The Crown Conspiracy, Michael J. Sullivan: Ωραίο. Διάλογοι, χαρακτήρες γλώσσα, πλοκή. Ιδέα, ρυθμός. Στην κορύφωση τα χαλάει λίγο, πλατειάζει εκεί που έπρεπε να τρέχει, που ήθελες δράση κι όχι λόγια. Αλλά αποζημιώνει με το παραπάνω στην απίθανη χολιγουντιανή (με την καλή έννοια) σκηνή της κατάρρευσης του πύργου. Δύο προβλήματα, πρώτον ήθελα ο Myron να ‘ναι λίγο πιο προβληματισμένος με τον έξω κόσμο και δεύτερον να ενημερώσω το κοινό ότι είναι μάλλον δύσκολο να έχει μια ταβέρνα/καπηλειό/χάνι στην προβιομηχανική εποχή ΦΡΕΣΚΟ ΖΕΣΤΟ ΨΩΜΙ 24 ώρες το 24ωρο.
Νεκρονομικόν, Ντόναλντ Τάισον: Ενδιαφέρουσα ιδέα, η «αναπαράσταση» του Νεκρονομικόν, όπως θα ήταν αν το είχε ράψει ο Αλχραζέντ, αλλά κάπου καταντάει δυστυχώς βαρετό. Χαριτωμένοι οι υπαινιγμοί που κάνει ο συγγραφέας για τον «ταξιδιώτη».


*Προσοχή, δεν είναι τυπογραφικό λάθος. Είναι η Μπρι προηγουμένως κι ο Μπρι εδώ. Τι είναι ο Μπρι κι η Μπρι; Να ξεκουνηθείτε να πάτε να πάρετε το βιβλίο και να το μάθετε μόνοι σας. Για μένα τα έγραψε το κορίτσι; Για σας τα έγραψε.