Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Αναγνωστικό Ημερολόγιο 2012 - Φεβρουάριος (4)

Ένας Φεβρουάριος φτωχός σε πλήθος αναγνώσεων, αλλά πλούσιος σε ποικιλία. Από το arab-american φανταστικό στον ελληνικό τρόμο κι από τον παλπ ήρωα στην εναλλακτική ιστορία, απ’ όλα είχε ο μπαχτσές.

Φάκελος Βαμπίρ, Διονύσης Παπαδόπουλος: Για το Διονύση Παπαδόπουλο σας έχω μιλήσει και εδώ. Η γραφή του είναι αυτή που είναι (απίστευτα μπαρόκ και γοητευτική όσο δεν παίρνει), η επιλογή των θεμάτων του είναι αυτή που είναι (κυρίως ψυχογραφήματα και αλληγορίες). Κι η ποικιλία των ειδών που έχει γράψει ατελείωτη πραγματικά. Μετά τον "Πλανήτη της Εκδίκησης" στην εφ και το "Δαχτυλίδι της Ταμάρις" στο φάντασι, ο Παπαδόπουλος έκανε και το πέρασμα του από τον τρόμο με το "Φάκελος Βαμπίρ".

Πρώτη φορά άκουσα γι' αυτό το βιβλίο από το στόμα του φίλου και κυνηγού των εκλεκτών συγκινήσεων, Παναγιώτη Ζερβού. Εκείνος μου μίλησε για ένα βιβλίο που part-time μοντέλες-παύλα-περιστασιακές πόρνες μιλούν με τρόπους που αγγίζουν την ορολογία της Ακαδημίας Αθηνών. Μέσα στο μυαλό μου μένει η φράση "Δε θα το ανθέξω!" που ξεστομίζει μια από αυτές τις ανθυποδεσποινίδες.

Η πλοκή είναι μάλλον μπερδεμένη, σε μια Αθήνα του '90, όπου φόνοι που μοιάζουν να έχουν γίνει από βαμπίρ αρχίζουν να ταλανίζουν την κοινωνία, πάνω σε έναν καμβά από άπειρες σεξουαλικής βαρύτητας διαφημίσεις. Ελπίδα μάλλον δεν υπάρχει, αλλά τι σημασία έχει; Ο ερωτισμός είναι κεντρικό θέμα σχεδόν σε κάθε στιγμή, ακόμη κι όταν η φρίκη είναι μεγαλύτερη, ακόμη κι όταν δεν ξέρεις γιατί τελικά συμβαίνουν όλα αυτά.

Δεν ξέρω να σας πω για την αξία του ως ανάγνωσμα τρόμου. Ίσως να ξέρει να σας το πει ο Παναγιώτης, θιασώτης πιστότερος του τρόμου από εμένα, αλλά νομίζω ότι θα συμφωνήσει μαζί μου, ότι έχει κάποια θεματάκια. Αλλά και πάλι η μεγάλη σταρ είναι η γλώσσα, η βαρύτητά της, η γοητεία της. Η γλώσσα είναι μια βαμπ κι ως τέτοια απορροφά κάθε σταγόνα αίματος από τις υπόλοιπες απαιτήσεις μου από το βιβλίο αυτό.

Throne of the Cresent Moon, The Cresent Moon Kingdoms Book 1, Saladin Ahmed: Όσοι με γνωρίζουν έχουν πια εμπεδώσει το πόσο μου αρέσουν τα εναλλακτικά settings στο φάντασι. Μετά από ρωμαϊκό (Heart of the Mirage), ρώσικο (Shadow Prowler) και γαλλικό (The Cardinal’s Bleades), είπα να δοκιμάσω και λίγο αραβικό. Ήταν μάλλον καλή μου τύχη που εκδόθηκε πρόσφατα το Throne of the Cresent Moon. Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της (μάλλον) τριλογίας Cresent Moon Kingdoms, αλλά μπορεί να διαβαστεί και ως stand-alone. Το θέμα του άξιζε να το διαβάσω, αλλά και μόνο το εξώφυλλο θα ήταν αρκετό.

Η ιστορία διαδραματίζεται στο βασίλειο του Abaseen, κυρίως στην πρωτεύουσα Dhamsawaat. Εκεί ζει ο τελευταίος ghul-hunter, ο Doctor Adoulla Makhslood, που αρχίζει να σκέφτεται το κλασσικό "I'm too old for this shit". Συνεργάζεται με τον δερβίση Raseed bas Raseed, που είναι πολύ νέος (αν δεν απατώμαι, περίπου 18) και σκοτώνουν γκουλ κι αυτούς που τα δημιουργούν. Φυσικά ένα αρχαίο κακό αρχίζει να εμφανίζεται, κι οι ήρωες μαζί με μια νομάδα shape-shifter και δύο αλλοδαπούς φίλους τους καλούνται να το αντιμετωπίσουν, στ' όνομα του Ενός Θεού κι ενάντια στον Treacherous Angel.

Μιλάμε για κλασσικό, κλασσικότατο Sword and Sorcery, που είχα καιρό να διαβάσω τέτοιο, με μεγάλη έμφαση στους χαρακτήρες και σε ψευδοαραβικό κόσμο. Η μαγεία είναι εκπληκτική (καύκαλο χελώνας με ζαφείρια μέσα του, που χρησιμοποιείται ως κρόταλο και σκόνη ρουμπινιών για να διαβάσεις κρυπτογραφημένους παπύρους) κι η αίσθηση πραγματικά ανήκει στις Χίλιες και Μια Νύχτες.

Agent of Byzantium, Harry Turtledove: Πρόκειται για μικρά συνδιαζόμενα διηγήματα εναλλακτικής ιστορίας, όπου το turning point είναι η προσχώρηση του Μωάμεθ στο Χριστιανισμό και κατά συνέπεια η απουσία του Ισλάμ. Μιλάμε για έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το Βυζάντιο με κύριο εχθρό τους ζωροάστρες Πέρσες. Σε αυτόν τον κόσμο, ο «πράκτωρ» Basil Argyros αναλαμβάνει μια σειρά από αποστολές που τον φέρνουν κάθε φορά ενώπιον κάποιας καταπληκτικής ανακάλυψης, όπως το κυάλι, η τυπογραφεία, η πυρίτιδα και το εμβόλιο της ευλογίας…

Το διάβασα πολύ γρήγορα είναι η αλήθεια. Με βοήθησε όχι μόνο το ότι ήταν χωρισμένο σε μικρές ιστορίες, αλλά και το ότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Turtledove δεν είναι και καμιά διονυσοπαπαδοπούλεια... Πώς να το πω, είναι πάααρα πολύ απλή και η δυσκολία της υποθέτω ότι βασίζεται στην αναφορά ελληνικών λέξεων. Από πλοκή ήταν καλά τα διηγήματα, σε σημείο που κάποιες φορές ενώ ξέρεις πού το πάει δεν ξέρεις πώς θα το λύσει, ενώ άλλες φορές, ενώ ξέρεις πώς θα το λύσει, δεν ξέρεις πού το πάει. Οπότε το ενδιαφέρον διατηρείται εύκολα. Κι οι χαρακτήρες... ε, τι περιμένεις από τον Βυζαντινό Τζέημς Μποντ;

Το Σημάδι του Ζορρό, Τζόνστον ΜακΚώλλεϋ: Αρχικά θα ήθελα να αναφέρω τις εκδόσεις (Κατάρτι) και τη σειρά (ήρωες του Εικοστού Αιώνα) και το μεταφραστή (Δημήτρης Ελευθεράκης).

Σε δεύτερη φάση, για να ξεκινήσετε να διαβάζετε το παρακάτω χωρίς να κακοχαρακτηρίσετε (πολύ), να δηλώσω ότι:

Πρώτον και σπουδαιότερο, ο Ζορρό είναι ήρωας των παιδικών μου χρόνων (στην τρίτη δημοτικού, στα διαλλείματα, ΗΜΟΥΝ ο Ζορρό κι η κολλητή μου ήταν ο αλκάλντε).

Δεύτερον, θέλω σοβαρά να το κράξω και να το κράξω σοβαρά. Είναι θέμα αρχής και δεν έχει να κάνει μόνο με τη μετάφραση ή την επιμέλεια του βιβλίου, αλλά με το ίδιο το βιβλίο και αυτά που πρεσβεύει.

Τρίτον, ε, θα γελάσετε, αλλά είναι στ' αλήθεια διασκεδαστικό να διαβάζεις ένα βιβλίο κατεστραμμένο όσο αυτό. Θα ήταν στ' αλήθεια θλιβερό αν ήταν κάποιο σοβαρό, καλογραμμένο βιβλίο, που να σε στεναχωρούν τα λάθη στη μετάφραση και την επιμέλεια. Αλλά είναι τόσο κακό στο πρωτότυπο, που αυτή του η μετάφραση απλά το κάνει πιο διασκεδαστικό. Σπάω πλάκα.

Το σχόλιό μου για το ίδιο το κείμενο (αν, ας πούμε το διάβαζα στο πρωτότυπο) θα ήταν ένα μεγάλο "what?". Έτσι στα εγγλέζικα, που έλεγε κι η μακαρίτισσα η γιαγιά μου, μήπως και φανεί το μέγεθος της απορίας. Δεν είναι ότι ως παλπ έχει τα θεματάκια του και δεν αποζητά κανέναν Νόμπελ λογοτεχνίας. Είναι κυρίως που ζει σε έναν ολότελα δικό του κόσμο, όπου οιοσδήποτε χωρίς ευγενικό αίμα στις φλέβες του είναι ανάξιος ακόμη και προς αναφορά. Είναι που η άμοιρη η σενιορίτα δέχεται συμβουλές από τους (με την πλευρά των καλών και αξιέπαινους σύμφωνα με το συγγραφέα) γονείς της να παντρευτεί το δον Ντιέγκο Ντε Λα Βέγκα όχι μόνο γιατί έχει «καλό αίμα», αλλά κυρίως γιατί αν τον παντρευτεί θα σωθεί το κοινωνικό στάτους του πατέρα της.

Πώς να το πω αυτό τώρα και να μη με πείτε ρομαντική. Αν ήταν κανένα ρομαντικό διήγημα της σειράς τύπου «Η Κυρά της Λίμνης» ή «Τάσος και Γκόλφω» ή «ο Λήσταρχος Νταβέλλης και ο καταραμένος όφις», τότε οι γονείς που θα λέγανε τέτοιο πράγμα θα ήταν κατάπτυστοι από τον αφηγητή, όσο κι αν προσπαθούσε να τους δικαιολογήσει, ότι έτσι γίνονται τα πράγματα στην κοινωνία. Ο Μακώλευ εδώ αποτυγχάνει οικτρά σε αυτό, ευλογώντας την αδιαφορία του γονέα προς την ευζωία του παιδιού του και θαυμάζοντας την εκμετάλλευση προς προσωπικά οφέλη. Η δε σκέψη της μάνας «να την πάμε για δυο μέρες επίσκεψη στο δον Ντιέγκο, να δει τι πλούσια και καλά είναι εκεί, μπας και πέσει», είναι άξια των κατινοδέστερων κατινών.

Προσπάθησα σκληρά να είμαι κάπως επιεικής με αυτό το κείμενο κυρίως γιατί δεν ήταν και πολύ παλικαρίσιο να κράζουμε πολλαπλά κάποιον που έχει ήδη τα χάλια του. Ωστόσο, θεωρώ πέραν των υπολοίπων παρατηρήσεων, ότι πρέπει να μεταφέρω και μερικά από τα μαργαριτάρια μετάφρασης και επιμέλειας (και γραφής, γιατί ο συχωρεμένος δεν ήταν και τέρας λογοτεχνικής αξίας, ως προείπα):

Σελίδα 140:

[...] ψηλός με κάθετη κορμοστασιά μέσα στη λαμπερή στολή του και μ' ένα ξίφος να αιωρείται στο πλάι του.
Προφανώς υπάρχει οριζόντια κορμοστασιά και ένα βαρετό είδος ξίφους που κρέμεται από τη ζώνη σου αντί να αιωρείται στο πλάι σου, σαν το Εν Τούτω Νίκα.

Σελίδα 142:

Λένε ότι προκάλεσε μια βροχή τρόμου [...]
Να υποθέσω ότι το rain και το reign έχουν την ίδια σημασία, ε;

Σελίδα 143:

Ο Δον Κάλος [...]
Κι ο Δον Νύχος. Α, όχι; Α, Κάρλος ήθελε να πει;

Σελίδα 145:

Κι έτσι τον τρύπησε στον δεξή ώμο, όπως είχε πει ο λοχαγός, κι έστριψε λίγο το ξίφος καθώς το τραβούξε έξω. Τον κάρφωσε λίγο χαμηλά κι ο κάπτεν Ραμόν έπεσε στο πάτωμα νιώθωντας μια ξαφνική αδυναμία.
Κι εγώ μια ξαφνική αδυναμία με το όλο ζήτημα, ειδικά όταν προσπάθησα να καταλάβω τι ακριβώς θα πει «τον κάρφωσε λίγο χαμηλά» και πόσο ξαφνική ήταν ακριβώς αυτή η αδυναμία.

Σελίδα 269-270:

Έσπρωξε το άλογό του και χύμηξε προς τους εχθρούς του που βρίσκονταν κοντύτερα. Άλλη μια σφαίρα σφύριξε ξυστά στο κεφάλι του, ενώ ένας άλλος άντρας του επιτέθηκε με το ξίφος στο χέρι. Ο σενιορ Ζορρό έφερε έξυπνα τον άντρα ανάμεσα στον ώμο του και τοποθέτησε για άλλη μια φορά σπιρούνια στο άλογό του.
Σας χαρίζω την τοποθέτηση των σπιρουνιών, αλλά αν μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει πώς μπορείς να φέρεις ξιφομαχώντας κάποιον ανάμεσα στους ώμους σου; του; Ανάθεμα κι αν κατάλαβα ποιανού ήταν οι ώμοι.

Λίγο παρακάτω στη σελίδα 270:

Έβγαλε το σκούρο ρούχο του και τους υποκλίθηκε με εκπληκτικό σαρκασμό, και στη συνέχεια έσπρωξε ξανά το άλογό του και τινάχτηκε μακριά.
Ασχολίαστος και ο εκπληκτικός σαρκασμός και το σπρώξιμο του αλόγου, που τώρα που το σκέφτομαι μπορεί να είχε μείνει κι από μπιτζίνα.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Αναγνωστικό Ημερολόγιο 2012 - Ιανουάριος (16)

Ε, ναι, καθυστερώ με επιμονή. Τι να γίνει, κάποια πράγματα δε μπορείς να βιάσεις, πόσο μάλλον τη διάθεση και την τεμπελιά… Αλλά τελικά κάνω αυτό που λέω, ακόμη κι αν καθυστερώ. Κι ιδού τα βιβλία που διάβασα το Γενάρη, λίγες μέρες πριν φύγει κι ο Φλεβάρης.

Η Καινούρια Διαθήκη του Σμου, Γιώργος Τυρίκος-Εργάς: Περίμενα αυτό το βιβλίο με προσμονή απίστευτη. Δεν ξέρω αν με συνέπαρε ή αν επαληθεύτηκαν οι ελπίδες μου όμως. Σαφώς πέρασα όμορφα μαζί του, αλλά κάποια πράγματα με έκαναν να σκαλώσω, όπως κάποιοι λόξυγκες στις περιγραφές και στη χρησιμότητα κάποιων εκ των χαρακτήρων. Επίσης, αυτό που αλήθεια δεν το περίμενα είναι μια κάπως μονόπαντη αντιμετώπιση των ηρώων, μια σαφής τάση να καταδικάσει τους «αγγέλους», έναντι κάποιων ασαφών «δαιμόνων». Η απουσία μιας ισορροπίας σε αυτό το θέμα αποδυνάμωσε την δυναμική του βιβλίου.

Το Δακτυλίδι της Ταμάρις, Μέρος Πρώτο: Στις παρυφές του Μεταθέτη, και Μέρος Δεύτερο: Στο Πυλώνα των Όφφεων, Διονύσης Παπαδόπουλος: Ο Διονύσης Παπαδόπουλος είναι ένας από τους πλέον πολυγραφότατους Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού. Προς το παρόν έχω διαβάσει μόνο δύο βιβλία του, τον Πλανήτη της Εκδίκησης και το δίτομο Δακτυλίδι της Ταμάρις, αλλά απέκτησα πρόσφατα μερικά ακόμη (τις Δαναΐδες, το Όνειρο σε Κύκλο, τη Γκουέντολιν του Ερειπωμένου Πύργου, το Φάκελο Βαμπίρ και το Σύνδρομο της Λαΐδος).

Το Δακτυλίδι της Ταμάρις διατείνεται στο εξώφυλλό του ότι είναι Ιστόρημα Μαγείας και Ξίφους. Σαφώς δεν πρόκειται ούτε για συνηθισμένη μαγεία, ούτε για συνηθισμένο ξίφος και σαφώς δεν πρόκειται και για συνηθισμένη ιστορία. Το μόνο συνηθισμένο είναι ίσως η μυητική απόχρωση που έχει η περιπέτεια των ηρώων της. Αλλά και πάλι...

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Σε έναν κόσμο που εναλλάσσονται τέσσερις διαφορετικοί ήλιοι (ο ραβδωτός, ο γαλάζιος ο σκοτεινός κι ο διπλός) μια έκπτωτη πριγκίπισσα σώζει έναν ιερέα και μια κοπέλα-λιβελούλα και μαζί κατευθύνονται προς το ιερό όρος Μπέλατον, για να συναντήσουν την θεότητα που λέγεται Ταμάρις και ελέγχει το Μεταθέτη. Ταυτόχρονα, σε παράλληλη αφήγηση έχουμε και την ιστορία μιας ιεράς παρθένου αφιερωμένης στην Ταμάρις που κάνει το μυητικό της ταξίδι ως το Μπέλατον, παρέα με δυο πόρνες κι έναν πρίγκηπα, όπως επίσης και την ιστορία ενός ανθρώπου από άλλο κόσμο ( ; ) που συναντάει τελικά την πριγκίπισσα, συν την ιστορία ενός μισθοφόρου που κατευθύνεται κι αυτός προς το Μπέλατον, μαζί με έναν άνθρωπο από άλλο κόσμο, μια μισθοφόρο ακόμη και μια έφηβη μάγισσα, για να κλέψουν τους φημούμενους θυσαυρούς.

Μπερδευτήκατε; Πού και να σας έλεγα ότι δεν είναι σαφές αν αυτοί οι άνθρωποι ζουν όλοι στο ίδιο χρονικό συνεχές ή που να σας έλεγα ότι δεν είναι και πολύ σίγουρο τι είναι αυτός ο Μεταθέτης που ανέφερα. Κι επίσης πού και να βλέπατε τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Δ. Παπαδόπουλος ή την αδυναμία του στις εντυπωσιακές εικόνες, ή τους διαλόγους που είναι εντελώς ρομαντικοί στο περιεχόμενο και μπαρόκ στην καλλιέπεια. Ειδικά η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι τόσο περίπλοκη, τόσο κομψή και μεριές-μεριές αρχαΐζουσα που όπως είπε και σε συζήτηση ο συγγραφέας Μιχάλης Μανωλιός παίζει να έχεις μια άγνωστη λέξη κάθε τρεις σελίδες.

Επίσης να συμπληρώσω ότι παρά που δεν με ικανοποίησε ιδιαίτερα η ιδέα ή η πλοκή (γενικά δεν μου πολυαρέσουν τα βιβλία που έχουν ως κεντρική ιδέα μια "μεταφορά" ψυχολογικών εννοιών), δε σταμάτησα να το διαβάζω, ούτε και καθυστέρησα εδώ ή εκεί, το διάβαζα μόνο και μόνο για την απόλαυση αυτής της μπαρόκ γλώσσας.
 
Το Φύλλο και το Δέντρο, Ιστορίες για νεράιδες...και άλλα, Τ. Ρ.Ρ. Τόλκιν: Δυστυχώς παρά το θέμα του (πρόκειται για μελέτη πάνω στις νεράιδες) μ' έκανε να το βαρεθώ μέχρι θανάτου.

Ο Οφθαλμός του Κόσμου, Ο Τροχός του Χρόνου, Βιβλίο Α - Τόμος Α και Τόμος B, Robert Jordan: Μια από τις γνωστότερες σειρές επικής φαντασίας, με μυθιστορηματική έκδοση (ο συγγραφέας πέθανε πρόσφατα, πριν τελειώσει τη σειρά, αλλά άφησε πίσω του πολλές σημειώσεις και πρόλαβε να διαλέξει ποιος νέος συγγραφέας θα συνέχιζε το έργο του). Παρ’ όλη την επιτυχία της όμως, έχω κάποια θέματα μαζί της. Μάλλον πρέπει να σπάσω την άποψή μου σε μέρη.

α) Συμφωνώ ότι είναι μια πολύ χαριτωμένη αντιγραφή του Άρχοντα. Για την ακρίβεια προχτές μιλούσα με φίλο στο τηλέφωνο. Μου λέει "τι διαβάζεις;", του λέω "Τζόρνταν", μου λέει "πού έχεις φτάσει;", του λέω "ε, περάσαμε από το Μπακλμπέρυ Φέρυ και πάμε για το Μπρη".

β) Συμφωνώ επίσης ότι μεριές-μεριές (ειδικά στο πρώτο βιβλίο, τα πρώτα κεφάλαια που περιγράφουν τους Δύο Ποταμούς) είναι σκέτο χασμουρητό. Δε λέω, σε ένα έργο τέτοιου μεγέθους, σε παίρνει να πλατειάζεις, αλλά μέχρι να ξεκινήσει η δράση κουτουλούσα όρθια από τη νύστα.

γ) Δηλώνω ότι παρά τις ως άνω αδυναμίες, το διάβασα και πολύ γρήγορα και πολύ εύκολα. Ειδικά από τα σημεία που βελτιώνεται κάπως ο ρυθμός.

δ) Επίσης ήταν ενοχλητικό -σχεδόν επώδυνα ενοχλητικό- το ότι όλοι οι γυναικείοι χαρακτήρες ήταν πιο αυταρχικοί κι από μένα. Νισάφι βρε παιδί μου. Ίσως -ξέρω 'γω- αυτό να είναι αποτέλεσμα του ότι οι άντρες δεν μπορούν να αγγίξουν τη Μία Δύναμη. Όταν ξέρεις ότι εσύ θα μπορούσες να είσαι μάγος αλλά ο άντρας σου όχι, ε, ξιπάζεσαι λιγάκι, ειδικά όταν περάσουν δυο χιλιάδες χρόνια με αυτό το βιολί. Από την άλλη, αυτή η συμπεριφορά δε δικαιολογεί το ότι όλες οι μη-σημαντικές γυναίκες του βιβλίου είναι οι κλασσικές ανδροκρατούμενες γυναίκες -που τρώνε και καμιά ψιλή πού και πού.

ε) ο πλέον αλλοπρόσαλλος χαρακτήρας είναι ο Πίπιν- ουπς, σόρρυ, ο Ματ ήθελα να πω. Υπάρχουν διάφοροι ίσως λόγοι γι' αυτό, αλλά δεν του δίνει καθόλου ανάσες ούτε και βάθος. Ακόμη κι ο Λαν ή ο Θομ έχουν κάτι από πίσω τους που τους κάνει κάπως πραγματικούς, αλλά ο Ματ είναι εκεί μόνο και μόνο για -να τολμήσω να μαντέψω;- να γίνει ο κακός του έργου;

στ) η Μουαρραίν είναι πιο εκνευριστική κι από τον Γκάνταλφ. Όλο σιγουριά και μυστήριο. Μη χ3σω.

ζ) Διέκρινα (κατόπιν υποδείξεως από φίλο αναγνώστη) και μια ιδέα Ντιούν, αλλά σόρρυ κιόλας αυτό ήταν εξαρχής αναμενόμενο.

η) Η Μάστιγα ήταν αρκετά εντυπωσιακή.

Τα Μάτια του Ανώτερου Κόσμου και Η Οδύσσεια του Κουζέλ, Jack Vance: Οκέι, επιτέλους, έπιασα κι εγώ στα χέρια μου ένα βιβλίο του Βανς. Είχα διαβάσει παλαιότερα το Τελευταίο Κάστρο, αλλά για κάποιο λόγο α) το είχα ξεχάσει, β) ποτέ δε θυμάμαι ότι είναι του Βανς. Μέσα σε ένα μόνο Σαββατοκύριακο και με αφοσίωση σαν εκείνη που είχα πριν από είκοσι χρόνια.

Ήταν για μένα ένα πολύ ευχάριστο διάλλειμα από την αληθοφανή φαντασία (που κακά τα ψέματα, μου αρέσει πάρα πολύ και την κυνηγάω). Για την ακρίβεια, ήταν μια βουτιά σε αδιάλυτη φαντασία, που ούτε μια στιγμή δε νερώνεται από την προσπάθεια του συγγραφέα να βγάζει νόημα. Εδώ το νόημα βγαίνει αβίαστα, κι επίσης αβίαστα βγαίνουν κι όλες αυτές οι υπέροχες ιδέες. Άλλοι βγάζουν μια ιδέα και την τραβάνε να την ξεχειλώσουν, για να χωρέσει τις πλοκές και τις προθέσεις τους. Ο Βανς πετάει κατά μέσο όρο, τρεις με τέσσερις καλές ιδέες σε κάθε του σελίδα, ιδέες που θα μπορούσαν να είναι από μόνες τους ένα γεμάτο και χορταστικό βιβλίο. Αλλά αυτός τις ξεπετάει με μια μόνο αναφορά, σαν να είναι κατώτερες αξίας.

Πέρα από τις ιδέες, ο ίδιος ο Κουζέλ είναι... τι να πω. Άλλες φορές γελάω με λυγμούς, άλλες θέλω να τον πιάσω από το λαιμό και να τον στραγγαλίσω. Φεύγει κι αφήνει πίσω του συντρίμμια, αλλά φεύγει, δεν υφίσταται πια το "πίσω" γι' αυτόν. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι το φαΐ κι ο ύπνος του, περιστασιακά κι οι άλλες σωματικές του ανάγκες, και πάνω απ' όλα η εκδίκησή του, την οποία ενορχηστρώνει μαεστρικά για να την πατήσει και πάλι. Δεν ξέρω ποια από τις περιπέτειές του μου αρέσει περισσότερο, αλλά αυτή που θα θυμάμαι πιο έντονα είναι τα Βουνά του Μαγνάζ.

Ιστορίες φαντασμάτων ενός αρχαιοδίφη, M. R. James: Τον βρίσκω απόλυτα του γούστου μου. Είμαι λίγο παλαιομοδίτισσα στον τρόμο, αλλά αυτό ξεπέρασε τις προσδοκίες μου. Δυστυχώς δε διάβασα το πρωτότυπο, αλλά τη μετάφραση του Περικλή Μποζινάκη και λέω "δυστυχώς" γιατί αν το είχα διαβάσει στα αγγλικά ίσως να είχε κόψει κάτι από την ανησυχία που με έπιασε και κοιτάω κάτω από τα κρεβάτια. Γενικά ο τρόμος του ήταν απτός, κυριολεκτικά, παίζει πάρα πολύ με την αίσθηση της αφής. Από τις ιστορίες που διάβασα τα χρειάστηκα στο Νούμερο 13, (οχτώμιση η ώρα το πρωί, μέσα σε γεμάτο λεωφορείο και με είχε πιάσει το κατιτί μου), Το Λεύκωμα του Εφημέριου Άλμπερικ και ο Θησαυρός του Ηγούμενου Τόμας.
Το Τραγούδι του Κούκου, Δημήτρης Γιατρέλλης: Δυστυχώς, η πολύ καλή του πένα στα μικρά κείμενα (βλ. το ιστολόγιό του, Κούκος Μόνος) δε μπορεί να υποστηρίξει εντελώς ένα μεγαλύτερης έκτασης κείμενο. Όχι ότι βαρέθηκα κιόλας, αλλά κάποιες φορές ο λόγος του γλιστρούσε προς τη φλυαρία

Οι Πατρίδες του Ελληνισμού, Πόντος, Τόμος 1: Ιστορία και Γεωγραφία, Τόμος 2: Λαογραφία, Ήθη και Έθιμα, Τόμος 3: Κοινωνική και Πνευματική Ζωή και Τόμος 4: Διατροφή και Παραδοσιακές Συνταγές, Έκδοση του National Geographic: Τόσο ελεεινά επιμελημένη, που τα πιο πολλά "υ" είναι τυπωμένα ως "ν". Πάντως το περιεχόμενο (όταν αποκρυπτογραφούσες τι έλεγε) ήταν πολύ ενδιαφέρον και γεμάτο με μικρές συγκινητικές λεπτομέρειες

Επίσης διάβασα δύο ανέκδοτα βιβλία ελληνικού φανταστικού, που τα καταχάρηκα περισσότερο απ’ όσο περίμενα.