Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

Ο Παλιός ο Χρόνος...

Πάει, λέει, ο παλιός ο χρόνος. Ο παλιοχρόνος, που λέει κι η Τζένη Καρέζη στο "Τζένη-Τζένη". Γιατί για πολύ κόσμο ήταν παλιοχρόνος και δε μιλάω στο μικροπροσωπικό επίπεδο, με δυσκολίες στη δουλειά (όπως εγώ), μπερδεμένα προσωπικα (όπως εγώ), ταλαιπωρίες από διάφορους, ηλίθιους και μη, συγγενείς και μη (όπως εγώ) και νοσοκομεία, επεμβάσεις και εντατικές (όπως κάποια κυρία με την οποία έχουμε το ίδιο όνομα ακριβώς, Ευθυμία Δεσποτάκη εγώ, Ευθυμία Δεσποτάκη κι εκείνη).

Όχι. Μιλάω για πολύ κόσμο, όπως του Καυκάσιους, τους Παλιαστίνιους, τους Ιρακινούς, τους εμπόρους στο κέντρο της Αθήνας και αλλαχού, τους Ινδούς και τους τουρίστες τους, τους εργαζόμενους σε ένα κάρο βιομηχανίες που τις πήρε η οικονομική μπάλα (του κανονιού), τους Λιβανέζους και τους Σύριους και σε όλα εκείνα τα μέρη του κόσμου που η λέξη πανούκλα δεν ακολουθείται από τη φράση "να σε φάει" , αλλά από θρήνους και νεκροθάφτες.

Ένα κακό έτος. Όπως ήταν και το 1998. Λέτε να φταίει το 8 στο τέλος;

Σε δυο ώρες χτυπούν τα καμπανάκια για τον παλιοχρόνο. Θα βάλω τις πιο μαλακές μου παντόφλες και θα τη βγάλω σπίτι, με τους συγγενείς. Άλλωστε όταν στην εντατική κάποιος με το ίδιο όνομα με σένα έχει επάνω του τουλάχιστον δέκα διαφορετικές συσκευές για να μπορέσει να τη βγάλει καθαρή, δεν είσαι για εξόδους και ξύδια. Αλλά σκέφτομαι, να, τώρα, δα, σα φλασιά. Αν δε βάλω τις πιο μαλακές μου παντόφλες αλλά τις πιο μυτερές μου μπότες, λέτε να τον πονέσω τον παλιοχρόνο τώρα που θα φάει σουτ; Ε; Λέτε;

Αει στο καλό, 2008, για να μη σε στείλω στον άφανο. Χρονιάρες μέρες, ούτε με τον παλιοχρόνο δε θέλω να είμαι κακιά. Χρόνια σας Πολλά και λιγότερο θανατικό με το 2009 μου, παρακαλώ.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Στο πνεύμα των γιορτών...

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Αιτία κι Αφορμή

Ο Θουκιδίδης είχε πει (πίσω, τότε που τον μαθαίναμε στα θρανία, κι ακόμη πιο πίσω, τότε που τα έγραφε για να μη χρειάζεται να τα σκέφτεται), είχε πει λοιπόν ότι η αιτία κι η αφορμή είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Όλοι ξέρουμε την αφορμή, αλλά η αιτία... εύχομαι ειλικρινά να είναι αυτή που φαντάζομαι. Κι άμα ξαναέρθει η κυρα-Ηρεμία κι η κυρά-Ειρήνη, ξαναφτιάχνουμε μούσακος.

(Αρκεί να έχει περισσέψει λίγη ΕΥΔΑΠ, να μπορέσουμε να πλύνουμε τις μελιντζάνες. Κάτι μου λέει ότι εντός των επόμενων ωρών θα πέσουν σχετικές υπογραφές, να προλάβουν τα παιδιά, μη φύγουν με άδεια χέρια...)

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

ΑΑΑΑΑΑΧΧΧΧΧΧΧ...!!! ΠΩΣ ΣΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ...

funny pictures of cats with captions
more animals

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

NaNoWriMo 2008 τέλος...

... και μάλιστα με μια κάποια επιτυχία για μένα. Όχι ότι τελείωσα το μυθιστόρημα που ξεκίνησα (Κόμπες ο Ντερλικοτής, Επεισόδιο 11ο: το Αυγό του Δρακοαφέντη) αλλά τουλάχιστον έγραψα τις μισές περίπου από τις λέξεις που είχα πρόθεση να γράψω. Δηλαδή 50,004. Και για του λόγου το αληθές το επίσημο σάιτ μου παρείχε το εξής σηματάκι, να το βλέπω να το χαίρομαι.





(Είμαι μια ψωνάρα, το ξέρω. Αλλά τι να κάνετε, που με αγαπάτε έτσι; :Ρ)

Βασικά θα ήθελα πάρα πολύ να βάλω κι ένα μικρό κομματάκι της νουβέλας, έτσι για το καλό, αλλά δυσκολεύομαι να διαλέξω κάτι που να μην είναι major spoiler. Βλέπετε το Αυγό του Δρακοαφέντη είναι το 11ο και τελευταίο "επεισόδιο" της σειράς φαντασίας που γράφω εδώ και δύο χρόνια κι επειδή έχει κάποιους φανατικούς αναγνώστες (again, είμαι ψωνάρα, το παραδέχομαι, τι να κάνω, να καταπιεστώ;) αλλά κι επειδή έχει πάρει έναν μικρό δρομάκο προς την έκδοση (ελπίζω δηλαδή), δε θέλω να φέρω κανέναν σε δύσκολη θέση, ούτε τους αναγνώστες, ούτε τον (αν θέλει μελλοντικό) εκδότη, ούτε κι εμένα φυσικά, γιατί στην ταχύτητά μου επάνω όλο και κάποια μπούρδα θα έχω αμολύσει. Οπότε μάλλον θα πρέπει να περιοριστώ στο παρακάτω κομμάτι, που είναι οι πρώτες γραμμές και να σας αφήσω να υποθέτετε τα υπόλοιπα.

Α. ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΠΑΤΣΑΒΟΥΡΑ

Στη ζωή του καθενός υπάρχει ένα σκαλοπάτι.

Δεν είναι κακό πράγμα τα σκαλοπάτια. Πατάς επάνω τους κι ανεβαίνεις και φτάνεις στο επόμενο πάτωμα. Πατάς επάνω τους και κατεβαίνεις και γειώνεσαι και βλέπεις τα πράγματα από το ύψος του κεφαλιού σου κι όχι αφ’ υψηλού. Γενικά τα σκαλοπάτια –εντάξει, όχι όλα, αλλά σίγουρα τα μισά από αυτά- σου δίνουν κάτι να ‘χεις να πορεύεσαι και να ‘χεις να σκέφτεσαι.

Υπάρχουν όμως και τα άλλα μισά σκαλοπάτια, εκείνα που τα πατάς και κατεβαίνεις και δεν γειώνεσαι απλώς, αλλά θάβεσαι στη γη και σκάβεις και σκάβεις και σκάβεις, πατώντας αυτό το ένα σκαλοπάτι και φτάνεις στα μαύρα κι άραχλα παλάτια της Κολάσο-Χελλάρα, της θεάς του κάτω κόσμου, κι εκεί μονάχα σταματάς και θρηνείς την απώλεια όλων εκείνων που είχες πριν πατήσεις στο σκαλοπάτι.

Αναφορικά με τους δύο αυτούς τύπους των σκαλοπατιών, μύριες όσες λέξεις έχουν γραφτεί σε βιβλία και μελάνι πολύ έχει χυθεί κι επίσης και καμπόσο κρασί –ίσως περισσότερο από μελάνι- σε καπηλειά και σε φιλοσοφικές στοές και σε λογοτεχνικά σαλόνια της υψηλής κοινωνίας. Αλλά κανείς ποτέ δεν αμφισβήτησε ότι υπάρχουν σκαλοπάτια, στη ζωή του καθενός ένα τουλάχιστον, που μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή σου και την ψυχή σου και τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο και γενικά να σε φέρουν τα πάνω κάτω και να σε κάνουν να μαρτυρήσεις το γάλα της μάνας σου.

Τέτοια σκαλοπάτια υπήρξαν πολλά στη ζωή του Κόμπες του Ντερλικοτή, του πρώην έμπορου, νυν κλέφτη Σενίμ-Σοριένου, που διήγε βίον ελεύθερον και ελευθεριάζοντα στην πόλη του Ζουμζερί, την κρυμμένη στο φαράγγι της κοιλάδα του ποταμού Σογκούλ. Σκαλοπάτια προς τα πάνω, όπως όταν έγινε φίλος με έναν Καλομασουριανό ευγενή και την τσιγγάνα γυναίκα του, ή όπως όταν έσωσε τη ζωή του Μεγάλου Μάγιστρου, ψηλά σκαλοπάτια που τον έκαναν καλύτερο άνθρωπο και του έδειξαν πώς να σέβεται τους άλλους. Και σκαλοπάτια προς τα κάτω, όπως όταν αναγκάστηκε να σκοτώσει το δράκο Ζήση ή όπως όταν πίστεψε ότι ο φίλος και σύντροφος και συνεργάτης του μάγος Μνήμων Πετρεξού, είχε προδώσει τη φιλία τους, σκαλοπάτια που τον χαμήλωσαν, τον έκαναν να θλίβεται ή να αυτοοικτίρεται μυστικά ή να σκέφτεται κακό για τους άλλους, γενικά να βλέπει τη ζωή μαύρη κι άραχλη, σαν τα προαναφερόμενα παλάτια της θεάς.

Κανένα από τα παραπάνω σκαλοπάτια όμως δεν ήταν τόσο χαμηλό, τόσο βαραθρώδες όσο αυτό στο οποίο είχε πατήσει το προηγούμενο βράδυ. Όταν έφτασε στο Ζουμζερί, με την ψυχή στο στόμα, να προλάβει να σώσει τον Πετρεξού από την κακόβουλη γυναίκα Νταραντάε κι αντί να την βρει να παλεύει με το μάγο, είδε ότι η Ινολίκ, η όμορφη ταβερνιάρισσα που αγαπούσε, είχε χαθεί, αρπαγμένη από δυο Βαμπιρονυχτερίδες.

Αγωνία, θλίψη, μοναξιά, θυμός, μανία. Πέντε πράγματα μετρούσε ο Κόμπες όσο ο Πετρεξού προσπαθούσε να βρει ένα ξόρκι που να τους δείξει πού βρισκόταν η Ινολίκ κι αν ήταν καλά. Για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια, ο κλέφτης δε μπορούσε να μείνει άπραγος σε ένα καπηλειό ή ταβέρνα και να τα πίνει, όσο ο μάγος έψαχνε τα καθέκαστα. Με τα ρούχα του ταξιδιού ακόμη, χωρίς να φροντίσει να μάθει τι απέγιναν ο Γκαν-Βαγκάν κι η Σοσμιλόγκι που τον συντρόφευαν στο ταξίδι του από την Ελσικριχά και με το Κουβαδάκι Λάσπη παραπεταμένο σε μια γωνιά, ο Κόμπες στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα δίπλα σε έναν μανιακό Πετρεξού, που είχε σχεδόν χωθεί μέσα στην κασέλα του, αφήνοντας όλον τον κόσμο να νομίζει ότι επρόκειτο περί κάποιου μυθικού φρικαλέου πλάσματος που του έλειπε το από τη μέση και πάνω και πετούσε έξω διάφορα αντικείμενα, ψάχνοντας για διάφορα ξόρκια και σύνεργα.

-Πετρεξού, δε θέλω να σε ανησυχήσω, αλλά αν δε βρεις σύντομα αυτό που ψάχνεις, θα δοκιμάσω στο σβέρκο σου πόσο στόμωσε το Περέγκο όσο το χρησιμοποιούσα πάνω στους Γουρουνοκέφαλους Μυθομανείς.

-Κόμπες, δε θέλω να σε ανησυχήσω, αλλά αν ξαναπείς το όνομά μου αντί τον τίτλο μου, θα δοκιμάσω πόσο μικρό μπορεί να κάνει το πουλί σου η Σαγηνευτική Σμικρυντική Σιαγόνα Σκουληκαντέρας.

-Φιλαράκι, δε θέλω να σε προκαταβάλω, αλλά αν μου μικρύνεις το πουλί θα σου σπάσω την κεφάλα.

-Φιλαράκι, άσε τις απειλές και κοίτα μην ξεχαστείς και με πεις με το όνομά μου ξανά, γιατί θα έχω την τύχη του Μ’νάμπου και του Μ’νέντου.

Ο Κόμπες πολύ θα ήθελε να συνεχίσει αυτήν την μικρή συζήτηση μεταξύ φίλων, αλλά η ανάμνηση των δύο προηγούμενων Μεγάλων Μαγίστρων, ειδικά του Μ’νάμπου, τον έκανε να κατέβει ακόμη ένα σκαλοπάτι προς τα κάτω, εκεί όπου η αγωνία, η θλίψη, η μοναξιά, ο θυμός και η μανία καλωσόρισαν στην εύθυμη παρέα τους και μια ορδή πλιατσικολόγες ενοχές.

Εκείνη τη στιγμή βρήκε το Χαμίνι για να μπει μέσα πολύ-πολύ προσεκτικά, ανοίγοντας αργά την πόρτα και ξεμυτίζοντας γι’ αρχή μόνο το κεφάλι του πίσω της. Ένα ιπτάμενο μαντικό βελούδο, σαν κομήτης που τον ακολουθούν μερικά από τα κομμάτια του (τα βότσαλα της μαντείας) τον υποδέχτηκε, σκεπάζοντάς του το πρόσωπο όπως είχε κάνει κάποτε ένα τρομαγμένο χταπόδι. Τινάχτηκε φοβισμένο προς τα πίσω, αλλά η φυσική του περιέργεια το έκανε να ξαναχώσει το κεφάλι του στο άνοιγμά της πόρτας και να αποφύγει για ελάχιστα χιλιοστά έναν πορτοκαλί κρύσταλλο, που έσκασε στον τοίχο δίπλα στο αυτί του. Η τρίτη του προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή του Πετρεξού χωρίς να κινδυνέψει η σωματική του ακεραιότητα στέφθηκε με μια κάποια επιτυχία, γιατί πριν ο μάγος, εν αγνοία του, του πετάξει κάτι άλλο πιο επικίνδυνο στην γενική κατεύθυνση του κεφαλιού του, το Χαμίνι πρόλαβε να χωθεί στο εργαστήριο και να πιάσει στον αέρα ένα τσαγιερό από ασήμι που τα σκαλίσματα επάνω του ήταν ενδεικτικά ότι δεν είχε ποτέ χρησιμοποιηθεί σαν τσαγιερό.

-Αφέντη, έκανε κοφτά, για να τραβήξει την προσοχή του Πετρεξού.

-Όχι τώρα! μούγκρισε ο Κόμπες αντιλαμβανόμενος επιτέλους ότι υπήρχε κάποιος στο δωμάτιο εκτός από τον πισινό του Πετρεξού που προεξείχε από το σεντούκι.

-Τώρα! επέμενε το Χαμίνι, σκουπίζοντας την αιώνια μύξα του με το αιωνία βρώμικο μανίκι του, αλλά χωρίς σημάδι φόβου στο πρόσωπό του.

-Τι έγινε πάλι; μούγκρισε κι ο Πετρεξού από τα έγκατα του σεντουκιού, πετώντας έξω δυο ασημένια φλιτζάνια ασορτί με το τσαγιερό.

-Αφέντη, οι κοπέλες ρωτάνε αν θα μείνει για πολύ ώρα εκείνη η σφαίρα με τον αιωρούμενο κουβά δίπλα στην πόρτα, γιατί τις εμποδίζει στο σφουγγάρισμα.

Η αναφορά του κουβά, έκανε τον μάγο να σηκωθεί τόσο απότομα που το μελαχροινό του κεφάλι στούκαρε στο καπάκι του σεντουκιού μ’ ένα ηχηρό «ντουκ!», σαφή προάγγελο καρούμπαλου ηγεμονικών διαστάσεων.

-Όχι! Το Κουβαδάκι Λάσπη! Κόμπες, η ανοησία σου δεν έχει όρια! Άφησες το Κουβαδάκι Λάσπη στην πόρτα; Φέρ’ το μου γρήγορα εδώ! Γρήγορα!

Το Χαμίνι έφυγε τρεχάτο να φέρει το Κουβαδάκι στο νέο του αφεντικό, παίρνοντας μαζί του το τσαγιερό, ενώ ο Κόμπες σήκωνε τους ώμους του αδιάφορα.

-Έτσι όπως ήμαστε τώρα, τι ανάγκη το έχεις το Κουβαδάκι; Πότε θα κάνεις το φυλαχτό προστασίας που έλεγες;

Ο Πετρεξού κλώτσησε τα πασούμια του πέρα, αποτυγχάνοντας να πετύχει τον κλέφτη και κρατώντας το κεφάλι του που βούιζε ακόμη από το τράκο με το σεντούκι, έχωσε το κάθε γυμνό του πόδι ξεχωριστά σε ένα μικρό ξεσκέπαστο κασελάκι γεμάτο με άμμο, που καθόταν εδώ και πάρα πολλά χρόνια ανέγγιχτο, δίπλα στο σεντούκι. Με παράδοξη καθαρότητα σκέψης για τη στιγμή, ο Κόμπες αναγνώρισε στο περιεχόμενο της κασελίτσας την λευκότητα της σκόνης από τα τσόφλια του αυγού του Ζάχου. Ο μάγος δεν έδωσε εξηγήσει για το θέμα, καθώς σκέπαζε καλά τα πόδια του με τη σκόνη και ταυτόχρονα γύμνωνε το στήθος του. Μαύρες σγουρές τρίχες, όχι τόσες όσες συναγωνίζονταν για λίγο χώρο στο στήθος του Κόμπες έκαναν την εμφάνισή τους πίσω από το λινό ύφασμα, να σκεπάζουν το τατουάζ του Μεγάλου Μάγιστρου.

Για λίγο, και για έναν ακαθόριστο λόγο που σαφώς δεν είχε να κάνει με ένα παλιό συμβάν σχετικό με τον τρυπανιστή κρανίων, ο Κόμπες ένιωσε πάρα πολύ αισιόδοξος βλέποντας αυτό το τατουάζ. Το Χρίσμα του Πετρεξού σε Μεγάλο Μάγιστρο ήταν μια επιβεβαίωση ότι μέσα στο κεφάλι του μελαχροινού μάγου, εκτός από ένα σωρό ξόρκια λήθης και παμπόνηρα σχέδια, υπήρχαν και μεγάλες ποσότητες ικανοτήτων που τον είχαν οδηγήσει ως εδώ. Ίσως η ζωή της Ινολίκ να κρεμόταν από αυτό το τατουάζ. Ίσως κι η ζωή του Κόμπες του ίδιου γιατί αν η Ινολίκ πάθαινε τίποτε, ο Κόμπες θα σκότωνε πολύ κόσμο προκειμένου να την εκδικηθεί, κόσμο που ήταν σίγουρος ότι δε θα καθόταν να σκοτωθεί, αλλά πιθανότατα θα προκαλούσε ο ίδιος –ο κόσμος- τον θάνατο του Σενίμ-Σοριένου.

-Μην κάθεσαι εκεί σαν ηλίθιο αγγούρι, γρύλισε ο Πετρεξού, βοήθησέ με, μου έστειλες το βοηθό μου στην άλλη άκρη του κόσμου, τουλάχιστον πάρε εσύ τη θέση του αν θες να βρούμε την Ινολίκ.

Ο Κόμπες ξεσταύρωσε τα χέρια και τον πλησίασε.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

NaNoWriMo 2008

Αυτές τις μέρες παίρνω μέρος σε ένα διεθνές παιχνίδι που λέγεται NaNoWriMo (και γι' αυτό έχω γενικά εξαφανιστεί...). Με λίγα λόγια, καλείστε μέσα στις 30 ημερολογιακές μέρες του Νοεμβρίου να γράψετε μια νουβέλα 50.000 λέξεων (κάπου 100-150 σελίδες). Αυτό σημάίνει ότι θα γράφετε σταθερά 1667 λέξεις την ημέρα ή 3 με 4 σελίδες...

Δύσκολο έως ακατόρθωτο για πολλούς, αλλά μερικοί τα καταφέρνουν. Πέρσι ας, πούμε στο sff.gr τερματίσαμε τέσσερις νοματαίοι, μαζί κι εγώ, σημειώνοντας προσωπικό ρεκορ για πρώτο σχεδίασμα τις 58,000 λέξεις. Φέτος είμαι λίγο άπληστη, είπα ότι θα το φτάσω τις 100.000 λέξεις, γράφωντας την τελευταία νουβέλα του Κόμπες του Ντερλικοτή.

Το επίσημο σάιτ του NaNoWriMo είναι εδώ και το καθημερινό μου σκορ είναι το παρακάτω.



Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

Ανθολογία www.sff.gr - Ονείρων Σκιές








Χωρίς σχόλια. Μη μας πούνε και ελεεινώς αυτοπροβαλόμενους...

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Χρόνια Πολλά...

...επί της αυριανής εθνικής μας εορτής. Κι όσο άλλοι παρελαύνουν, ρίξτε και καμμιά ματιά στο Βρεττάκο σας, στο Σεφέρη σας, στον Ελύτη σας. Και στον παππού Κωστή, με το αθάνατο κρασί του εικοσιένα, που μέσα στην Κατοχή ανάγκασε στις δυνάμεις της ανελευθερίας να υποκύψουν μπροστά στο ξόδι ενός γεράκου με σμιχτά φρύδια.

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Ε, ρε μεγαλεία!!!!!

Ο Μιχάλης μου έδειξε αυτό κι έκτοτε έχω δει αστράκια! Συγχαρητήρια κυρ-Παναγιώτη μας κι εύχομαι να τη φέρεις την κούπα στη Γκρέτσια! Κι εμείς στο αεροδρόμιο, όπως το φαντάστηκες, με τα κασκόλ και ντυμμένοι Άθοι Έμφοβοι!

(Για όσους δεν θέλουν να ψάχνουν, τι λέει αυτή η παλαβή κι έτσ', εδώ πολλές ζουμερές λεπτομέρειες, για την είσοδο του Παναγιώτη Κούστα στην προκαταρκτική λίστα των βραβείων Nebula με το διήγημα "Ο Άθως Έμφοβος στο Ναό του Ήχου", που εκδόθηκε στην ανθολογία εφ ευρωπαϊκού διηγήματος της SFWA -Science Fiction Writers of America-. Γουστάρω.)

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Out of the dragon's jaws

Έτσι είχε πει ο Bryan Adams κάποτε, σε μια επιτόπια διασκευή του Into The Fire, σε μια συναυλία στην Ιαπωνία. Κι έτσι αισθάνομαι κι εγώ.

Μέχρι πριν δυο εβδομάδες έγραφα σαν τρελή. Κατεβατά να δουν τα μάτια σου, χίλιες και δυο χιλιάδες και μερικές φορές τρεις χιλιάδες λέξεις σε μια μέρα. Δεν έπεφτα κάτω από τις πέντε χιλιάδες λέξεις την εβδομάδα. Και όταν τελείωσε το μυθιστόρημα που έγραφα...

Πουφ.

Ξεφούσκωσε το θέμα. Κι έμεινα η μυαλοκομμένη, χωρίς έμπνευση και΄το σπουδαιότερο χωρίς κουράγιο.

Ευτυχώς έρχεται το Νανόριμο (για το οποίο θα σας μιλήσω πολύ-πολύ σύντομα) και πάνω στη διαδικασία επιλογής του τί θα γράψω, πήρα μπρος και οι 15,000 λέξεις του εκτου επεισοδίου του Κόμπες του Ντερλικοτή έχουν γίνει 18,000... Άντε κι ελπίζω μέχρι την 1η Νοεμβρίου να τις έχω κάνει 35,000. Όχι τίποτε άλλο, αλλά να, να έω γράψει τουλάχιστον ολόκληρο το έκτο επεισόδιο, για να μπορέσω να γράψω και το εντέκατο και τελευταίο...

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Όλα τα μυρωδικά της Σαρκεσμέχ

Ανάμεσα στην Ερ και το Ντεν-Το υπάρχουν καλυμμένα από τη μεταβαλλόμενη έρημο τα ερείπια μιας πόλης. Λίγοι ξέρουν ότι υπάρχει, λιγότεροι την έχουν επισκεφθεί, ελάχιστοι γνωρίζουν ποια είναι πραγματικά. Όμως το όνομα αυτής της πόλης είναι για τους ανθρώπους συνώνυμο της αφθονίας, του πλούτου και των λεπτών, φίνων γεύσεων. Και το όνομα αυτό είναι Σαρκεσμέχ.

Για την όμορφη, χαμένη στην αχλύ του μύθου Σαρκεσμέχ, πάπυροι και περγαμηνές έχουν γραφτεί από ιστορικούς και φιλοσόφους. Όμως υπάρχει ένα βιβλίο, ένα και μόνο βιβλίο, όπου είναι γραμμένη η πραγματική ιστορία της θαυμαστής αυτής πόλης. Είναι ένα περίεργο βιβλίο, με σελίδες από περγαμηνή, πάνω στις οποίες χαράσσονται από μόνα τους γράμματα μ’ ένα μελάνι καφεκόκκινο σαν ξεραμένο αίμα. Το βιβλίο αυτό λέγεται Βιβλίο Των Συμβάντων, περιέχεται σε όλες τις βιβλιοθήκες του κόσμου και περιέχει όλες τις βιβλιοθήκες του κόσμου, αλλά και άλλων άγνωστων, μυστηριακών κόσμων. Κι αν κάποιος μπορούσε να το διαβάσει, θα έβλεπε σε κάποια σελίδα του αυτά τα λόγια:

«Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ίσως από καπρίτσιο της φυσικής εκείνης δύναμης που γεννά τους θεούς της τύχης, όταν η Ιστορία των ανθρώπων πήρε μια στροφή κι εκείνοι ξέχασαν τα πάντα κι άρχισαν πάλι από την αρχή, όλες οι γνώσεις μαγειρικής, όλες οι δοξασίες κι οι μύθοι γύρω από το φαγητό, όλα τα ονόματα των πιάτων και των μπαχαρικών μαζεύτηκαν στο μέρος που μετά θα λεγόταν Σαρκεσμέχ κι αρπάχτηκαν απ’ αυτό.«

»Ώστε για όσο θα διαρκεί αυτή η στροφή της Ιστορίας, η Σαρκεσμέχ, ζωντανή ή πεθαμένη, θάλλουσα ή σε ερείπια, θα ‘ναι βασίλισσα του φαγητού, πατρίδα όλων των μαγείρων, γενέτειρα όλων των ζαχαροπλαστών. Και δε θα υπάρχει ούτε ένα μάγειρας που να μην έχει έστω έναν προπάππο από την πόλη αυτή, ούτε ένας ζαχαροπλάστης που να μην έχει έστω μια προγιαγιά μορφωμένη στην μεγάλη σχολή των μαγείρων της Σαρκεσμέχ. Κι αυτό θα είναι το αναγνωριστικό μεταξύ τους σημάδι και θα λένε ο ένας τον άλλο ξάδελφε, όπως κάνουν σε άλλους κόσμους οι βασιλείς.»

Αυτά είναι γραμμένα στο Βιβλίο των Συμβάντων. Αλλά κανείς ποτέ δε θα τα δει, γιατί το μάτι γλιστράει πάνω από το Βιβλίο, σαν αυτό να μην υπάρχει. Κανείς δεν το βλέπει, καθώς χουζουρεύει στα ράφια των βιβλιοθηκών και κανείς ποτέ δεν το έχει διαβάσει, εκτός από τον Καταραμένο, που το έκανε μια φορά και δεν θα το ξανακάνει ποτέ πια.

Κι έτσι, η πραγματική υπόσταση της Σαρκεσμέχ δε θα γίνει ποτέ γνωστή. Θα μείνει μόνο εκείνη η φευγαλέα εντύπωση πως έχει ευλογηθεί απ’ όλους τους θεούς κι ίσως κι η ευωδιά των μπαχαρικών που αποπνέει το μυστηριακό όνομά της.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Ελεεινή

Εδώ μπορεί κανείς να καταλάβει πόσο ελεεινή εγωίστρια είμαι. Ό,τι κάνω το καυχώμαι. Ναι, καλέ μου κύριε.

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Τεχνικά προβλήματα τέλος

Εύκολο ήταν αυτό. Έπρεπε να μου είχε περάσει νωρίτερα από το μυαλό. Κάποια από το γκάτζετ δε θα ήταν συμβατά με όλους τους browsers. Ας είναι. Σιγά να μην μας λείψει η ώρα Χαβάης κι η ώρα Αργεντινής.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Τεχνικά προβλήματα

Έχω λίγες μέρες που παιδεύομαι μ' ένα "λόξυγγα" του μπλογκ. Είχα μια-δυο φορές παράπονα από αναγνώστες ότι όταν προσπαθούν να το διαβάσουν με ένα συγκεκριμένο browser, το πρόγραμμα έκλεινε αμέσως. Θεώρησα ότι δεν ήταν από φρίκη κι αποτροπιασμό για το περιεχόμενο που ο browser αντιδρούσε έτσι, οπότε έκατσα να το ψάξω.

Επειδή όμως εγώ δε διαθέτω τον συγκεκριμένο browser, θα χρειαστεί να μπω σε μια διαδικασία test-feedback. Εγώ θα κάνω τα test, αλλάζοντας αυτό ή εκείνο κι εσείς θα μου δίνετε feedback, αν τελικά δούλεψε κι αυτό ή εκείνο ήταν που έφταιγε, αλλιώς θα αλλάξω κάτι άλλο.

Ξεκινάω λοιπόν με τα ρολογάκια μου, στο τέλος της σελίδας. Αν και μου αρέσανε πολύ, έχω την εντύπωση ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα αυτά να ήταν οι φταίχτες. Oh, well. Τι να κάνουμε. Αν όντως είναι αυτά, θα το ημπορέσουμε να ζήσουμε και χωρίς την παρέα τους.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Current mood status

cat
more animals

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

Τι το θες το κουταλάκι

Κι έρχεται μια ωραία πρωί (ή και εσπέρα, δεν τα καλουπώνεις αυτά τα πράγματα) και κοιτιέσαι στον καφθρέφτη και λες; Μωρέ, να 'χαμε τώρα μια μουσταλευριά...

Κοιτάς στο ψυγείο περιχαρής, αλλά μουσταλευριά της αφάντης. Είτε γιατί αμέλησες και παραμέλησες ν' αγοράσεις όταν ήσουν στο σούπερμάρκετ, είτε γιατί αγόρασες μεν, την έφαγες δε, είτε διότι η μάρκα μουσταλευριάς που υπάρχει διαθέσιμη δεν είναι του απόλυτου γούστου σου. Βάζεις λοιπόν ένα τσίτι επάνω σου, βάζεις κι ένα ζευγάρι σαγιονάρες, πέρνεις κι ένα κουταλάκι και βγαίνεις να πας στο έναντι γαλακτοπωλείο, που έχει μάστορα με φήμη εξαίρετου μουσταλευριοποιού, να πάρεις την μουσταλευριά σου.

Φτάνεις λοιπόν μπρος στον γαλακτοπώλη και του λες: "μια μουσταλευριά παρακαλώ". Κουνάει το κεφάλι και λέει: "Δεν έχω φτιάξει. Να σας δώσω ένα ρυζογαλάκι αντ' αυτής;"

Και ιδού το μέγα δίλλημα, αγαπητέ μου φίλε, διότι εσύ για μουσταλευριά έχεις ξεκινήσει κι αν ήταν να φας ρυζόγαλο, ευχαριστώ έφτιαχνα και μόνη μου. Λογικά θα πρέπει να πας παρακάτω, στο πιο πέρα γαλακτοπωλείο, που πρέπει να έχει μουσταλευριά, απλά όχι τόσο καλή όσο ετούτο εδώ. Και πέρα που δε θα φας τη γαμάτη μουσταλευριά, είναι και πιο μακριά, που θα πει ότι θα πρέπει να περπατήσεις και μην ξεχνάς ότι είσαι και με το τσίτι και τις σαγιονάρες. Κι ο χρόνος περνάει και μήπως μέχρι να φτάσω στο παρακάτω γαλακτοπωλείο θα μου έχει περάσει η πρεμούρα να φάω μουσταλευριά και μείνω τελικά με το κουταλάκι στο χέρι;

Τι μας πρίζεις με τις μουστελευριές και τα ρυζόγαλα, κυρα-Φθυμία μου... Όχι, όμως, για σκέψου: αντί για μουσταλευριά βάλε τον τύπο ανθρώπου που προτιμάς να έχεις δίπλα σου και στη θέση του ρυζόγαλου βάλε κάποιον που απλά είναι διαθέσιμος την εποχή που ψάχνεις για σύντροφο. Λοιπόν; Τι λες τώρα; Μένεις νηστική/νηστικός μέχρι το επόμενο γαλακτοπωλείο ή συμβιβάζεσαι με το ρυζογαλάκι και γυρίζεις στο σπιτάκι σου ασφαλής και με το ζάχαρο ανεβασμένο κατά τι;

Γιατί υπάρχει κι η περίπτωση να πας στο άλλο γαλακτοπωλείο και η μουσταλευριά του να μην τρώγεται. Οπόταν τι το θες το κουταλάκι;

Ας πούμε ότι πράττεις σωστά και πας στο παρακάτω γαλακτοπωλείο (περιφρονώντας το ρυζόγαλο, μην το ξεχνάμε) και φτάνεις κι η μουσταλευριά του είναι γαμάτη σαν και το πρώτου, μόνο που δεν το είχες φανταστεί. Κι ακονίζεις του κουταλάκι σου για τρελές βούτες στον κεσέ και σκέφτεσαι, "ώρε, μάνα μου, θα φάω μουσταλευριά, μέχρι που να με πάει πιρπιρί, θα της δώσω να καταλάβει, αστιεύεσαι; τώρα που βρήκα μουσταλευριά όπως την ήθελα, να την αφήσω ακουτάλιστη;" Και τι σου λέει ο πο#$@ης ο γαλακτοπώλης;

"Ξέρετε, η μουσταλευριά μου είναι μόνο μια ταπεινή μουσταλευριά και δεν είναι πρέπον για ένα άτομο της ιδικής σας αξίας να ασχολείται με την μουσταλευριά ταύτην..."

Ε, του ανοίγεις το κεφάλι ή δεν του το ανοίγεις;

Και μάλιστα με το κουταλάκι;

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Λάθος Οδηγίες


"Τη 'σκανδάλη' είπατε; Όχι τη λαβή; Ο πυροσβεστήρας έχει λαβή, δεν έχει σκανδ-"

Πόσο μπορούν να στοιχίσουν σε έναν άνθρωπο μια σειρά από λάθος οδηγίες; Ή και σε όλην την ανθρωπότητα ή ακόμη και στο Σύμπαν, στις φυλές των νοήμονων όντων που ζουν τις δικές τους ζωές στις εσχατιές της Δημιουργίας;

Πού να ξέρω; σε ρωτάει ο Αλέκος Παπαδόπουλος πίσω από τα μαύρα του γυαλιά. Εγώ μόνο να υποθέσω μπορώ. Και καλά θα κάνεις να κάνεις το ίδιο κι εσύ, γιατί αλλιώς θα βρεθείς προ εκπλήξεως. Προ ισχυράς εκπλήξεως.

Σαν και την έκπληξη στην οποία βρέθηκα μπροστά εγώ, όταν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο του με τίτλο Λάθος οδηγίες. Και εξηγούμαι.

Οφείλω να ομολογήσω ότι το έπιασα με μια κάποια προκατάληψη, μιας και τα γούστα μου δεν είναι και τόσο επιστημονικά στη φαντασία. Μιας όμως και είναι διηγήματα (το αγαπημένο μου είδος) και μιας και το ίδιο το βιβλίο δεν είναι και τίποτε τεράστιο κι ογκώδες και τρομακτικό, είπα ότι θα του έδινα μια ευκαιρία, ειδικά αυτές τις μέρες που ήθελα να βγάλω λίγο από το μυαλό μου το φάντασυ. (Μια στο τόσο χρειάζεται κι αυτό…)

Ξεκίνησα λοιπόν, με την προαναφερόμενη προκατάληψη και η σφαλιάρα ήρθε από τις πρώτες σελίδες. Σντουπ, στρωτή γραφή. Σντουπ, απλά αλλά όμορφη γλώσσα. Σντουπ, σοφή χρήση της στίξης. Σντουπ, θεματολογία.

Χάρηκα πολύ, γιατί διάβασα ιστορίες από μια ευρεία γκάμα υποειδών της εφ. Από το μελλοντολογικό θρίλλερ, τη space opera, ένα ελαφρύ κυβερνοπάνκ, κοινωνική εφ με θεολογικό περιεχόμενο, πρώτες επαφές, τι το θες και δεν το έχει. Κι όμως σε κάθε κομμάτι η «προσαρμογή» του θέματος στο στυλ και στο είδος προσέγγισης του συγγραφέα είναι αν όχι κραυγαλέα, τουλάχιστον ευχάριστα εμφανής. Και εξηγούμαι: Σε όλα τα διηγήματα, το ύφος δεν αλλάζει αναλόγως της ιδέας. Αντίθετα, η ιδέα προσαρμόζεται στο ύφος του συγγραφέα, με αποτέλεσμα, να διαβάζεις πολύ διαφορετικά πράγματα χωρίς όμως να τα θεωρείς το ένα εντελώς ξεκομμένο από τα άλλα. Είναι σαν να τρως πολλές διαφορετικές σάλτσες, άλλη κόκκινη, άλλη άσπρη, σε όλες όμως, άσχετα αν το καταλαβαίνεις ή όχι, περιέχεται βούτυρο. Και το βούτυρο ως γνωστόν, νοστιμίζει τρελά.

Το σημείο που θεώρησα μειονέκτημα του όλου βιβλίου ήταν οι καρκινικές γραφές. Δε με ενόχλησε αυτό καθεαυτό, γιατί και τα τρία κείμενα εξυπηρετούσαν ακριβώς το σκοπό τους, δηλαδή να παίξουν με την αμφισημία της γλώσσα. Όμως δε μου προσέφεραν τίποτε ανάμεσα στα υπόλοιπα διηγήματα, ούτε καν σαν διαφημιστικά διαλείμματα, όπως τις ονόμασε ο συγγραφέας. Μια αλλαγή ενότητα πιστεύω θα ήταν αρκετή.

Ποια διηγήματα ξεχώρισα… Μμμμ, λίγο δύσκολο να πω. Οπωσδήποτε τις Ανέπαφες Αξίες, την Υπογείωση, το Φλοίσβο των Άστρων και το Cyrano de Spaceark. Το Πράγματα να Κάνω Χθες το θεωρώ υπέροχα φριχτό, σε σημείο να με ενοχλεί η ιδέα ότι μπορεί να το ξαναδιαβάσω κάποτε. Η Καινή Σπορά με έβαλε μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου που δεν ξέρει πώς να ηγηθεί και γι’ αυτό καταδικάζει τον εαυτό του και τους υπόλοιπους σε μαρασμό.

(Για περισσότερες λάθος οδηγίες, ο Αλέκος Παπαδόπουλος θα είναι ευτυχής να σας παραπλανήσει με τις Γραφές του Αύριο. Ρίχτε μια ματιά.)

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Οι δυσκολίες της συγγραφής

Εχτές το βράδυ έγραψα το τελευταίο κομμάτι από το πρώτο κεφάλαιο του επόμενου μυθιστορήματός μου. Το παλεύω δύο εβδομάδες, δυο εβδομάδες για το πρώτο κακότεχνο γράψιμο πέντε χιλιάδων (5000) λέξεων. Εντάξει, οι περισσότεροι που ασχολούντια όπως εγώ, ερασιτεχνικά, με τη συγγραφή έχουν πολύ λιγότερη "συγκομιδή" λέξεων σε ανάλογο χρονικό διάστημα. Υπάρχουν όμως κι άλλοι, ανάμεσά τους κι ε΄γω, που μπορούν και καλύτερα.

Άρα; Τι δεν πάει καλά;

Ίσως με πείτε υπερβολική ή ακόμη μπορεί και να κουνήσετε το κεφάλι σας με κατανόηση, "τσκ, τσκ, τσκ, πάει αυτή, το 'χασε. Τι μας τσαμπουνάει αυτού;" Όμως το γεγονός παραμένει, ότι ενώ είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη σ' αυτήν την ιστορία, ενώ είμαι και πολύ ενθουσιασμένη, γιατί η ιδέα ξεπήδησε από μόνη της και γιατί είναι άμεσα αξιοποιήσιμη, ωστόσο δεν μπορώ να την αποδώσω στο χαρτί. Δε μπορώ να "δω" την κάθε σκηνή στο μυαλό μου, να μπω στο πετσί των ηρώων μου, να φανταστώ μέσα στα όρια της πραγματικότητας τις διάφορες σκηνές. Αν μπορούσα, τώρα θα είχα φτάσει στις 10 ή και τις 15 χιλιάδες λέξεις, έστω κακότεχνες, έστω υπερβολικές, έστω με τρύπες στην πλοκή και στην αληθοφάνεια και την συνέπεια. Αλλά είμαι μόνο στις 5 χιλιάδες. Κι αναρωτιέμαι.

Οι οικείοι μου με πειράζουν, αναφερόμενοι σε άλλο σκέλος της προσωπικής μου ζωής και χαμογελώντας πονηρά (και σιγά την αοριστία που χρησιμοποιώ, έχω καρφωθεί κατά καιρούς, με διάφορους τρόπους σχετικά με το θέμα...) Όμως ξέρω ότι δεν είναι αυτό. Αν ήταν αυτό, τότε γιατί διαβάζω χωρίς προβλήματα και με καλούς μπορώ να πω ρυθμούς; Κι επίσης γιατί μπορώ και μαγειρεύω νέες συνταγές, πράγμα που όμως μπορούν να σας διαβεβαιώσουν όλοι όσοι το κάνουν, θέλει πολύ φαντασία και συγκέντρωση και κρίση; Κι επίσης γιατί μπορώ και συνεχίζω την επιμέλεια που κάνω σε ένα (σε δύο για την ακρίβεια) πονήματα συγγραφικά φίλων;

Άρα, δεν είναι το προσωπικό πρόβλημα.

Και τελικά, αυτό που παιδευόμουν τόσες μέρες ν καταλάβω το κατάβα χτες βράδυ, την ώρα που έτρωγα σουβλάκια με κάτι συγγενείς, σε παρακείμενη σουβλακερί, με το ραδιόφωνο τστη διαπασών και τον Ολυμπιακό στη γιγαντοοθόνη*. Δε μπορώ να γράψω την ιστορία, γιατί δεν υπάρχει κάτι που να με ζορίζει πραγματικά, ώστε να αναγκάζομαι να "ξεφεύγω" γράφοντας. Για μένα το γράψμο είναι πάνω απ' όλα διασκέδαση, κι όταν διασκεδάζω αρκετά, τότε τι νόημα έχει να διασκεδάσω κι άλλο;

Ώστε η μόνη λύση είναι να βρω κάποιον να με καταπιέζει, ώστε να θέλω να ξεκουραστώ γράφοντας. Η δουλειά θα αγριέψει σε λίγο καιρό, οπότε από κει είμαι καλλυμένη, περιμένω τη στιγμή που δε θα μπορώ να σηκώσω κεφάλι. Εκεί να δείτε γλέντια. Αλλά μήπως -λέω, μήπως- να έβρισκα και τίποτε άλλο που να κάνει πιο έντονη αυτήν την κατάσταση, αυτήν την αίσθηση; Λέω, μήπως; Και κατά πόσο μια τέτοια σκέψη είναι υγιής;

Εσύ, κύριε τέτοιε μου, τι γνώμη έχεις;

*Ναι, ναι, καλά ακούσατε, γιγαντοοθόνη στη σουβλακερί. Είμαστε μερακλήδες στο Βύρωνα, πώς να το κάνουμε δηλαδή;

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Λαξευτές της Παλίρροιας


Τελείωσα χτες το βράδυ τους Λαξευτές της Παλίρροιας, το πρώτο βιβλίο της Τριλογίας των Λαξευτών, της Βάσως Χρήστου. Κι είμαι μια ιδέα διχασμένη.

Καταρχήν, φάνταζυ-τριλογία-ελληνικό-γυναίκα. Τα τέσσερα κακά της μοίρας μας. Και να εξηγηθώ. Φάνταζυ να κυκλοφορήσει στην Ελλάδα; Και μάλιστα τριλογία; Και μάλιστα γραμμένη από Έλληνα; Και μάλιστα γραμμένη από γυναίκα;

Πολλοί θα μου πείτε ότι τελικά, φάνταζυ κυκλοφορεί αρκετό στην Ελλάδα, ας είναι καλά ο Ανούβις, ο Φανταστικός Κόσμος, ο Αίολος, η Άγνωστη Καντάθ κι άλλοι που δεν έχει νόημα να τους αναφέρουμε όλους εδώ. Ας είναι καλά και τα Forgotten Realms και οι διάφοροι Μάρτιν και όλοι όσοι έχουν κάνει ένα μπεστ σέλλερ στο Αμέρικα, το βλέπουν οι εδώ εκδοτικοί και βιάζονται να το μεταφράσουν, μπας και βγάλουν κανένα ψιλό. Και στην ίδια κατηγορία σχολίου ανήκει και το περί τριλογίας, για να μην αναφερθώ σε τριλογίες που στα ελληνικά εκδίδονται ως εξαλογίες, σπάζοντας το κάθε αυτόνομο βιβλίο σε δύο τόμους, με το ανάλογο –υπερφυσικό και παραφυσικό και εξωφρενικό- κόστος για τον αναγνώστη.

Η πραγματική έκπληξη είναι ότι τον τελευταίο καιρό, όλο και κάποιο ελληνικό φάνταζυ φτάνει στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Από το Βασίλειο της Αράχνης του Πλιώτα μέχρι το Συμβούλιο των Αφυπνισμένων του Καρατσιώρη και μέχρι την πρόσφατη Κληρονομιά του Ερέβους του Μαυράκη (για το οποίο μάλλον θα ανεβάσω μια κριτική την επόμενη εβδομάδα), κατιτίς σαλεύει στις εκδόσεις, προς τη μεριά μας. Σε απόσταση από τους πρώτους τολμήσαντες, Φιαμού, Μαμούτο και άλλους, έρχονται λίγο-λίγο νέες φωνές να μας πουν ότι τελικά το φάνταζυ, είτε ηρωικό, είτε επικό, είτε παραμυθιακό κάνει τα βήματα του σταθερά προς την αναγνώριση και μάλιστα δίνοντας ίσες ευκαιρίες σε άνδρες και γυναίκες.

Κι έρχομαι στο θέμα του διχασμού.

Πριν ξεκινήσω να γράψω αυτήν την κριτική, δε θέλω να κρύψω ότι έψαξα να δω κριτικές άλλων. Όχι ότι θα με επηρεάσουν, απέχω χρόνια από την εποχή που οι κριτικές των άλλων επηρέαζαν τη δική μου. Όμως έχω γνωρίσει προσωπικά την κ. Χρήστου και ήθελα να σιγουρευτώ ότι αυτά που έχω να της πω δεν είναι αποκυήματα της δικής μου φαντασίας.

Ας ξεκινήσω με το αγαπημένο μου κομμάτι, την κοσμοπλασία. Δε θα φέρω καμμία αντίρρηση στο ότι τόσο ο φυσικός κόσμος που πλάθει όσο και οι αρχές που τον διέπουν είναι εξαιρετικές και εμπνευσμένες. Σαν γεωλόγος δε θα μπορούσε παρά να με συγκινήσει βαθύτατα η επιλογή της η σχετική με το σύστημα της μαγείας, αλλά και πέρα από αυτήν τη μικρόψυχη προτίμηση εκ μέρους μου, είναι γενικά ένα πολύ εντυπωσιακό και πρωτότυπο σύστημα. Η μόνη μου μομφή επί του θέματος είναι η έλλειψη παρουσίασης μιας κάποια δεισιδαιμονίας των λαϊκών ανθρώπων η σχετική με την πέτρα. Αν η πέτρα κουβαλάει μέσα της τη μαγεία –ή τόση μαγεία- θα ήταν αναμενόμενο να τη φοβούνται ως ένα σημείο, να την αποφεύγουν. Κι αυτό θα είναι μάλλον δύσκολο. Κατά τα άλλα, η αληθοφάνεια του κόσμου είναι σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Η πλοκή είναι ενδιαφέρουσα, με την έννοια ότι υπάρχουν όλες οι συμβάσεις μια επικής ιστορίας: χαμένες πριγκήπισσες, άνθρωποι με ιδιαίτερες ικανότητες, βασιλιάδες και προδοσίες από συμμάχους, ένα κακό σε τέτοιο πλήθος που η μάχη να είναι αμφίρροπη, πλάσματα μαγικά κι εξωτικά, έρωτες, μάχες, οι απαραίτητοι εκτός του πολιτισμένου κόσμου αλλά με φυσική σοφία προικισμένοι νομάδες και καλά κρυμμένη τεχνολογία και τεχνογνωσία (κι όποιος δεν καταλαβαίνει, ας αναρωτηθεί τι είναι στην πραγματικότητα το φλογέλαιο…) Εδώ κολλάνε νομίζω και τα σχόλια που διάβασα αλλά σχετικά με το εάν θα μπορούσε ή όχι να έχει γραφτεί από ξένο συγγραφέα. Ναι, θα μπορούσε. Γιατί πληροί όλες τις προϋποθέσεις ενός βιβλίου που στο εξωτερικό θα είχε κάνει μια κάποια πορεία στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Και φτάνουμε στο θέμα της τεχνικής πλευράς του βιβλίου. Εδώ πολύ φοβάμαι ότι περίμενα πολύ περισσότερα ή μάλλον για να το πω πιο σωστά, είχα πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις από την κ. Χρήστου. Αλλά ας πάρω τα πράγματα ένα-ένα και με τη σειρά τους.

Θα προσπεράσω λαθάκια στη χρήση κάποιων λέξεων, διότι πιστεύω ότι υπάρχει κάποιος κύριος ΠιΚέι που θα τα έχει εντοπίσει καλύτερα από μένα. Στέκομαι μόνο στο ότι ήταν πιθανόν θέμα επιμέλειας, γιατί δε μπορώ να φανταστώ ότι η κ. Χρήστου αγνοεί, ας πούμε, ότι μια λίμνη έχει βυθό κι όχι πάτο. Θέλω να πιστεύω ότι τέτοια προβλήματα έχουν λυθεί, και γιατί θα έχουν εντοπιστεί από κριτικούς σαν κι μένα ή τον προαναφερθέντα κύριο και διότι η ίδια η κ. Χρήστου τα έχει εντοπίσει από μόνη της, στην εξέλιξή της ως συγγραφέας από τη μέρα που συνέλαβε τους Λαξευτές.

Οι χαρακτήρες των ηρώων είναι όντως αρκετά βαθιά σκιαγραφημένοι. Γενικά εκτός από τις περιπτώσεις που θα αναφέρω παρακάτω, ο αρχετυπικός καλός/κακός λείπει, αφήνοντας πίσω ανθρώπους που έχουν ίσες ποσότητες από το σωστό και το λάθος μέσα τους. Το κακό είναι όμως, ότι παρ’ όλες τις προσπάθειες της συγγραφέως μέσα από τους διαλόγους και τις πράξεις των ηρώων της να μας πείσει για τους χαρακτήρες τους, αποτυγχάνει κατά τη γνώμη μου να μας πείσει ότι ένας άνθρωπος αυτού του χαρακτήρα θα επιβίωνε στη συγκεκριμένη κοινωνική θέση. Και εξηγούμαι: Θα ήταν ποτέ δυνατόν ένας βασιλιάς να ανεχτεί από το διάδοχό του να παρακούσει τις εντολές του, ακόμη κι αν αυτός είναι ο αγαπημένος του γιος; Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα τον στήριζε κιόλας, μετά την αποτυχία του και θα ερχόταν σε σύγκρουση με τους υπόλοιπους γύρω του γι’ αυτό; Πώς θα ένιωθε ένας κοινός θνητός ακούγοντας ότι ο βασιλιάς του ανέχτηκε μια τέτοια παρατυπία από τον ίδιο του το διάδοχο; Δε θα τον θεωρούσε λαπά και αδύναμο; Θα εξακολουθούσε να του μένει πιστός, ή στην πρώτη δημαγωγία κάποιου πολιτικού αντιπάλου θα γυρνούσε την πλάτη;

Κάτι που λείπει από όλο το σκηνικό των Λαξευτών, παρ’ εκτός από την ιεραρχία του Άστραντ, με άλλους όμως σκοπούς της πλοκής εκεί: η πολιτική αντιπαράθεση. Οι βασιλιάδες έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο ο ένας τον άλλο. Όμως σε μια κοινωνία με εμπόρους και λιμάνια μεγάλα και φράγματα (δηλαδή με μια υποτυπώδη αστική τάξη), δε θα υπήρχαν εκείνοι που δε θα δέχονταν την διακυβέρνηση του εκάστοτε κάτοχου του θρόνου; Η εσωτερική πολιτική και ο πόλεμος εκ των έσω είναι εκείνος που πρώτα απ’ όλα απειλεί έναν βασιλιά. Η έλλειψη ενός τέτοιου χαρακτηριστικού της κοινωνίας είναι χτυπητή γιατί υπάρχει και το σημείο όπου αυτή η έλλειψη δεν υφίσταται: το Άστραντ. Κι εκεί, η παρουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι τέτοια που είναι φανερό πως γίνεται για θέμα πλοκής, για να «δημιουργηθεί» και να «δικαιολογηθεί» ο κακός χαρακτήρας της Ροβίρια. Εκεί η Τορέυν και η Ελισσάν πρέπει να έχουν έναν αντίπαλο, γιατί δεν έχουν να δείξουν με κανέναν άλλον τρόπο τις ηγετικές τους ικανότητες. Στην ξηρά όμως, δεν υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο, αντίπαλοι είναι πάντα οι άλλοι βασιλείς κι η «αντιπολίτευση» παραβλέπεται.

Κάτι ακόμη που έχει να κάνει με τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών. Είτε είναι φιλικοί είτε είναι εχθρικοί μεταξύ τους, είτε παίρνουν τις ίδιες ή διαφορετικές αποφάσεις πάνω σε κάποιο θέμα, σχεδόν ποτέ δεν παρατηρείται κάποια σύγκρουση μεταξύ τους. Οι περισσότερες συζητήσεις τους καταλήγουν σε λύση της έντασης κι όχι σε κάποια άλλη πιο φυσική κατάληξη. Οι μόνες εντάσεις εμφανίζονται απέναντι στους «κακούς», οι «καλοί» πάντα τα βρίσκουν μεταξύ τους ή στη χειρότερη των περιπτώσεων, δείχνουν κατανόηση κι άπειρο σεβασμό στις αποφάσεις των άλλων.

Κοντολογίς και παρά την υπέροχη ανάπτυξη των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών, η συμπεριφορά τους δεν συνάδει με τις πράξεις τους ή τουλάχιστον με τον τρόπο που αυτοί μιλάνε μεταξύ τους. Τόσο έντονοι και διαφορετικοί χαρακτήρες θα έπρεπε να τσακώνονται πού και πού. Κι ας τα έβρισκαν αργότερα.

Και μια πρόταση-παύλα-παράκληση. Νομίζω ότι το βιβλίο κραυγάζει για ένα γλωσσάρι. Έστω ένα ευρετήριο ονομάτων, διότι οι 572 σελίδες του είναι γεμάτες τόσο από ονόματα και χαρακτήρες, που κάποιες φορές πραγματικά χάθηκα (ειδικά στη σκηνή του συμβουλίου των ηγετών) και χρειάστηκε να γυρίσω στις πίσω σελίδες για να δω ποιος είναι ποιος.

Εύχομαι στην κ. Χρήστου καλή συνέχεια κι ελπίζω τα επόμενα βιβλία της να κινηθούν αν όχι σε ανώτερα τουλάχιστον στα ίδια επίπεδα με τους Λαξευτές της Παλίρροιας.

(Η κριτική αυτή έχει δημοσιευτεί και στο sff.gr)

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Τι θυμάται και τι χαίρεται...

Θυμήθηκα χτες το βράδυ αυτό και πήγα να δω τι στα κομμάτια έχω καταφέρει από τότε. Το αποτέλεσμα μετριότατο...


1) Οι Λαξευτές της Παλίρροιας, Βάσω Χρήστου
--> τσεκ (το τελείωσα χτες βράδυ)
2) 1111, η πύλη του χρόνου, Κώστας Δέτσικας
--> στην αναμονή, ίσως το μεθεπόμενο που θα τελειώσω.
3) Ητίδορφα, Τζον Γιούρι Λόιντ
--> ούτε καν το σκέφτομαι να το ξαναπιάσω σε κοντινή ημερομηνία...
4) Chronicles of the Black Company, Glen Cook
--> Τελείωσα το πρώτο μέρος, κούτσα-κούτσα θα ξεκινήσω και το δεύτερο.
5) Broken Sword, Pierce Anthony
--> άστο, ντρέπομαι, αλλά όχι ακόμη
6) The Hollow Chocolate Bunnies of the Apocalypse, Ian Rankin
--> και που το διάβασα τι κατάλαβα; Μου λες;
7) Το Συμβούλιο των Αφυπνισμένων, Γιώργος Καρατσιώρης
--> τσεκ, αν και δεν τρελάθηκα, αλλά περιμένω να εκδόσει το δεύτερο.
8) Τα Έπη των Αριμασπών, Δημήτρης Σαραντάκος
--> τσεκ, αξιόλογο βιβλίο.
9) Ταξίδι στη Σελήνη, Συρανό ντε Μπερζεράκ
--> τσεκ παρ' όλη τη γεροντίλα που αποπνέει.
10) Ο κύριος του Φωτός, Ρότζερ Ζελάζνυ
--> Μη βαράς ρε Χείρωνα, θα το διαβάσω σου λέω...
11) Το καλοκαίρι μου έξω από το θόλο, Δημήτρης Βανέλλης
--> Ντροπή μου επίσης, αλλά μετά. Πιο μετά.
12) Τον Κανέναν θα τον φάω τελευταίο, Larry Cool
--> τσεκ κι αυτό.


Σύνολο, μμμμ, μούμπλε που έλεγα και στην προηγούμενη ανάρτηση, 6 στα 12. Procrustination το λένε οι της γηραιάς Αλβιόνος...

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

Μούμπλε-μούμπλε του ΣΚ

Ωραία η αργκό, έτσι; Χρησιμοποιείς λέξειςπου προκαλούν συνειρμούς στους άλλους και καθάρισες. Όπως το μούμπλε-μούμπλε ας πούμε, ο παιδιόθεν επιβεβλημένος τρόπος να πεις πως σκέφτεσαι -θενκ γιου θείε Γουόλτ. Ή το πιο ενήλικο ΣΚ -Σαβατοκύριακο για τους αμύητους. Τα βάζεις αυτά τα δύο δίπλα-δίπλα και υποθέτεις ότι ο άλλος κατάλαβε, άσχετα αν αποδεδειγμένα παραληρείς.

Σκέψεις για το Σαβατοκύριακο, λοιπόν:

Δύο πράγματα μετάνιωσα που δεν έκανα αυτό το Σαβατοκύριακο (τρία στην πραγματικότητα, αλλά το τρίτο δε μπορούσα να το ελέγξω, ήταν σε αλλουνού τα χέρια).

Το ένα ήταν που δεν παρακολούθησα την ανάγνωση των δύο διηγημάτων του Δημήτρη Βανέλλη, στο ΦΑΕΙΝΟΝ, την Κυριακή το βράδυ. Μου είχαν πει γνωστοί ρουφ-ακουστές (Πεν, Μμαν, για σας χτυπάει η καμπάνα) ότι ειδικά το ένα, το "Η αλήθεια για το ρυθμό της Βασιλικής" γνωστό και ως "Βασιλική μετά Κθούλου" ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά και κωμικά διη΄γηματα της χρονιάς που πέρασε. Οι πληροφοριοδότες μου μού είπαν ότι το διήγημα αυτό πρωτοδιαβάστηκε στα πλαίσια των εκδηλώσεων του 4ου Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας στη Σύρο κι ότι και εκεί είχε κάνει θραύση. Oh well. Υποθέτω ότι θα πρέπει να πειμένω την επόμενη εκδοτική κίνηση του κ.Βανέλλη, για να καταφέρω να το διαβάσω...

Και το δεύτερο γαμώτο ήταν που δεν πήγα να δω τη βράβευση του φίλου μου, Ντίνου Χατζηγεωργίου ή Χατζηγιώργη (αναλόγως πού τον έχετε γνωρίσει) για το διήγημα εναλλακτικής ιστορίας "Πικρό Χώμα", στο 2ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό, που διοργάνωσε το περιοδικό Ύφος. Σαν απόγονος προσφύγων δε μπορώ να πω ότι το διήγημα με είχε αφήσει αδιάφορη. Ρίξτε του μια ματιά. O Ντίνος έχει κερδίσει έναν διαγωνσιμό ακόμη, εκείνον των εκδόσεων Οξύ και το βιβλίο του με τίτλο "Η Καρδιά του Δαίμονα" πρόκειται, σύμφωνα με πληροφορίες, να εκδοθεί μέχρι τα Χριστούγεννα.

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

Σαβατοκύριακο; Τι είναι αυτό;

Ετούτο το Σαβατοκύριακο με προσπέρασε, ζουουουουμ! κι ούτε που το κατάλαβα. 48 ώρες από τη ζωή μου και δεν κατάλαβα ότι ζούσα ούτε τις τρεις. Απολογισμός:

1) Ανατροπή σχεδίου Νο 1: Σάββατο πρωί, ταξίδι αστραπή στην Πάτρα για τα γενέθλια της βαφτηστήρας μου. Το ταξίδι αυτό έγινε μετά των γονέων (οποία βαρεμάρα, δηλαδή) και ήταν προγραμματισμένο για το ίδιο βράδυ.

2) Ανατροπή σχεδίου Νο2: Αντί για την Πάτρα είμαι σπίτι, οπότε λέω ότι θα πάω στην έκθεση βιβλίου με κάτι φίλους. Φυσικά η βρόχα έπεφτε ράιτ θρου, που λέει κι ο Ζαμπέτας, εξ ου και η βόλτα αναβλήθηκα. Γκρρρ. Γκρρ.

3) Ανατροπή σχεδίου Νο3: Ενώ περίμενα ένα ήσυχο πρωινό της Κυριακής, για να μπορέσω να διαβάσω με την ησυχία μου ένα βιβλίο που είχα βάλει στο μάτι, η αδελφή μου αποφασίζει να καλέσει τους φίλους της για μεζεκλίκια και ούζο. Τρέχα, Ευθυμία, διότι το δωμάτιό σου είναι το λιγότερο αχούρι. Ένας σκασμός φαΐ κι ήρθαν μόνο δύο άτομα τελικά.

4) Ανατροπή σχεδίου Νο4: Κι επειδή περίμενα το απόγευμα της Κυριακής για να λουφάρω, βάφτηση εν όψη.

Και ενδιαμέσως, κατάφερα και διάβασα ένα βιλίο 300 σελίδων στο οποίο έκαναν και λεπτομερείς παρατηρήσεις, σαν επιμελητής κι επιπλεόν ξεκίνησα το καινούργιο μου μυθιστόρημα και διοργάνωσα κι ένα baby shower για τη συνάδελφο. Τι άλλο να κάνω πια;

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

Ανάγνωση διηγημάτων του Δ. Βανέλλη

Σύμφωνα με το δελτίο τύπου της ΑΛΕΦ:


Η νέα σαιζόν των εκδηλώσεων της ΑΛΕΦ ξεκινάει την Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008, στις 20:00, στην καφετέρια ΦΑΕΙΝΟΝ (Καλλιδρομίου και Μαυρομιχάλη) με την ανάγνωση δυο έργων του μέλους μας Δημήτρη Βανέλλη.
Πρόκειται για ένα ποίημα Ε.Φ. σε ρυθμό δημοτικού, με τον τίτλο Της ξενιτειάς και το διήγημα Η αλήθεια για το ρυθμό της Βασιλικής.
Και τα δύο είχαν παρουσιαστεί στις εκδηλώσεις του 4ου Φεστιβάλ Ε.Φ. της Ερμούπολης.

Έχω γοητευθεί από τα βιβλία του κ. Βανέλλη που έχουν πέσει στα χέρια μου (το "Η μουσική στο κεφάλι μου", το "το Καλοκαίρι μου έξω από το Θόλο" και το "Ασμόλ") κι επιμένω ότι θα ήταν κρίμα να μην ακούσετε έστω ένα από τα δύο διηγήματά του που αναφέρονται στην ανακοίνωση. Δε θα σας κοστίσει πάνω από μια μπύρα, κι εκεί θα αποφασίσετε ή όχι να αγοράσετε και τα άλλα του βιβλία. Και δε θα χάσετε. Φήμες λένε ότι ειδικά για το δεύτερο διήγημα, τα γέλια που προκαλεί είναι ανεξέλεγκτα, παρόλο που πραγματεύεται κθουλικές πρακτικές...

Εγώ πάντως θα είμαι κατά πάσα πιθανότητα εκεί. Σας έπεισα ή ακόμα;

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

Επιστροφή-2: τα βιβλία

Από τον Απρίλιο έχω να σας μιλήσω για βιβλία κι είπα ότι μάλλον πρέπει να το κάνω κι αυτό, μιας και έχω επιστρέψει σ’ αυτό το blog με περισσότερη όρεξη από πριν. Κρατηθείτε γιατί ούτε λίγο ούτε πολύ έχω να σας παρουσιάσω εδώ τριάντα πέντε (35) βιβλία. Ανασκουμπώνομαι:


Κατηγορία: Ελληνική Φανταστική Λογοτεχνία



Imperium, Μιχάλης Σπέγγος. Ξεκίνησα να το διαβάζω με μια κάποια επιφύλαξη, λόγω του ότι διάφοροι μου είχαν πει ότι είναι πολύ «αντρικό» και «στρατιωτικό». Το ευχαριστήθηκα περισσότερα απ' όσο περίμενα. Ειδικά η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι ιδανική για να περιγράψει ακριβώς τι έχει στο μυαλό του ο ήρωάς του. Και μου φάνηκε και αρκετά αληθοφανές. Για όσους δεν το έχουν υπόψην τους, έχει ένα ψευδοβυζαντινό setting, χωρίς όμως να χρησιμοποιεί πουθενά ονόματα. Οπότε θα μπορούσε άνετα να είναι ένα ψευδοϊστορικό μυθιστόρημα. Κ. Σπέγγο, γράψτε με στο φαν κλαμπ σας. Στο εξής θα παρακολουθώ την πορεία σας από κοντά.


Χερεναλίφ ο Τελευταίος, Σπύρος Γκρίντζος, εκδόσεις Δελφίνι. Αναφέρεται στο τελευταίο χαλίφη της Ισπανίας και στην προσπάθειά του να εμβαθύνει στην ψυχή της μοναδικής (πρωτοφανές για την εποχή) γυναίκας του. Αν και φαίνεται ότι έχει ένα κάποιο δυναμικό, δυστυχώς δεν έχει αποφασίσει αν θα γράψει δοκίμιο ή αισθηματική ιστορία. Κι αν κρίνω από τον εαυτό μου, δεν το έχει καν κοιτάξει δεύτερη φορά.


Φανταστικά Διηγήματα, Πέτρος Αμπατζόγλου, Γιάννης Βατζιάς, Θανάσης Μαφούνης. Καλά ήταν για να περάσεις ένα απόγευμα Κυριακής. Στα όρια του σουρεαλισμού. Πέτρος Αμπατζόγλου (γ. 1931, Αθήνα) 10 μυθιστορήματα εκδομένα ως το 1990, Γιάννης Βατζιάς, (γ. 1924, Αγιά Λαρίσης), 6 μυθιστορήματα ως το 1990, έχω βρει κι άλλα του, Θανάσης Μαφούνης (γ. 1948, Άνω Κτιμένη Καρδίτσας) πρώτες δημοσιεύσεις. Είναι κάτι που θα μπορούσε όντως να είναι σκαλοπάτι στις εκδόσεις βιβλίων του φανταστικού στην Ελλάδα, αλλά έχει πολύ Βατζιά και λιγότερο Αμπατζόγλου απ' όσο θα 'πρεπε. Για να μην πω για το Μαφούνη, που χαντακώνεται με τρεις ιστοριούλες τόσες δα.



Η άλλη ζώνη, Δημήτρης Παπαδούλης. Ένας άνθρωπος αποφασίζει να δεχτεί μια θέση στην άλλη ζώνη, όπου επικρατεί η παράνοια. Το ξεκίνησα με τις άριστες των προθέσεων, αλλά το βρήκα λίγο. Δυστυχώς, δεν έφταιγε το τι ήθελα, αλλά τι χρειαζόταν το κείμενο. Χρειαζόταν καλύτερες περιγραφές, πιο σαφή αίσθηση του χώρου και του χρόνου, πιο συγκροτημένους και πραγματικούς χαρακτήρες, λιγότερο ανούσιο σεξ, λιγότερες αναφορές της λέξης "προδοσία", λιγότερα "συγγνώμη, δεν έπρεπε να σου το πω αυτό. Δεν είσαι έτοιμος ακόμα" κι επίσης λιγότερες παρομοιώσεις σχετικές με ζώα. Αν μη τι άλλο, αφήνονται υπόνοιες ότι η κοινωνία στην οποία παρουσιάζεται να ζει ο ήρωας είναι κάπως μελλοντολογική κι αλλοτριωμένη. Τι ξέρουν οι κομπιουτεράδες από ζώα;



Σκρίμπολα, Γιώργος Μαρούδας. Ευγενική χορηγία του αξιοτίμου κυρίου D' Ailleurs, συν-φορουμίτη στο sff.gr. Συλλογή διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας. Χαριτωμένο μου φάνηκε, αλλά ως εκεί.


Και last but not least, τα δύο πρώτα βιβλία του Βασιλείου της Αράχνης, του φίλου μου Γιάννη Πλιώτα, το Η Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες και το Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών. Έχω κάνει ένα σωρό παρουσιάσεις τους, εδώ κι εκεί κι εκεί, οπότε δε θα μιλήσω παραπάνω γι’ αυτά.


Κατηγορία: Ξενόγλωσση Φανταστική Λογοτεχνία



Το Κάστρο του Οτράντο, Οράτιος Ουόλπολ. Κακότεχνο και βαρετό και θεωρείται το πρώτο πραγματικό γοτθικό μυθιστόρημα τρόμου. Σιγά τα ωά, λέω εγώ και εσείς πείτε με ιερόσυλη.



Δαιμονική Καταιγίδα, Jim Butcher (Dresden files, Storm Front) το οποίο ήταν πολύ ευχάριστο στο διάβασμα και μου κράτησε πολύ καλή παρέα. Ξεκίνησα να βλέπω και τη σειρά κάποια στιγμή, αλλά θεωρώ ότι το βιβλίο έχει πολύ καλύτερη και πιο αληθοφανή ατμόσφαιρα. Ειδικά ο Ντρέσντεν είναι ήρωας που μπορείς κανείς να αγαπήσει εύκολα.


Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας Η Χρυσή Εποχή. Γενικά είμαι των διηγημάτων περισσότερο παρά των μυθιστορημάτων. Δεν κατάλαβα όμως για ποιο λόγο αυτά τα συγκεκριμένα διηγήματα είναι η "Χρυσή Εποχή". Δε μπορώ να πω ότι ήταν απαίσια, γιατί δεν ήταν, αλλά ειλικρινά απέχουν από το να χαρακτηριστούν χρυσά.



Ο Μνημονικός Τζώνυ, William Gibson Το ομότιτλο διήγημα το περίμενα λίγο διαφορετικό (ίσως και να επηρεάστηκα από την ταινία), αλλά τα υπόλοιπά ήταν υπέροχα, ξεχώρισα την Ενδοχώρα και το Κάψιμο της Chrome. Τελικά ο Γκίμπσον ήταν όντως κορυφαίος σε πολλά επίπεδα.



Επιστροφή Στη Γη, Ρότζερ Ζελάζνυ (And Call Me Conrad). Λυπάμαι, αλλά ελάχιστα μπορώ να πω για το Ζελάζνυ. Τον αγαπώ πολύ. Ειδικά την ώρα που μπλέκει Σάτυρους και μεταλλαγμένους μαζί... (Για την ακρίβεια η ιστορία έχει κάποιους από μηχανής θεούς τραβηγμένους από τα μαλλιά... Αλλά δε με νοιάζει.)


Η Ρέιτσελ Ερωτευμένη, Pat Murphy. Μπανγκ! Υπέροχο διήγημα. Μικροσκοπικό και αξιολάτρευτο.


Οι Ανυποχώρητοι, Poul Anderson. Το βρήκα πολύ μικρό για το θέμα που πραγματευόταν, βαρετό σε σημείο αηδίας, ειδικά όταν μέσα σε μισή σελίδα προσπαθούσε να σου αναλύσει την πολιτική κατάσταση των προηγουμένων πενήντα ετών και με αναίτια νεύρα. Οι Πρεσβύτεροι είναι επίσης αβάσιμα πεταμένοι μέσα στην πλοκή και ενώ θα μπορούσε να το αναπτύξει και να το κάνει να φυσάει, το αφήνει να περάσει με ένα επιπόλαιο πασάλειμμα.


Άγρια Νύχτα, Norman Spinrad. Πολύ άγρια στην πραγματικότητα. Αηδίασα τον εαυτό μου. Άρα και καλή.



Η Πλημμύρα, J.G. Ballard. Ο Μπάλλαρντ είναι ένα μυστήριο για μένα. Παρ’ όλο που έχω διαβάσει αρκετά βιβλία του ακόμη δεν έχω καταλήξει αν μου αρέσει ή όχι. Γεγονός είναι πάντως ότι θέλω να διαβάσω κι άλλο. Φίλοι και γνωστοί μου είπαν ότι το έχει αυτό, προκαλεί ένα είδος εξάρτησης, είτε σου αρέσει η γραφή του είτε όχι. Η Πλημμύρα είναι ομολογουμένως πολύ ωραίο βιβλίο, ατμοσφαιρικό αν μη τι άλλο και αρκετά επίκαιρο, άσχετα με το ότι έχει γραφτεί καμμιά εικοσαριά χρόνια πριν. Το λιώσιμο των πάγων κι η άνοδος της θερμοκρασίας στον πλανήτη έχει σαν αποτέλεσμα ένα Λονδίνο βυθισμένο κάτω από το νερό, γεμάτο με τροπικά δέντρα, έντομα και ιγκουάνα. Μια παράξενη ασθένεια που προκαλεί αταβιστικά όνειρα μαστίζει τους λίγους κατοίκους του, επιστήμονες και στρατιωτικούς που ψάχνουν στα συντρίμμια για πράγματα που έχει αφήσει πίσω του ο πολιτισμός.


Εκτός Ελέγχου, J.G. Ballard. Ένα κοινωνικό σχόλιο, τυλιγμένο με ένα πετσετάκι αστυνομικού μυστηρίου. Καλούτσικο. Σε σημεία ανατριχιαστικό.



The Black Company, Glen Cook. Μου το σύστησε ένας φίλος και ευτυχώς αγόρασα την omnibus έκδοση που έχει και τα επόμενα δύο βιβλία της σειράς, το Shadows Linger και το The White Rose. Αν ο Χέινλαιν είχε αποφασίσει να γράψει το Starship Troopers σε φάνταζι σέττινγκ και από την πλευρά των κακών. Από τα βιβλία που μου χάραξαν καινούργια πορεία στη συγγραφική μου καριέρα.



The Hollow Chocolate Bunnies of the Apocalypse, Robert Rankin. Πόσο γερά νεύρα έχετε; Θα σας χρειαστούν όλα. Για διάφορους λόγους. Αλλά ας τα παρουμε από την αρχή. Νεαρός ετών 13, ονόματι Τζακ ξεκινάει από το χωριό του to seek his fortune στην πόλη. Φτάνοντας εκεί, ανακαλύπτει ότι δεν είναι μια πόλη ό,τι κι ό,τι, αλλά η Toy City, πρώην Τoy Town, στην οποία τα παιχνίδια είναι ζωντανά. Εκεί θα μπλεχτεί σε μια φοβερή αστυνομική περιπέτεια, όπου όλοι η ήρωες των Nursery Rimes, όπως ο Humpty Dumpty, η Mother Goose, η Mary Mary, o Little Boy Blue και άλλοι δολοφονούνται ειδεχθώς. Στην περιπέτειά του θα βρει σύμμαχο τον Eddie, που είναι teddie bear και θα ανακαλύψει όλες τις βρωμερές πλευρές της πόλης. Χαρακτηριστική είναι η σκήνη που ο Έντυ πηγαίνει τον Τζάκ σε ένα doll house, όπου τσατσά είναι η Mother Goose κι όπου ο Έντι κάποτε μεθυσμένος "humped a potted plant" (κελ ντεκαντάνς…). Το όλο κόνσεπτ είναι έξυπνο, αλλά κάποιες φορές καταντά ενοχλητικό, γιατί δίνει στα παιχνίδια διαστάσεις πραγματικών διεστραμμένων ανθρώπων. Η γραφή είναι κάπως κουραστική, γιατί μπλα-μπλα-δίζει χωρίς λόγο κι αιτία κάποιες φορές. Κι ο Τζακ παρόλο που είναι 13 χρονών και χωριατόπουλο, έχει ζουράριο λεξιλόγιο.



Μέλμοθ ο Περιπλανώμενος, Τσάρλς Μάτσουριν. Δυστυχώς ήταν η συντετμημένη έκδοση. Μου άρεσε περισσότερο απ' όσο περίμενα. Χαριτωμένη μετάφραση, ωραία εμφάνιση του βιβλίου. Ακόμη και η γραμματοσειρά μου άρεσε. Έχει και δυο κατεβατά, ένα στην αρχή κι ένα στο τέλος σχετικά με τον Μάτσουριν. Αλλά όπως είπα, επειδή το πρωτότυπο είναι κάπως άνισο και μεγαλούτσικο (ως φαίνεται), ένας από τους εκδότες παρουσίασε μια κομμένη έκδοση στα αγγλικά κι αυτήν την έκδοση έχουν μεταφράσει. Δυστυχώς το κείμενο κόβεται σε παράξενα σημεία και γενικά, ο ξένος εκδότης που έκοψε ό,τι έκοψε είναι ένας κακιασμένος και ζηλιάρης άνθρωπος που προσπάθησε να καταστρέψει το έργο ενός ανθρώπου πεθαμένου 200 χρόνια πριν.


Το Χαμένο Στραντιβάριους, κάποιος κ. Φώκνερ -όχι ο γνωστός. Γοτθικός τρόμος, βικτωριανό συναίσθημα. Όχι τόσο βαρετό όσο ακούγεται.



Goblin Quest, Jim C. Hines. Με ήρωα ένα κακόμοιρο μυωπικό γκόμπλιν που το αιχμαλωτίζει ένα κλασικό κουέστ πάρτυ και τον οδηγούν μέσα από περιπέτειες πολύ αρπιτζοειδείς προς το λημέρι ενός δράκου, ο συγγραφέας προσπαθεί να δώσει νέα πνοή στο φάνταζυ. Ταπεινή μου γνώμη, δεν τα καταφέρνει. Πάλι κουέστ διαβάζουμε.



The Last Wish (Introducing The Witcher), Andrzej Sapkowski. Το βιβλίο που ενέπνευσε τη σειρά Wiedzmin (The Witcher) στην πολωνική τηλεόραση, μια ομώνυμη ταινία κι επίσης το καταπληκτικό ομώνυμο παιχνίδι για υπολογιστή. Τα διηγήματα είναι κάπως άνισα γραμμένα, με μεγάλα κομμάτια διαλόγου στο πρώτο μισό (ή στα πρώτα τρία τέταρτα) κάθε ιστορίας. Ακολουθεί καταιγιστική δράση, που δεν ξέρω αν αποζημιώνει, πάντως απολυτρώνει από το μπλα-μπλα. Η κοσμοπλασία είναι εξαιρετική, έχεις κάθε φορά την αίσθηση ότι βλέπεις, ακούς, μυρίζεις και αγγίζεις, ακόμη και γεύεσαι το σκηνικό. Οι χαρακτήρες είναι καλοφτιαγμένοι χωρίς ούτε μία καρικατούρα. Επίσης θετικό είναι τα θέματα των διηγημάτων. Ο Σαπκόφσκι στην ουσία ξετινάζει κάθε γνωστό παραμύθι, τη Χιονάτη, την Ωραία και το Τέρας, το Τζίνι στο Μπουκάλι. Και μάλιστα κάθε φορά το κάνει από τέτοια οπτική γωνία που δεν, επαναλαμβάνω, δεν σε κάνει να γελάς συγκαταβατικά. Η διασκευή του εκάστοτε παραμυθιού και η προσαρμογή του στα ζητούμενα της ιστορίας του witcher είναι εξαιρετική.



Ο Λόφος των Ονείρων, Arthur Mahen. Όλα τα κομμάτια του Μάχεν που έχω διαβάσει έχουν μια άψογη ονειρική χρήση της γλώσσας, σε σημείο που παρ' όλο που ακούγεται επικίνδυνα έως βαρετά παρωχημένη, είναι εξαιρετικά εντυπωσιακή. Όσο για την πλοκή, ήταν αρκετά βαριά και σκοτεινή για τα γούστα μου. Ειδικά στο σημείο όπου ο ήρωας έχει να αντιμετωπίσει την κακία του κόσμου είναι ενοχλητικά πραγματικό, τόσο ενοχλητικά που δυσκολεύτηκα να συνεχίσω παρακάτω. Ευτυχώς, παρά την όποια τρέλα που αναδύεται από παντού, η συνέχεια ήταν πολύ πιο εύπεπτη. Ενδιαφέρουσες οι θεωρίες που αναπτύσσονται σχετικά με την τέχνη και το πώς μπορεί κανείς να την κατανοήσει και να την υπηρετήσει κι επίσης ενδιαφέρουσες οι αντιδράσεις του πατέρα του ήρωα, σχετικά με το τι θεωρείται λογοτεχνία.



Lords and Ladies, Terry Pratchett. Συγκινητικό στο τέλος του, όπως και όλα τα βιβλία του Δισκόκοσμου. Μια καταπληκτική ιδέα (αν ξκαι με τον Πράτσετ αυτή η φράση είναι πλεονασμός) σχετικά με τη φύση, το Όνειρο Θερινής Νυχτός και τα ξωτικά. Τι κι αν είναι φανταστικός ο Δισκόκοσμος, οι χαρακτήρες των κατοίκων του είναι τόσο πραγματικοί, που ξέρεις ότι έχεις γνωρίσει τουλάχιστον έναν τέτοιον στη ζωή σου.


Κατηγορία: Λοιπή Λογοτεχνία



Σεμπρεβίβες, Ελένη Καστριτσίου-Κυριακοπούλου. Αναμνήσεις από τα Κύθηρα, την πατρίδα της συγγραφέως σε ένα είδος μυθιστορήματος. Διαβάζεται ευχάριστα, αν και δεν πρόκειται για κάτι άξιο Νόμπελ. Οι λυρικές και νοσταλγικές στιγμές είναι αρκετά καλές, αλλά παρεμβάλλονται κομμάτια ιστορίας που θυμίζουν έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Πάντως, όπως είπα και πριν, διαβάζεται ευχάριστα.



Ανήθικες Συνταγές, Μανουέλ Βασκέθ Μονταλμπάν. Τέταρτη ή πέμπτη φορά που το διαβάζω; Συνταγές με συμβουλές σχετικά με το με ποιον μπορείτε να τις ευχαριστηθείτε σεξουαλικότερα... Υπέροχο, λογοτεχνικό, αισθησιακότατο, ανθρώπινο όσο δεν παίρνει. Ακόμη κι αν δεν ξέρετε να βράσετε ένα αυγό, το βιβλίο αυτό θα το αγαπήσετε.



Έγκλημα στο γκολφ, Άγκαθα Κρίστι. Πουαρώ. Ευχάριστο ανάγνωσμα δύο ωρών (156 σελίδες).



Η Γεροντοκόρη, Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Πολύ μπλα-μπλα, αλλά παραδόξως δε με κούρασε καθόλου η ατελείωτη παράθεση περιγραφών των ηρώων και του περιβάλλοντός τους. Χαριτωμένο βιβλιαράκι. Βαθιά ηθογραφικό.


Ταξίδι στη Σελήνη, Συρανό Ντε Μπερζεράκ, Αν και χαριτωμένο, ώρες-ώρες έδειχνε τη γηραλαιότητά του καταφανέστατα.



Το Βιβλίο του Μαξιλαριού, Σέι Σόναγγον. Γιαπωνέζες κυρίες της αυλής πριν από 1000 χρόνια κρατούσαν ημερολόγια. Το ωραιότερο και πιο λυρικό από αυτά είναι το Βιβλίο του Μαξιλαριού, της Σέι Σόναγγον. Ούτε 50 σελίδες (η ελληνική μετάφραση αποτελείται από ελάχιστα αποσπάσματα) και μου πήρε μια εβδομάδα να το διαβάσω. Από τα λίγα βιβλία που με έκαναν να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω την ίδια πρόταση. Διαβάζεται αργά, για να το απολαύσεις όσο μπορείς περισσότερο.


Παραδοσιακά τραγούδια της Πολυνησίας, ό,τι κοντινότερο σε κοσμογονία και Βίβλο έχουν οι Πολυνήσιοι. Περιττό να πω ότι συγκινήθηκα, παρ’ όλο που γι' άλλη μια φορά και η μετάφραση και οι σημειώσεις δε με βοήθησαν καθόλου να μπω στο κλίμα.


Αβέστα, το ιερό κείμενο του Ζωροαστρισμού. Ήταν σε κομμάτια (ούτως ή άλλως δεν έχουν σωθεί και πολλά) και ο επιμελητής διάλεξε τα δύο τρίτα του βιβλίου να είναι προσευχές, τις οποίες και δεν έκανα τον κόπο να διαβάσω. Για την κοσμογονία και το τι είναι ο ένας κι ο άλλος, ο επιμελητής φαντάστηκε ότι θα μυρίζαμε τα νύχια μας και δεν τα ανέφερε...


Πόπολ Βου, το ιερό βιβλίο των Κιτσέ Μάγια. Το διαβάζω δεύτερη φορά, και παρά τα όποια προβλήματα της έκδοσης (τα ονόματα των θεών του κάτω κόσμου σε κάθε σελίδα αλλάζουν προφορά, Ο Σικιριπάτ γίνεται Τσικιριπατ, μετά Σικουριπάζ και ούτω καθεξής) μου άρεσε πολύ.


Ξεκίνησα να διαβάζω και το Κοτζίκι, που περιέχει ιαπωνικούς κοσμογονικούς και επικούς μύθους, αλλά μέχρι τη σελίδα 12 που διάβασα, ακόμα το αρχετυπικό ζευγάρι θεών (κάμι) γεννούσε άλλους κάμι. Πόσο να αντέξει κανείς…

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

Ουγκαγκα-μπουμ-μπουμ-γκι! (Μέρος Δεύτερον...)

Θυμάστε που σας έλεγα εδώ για ένα τραγουδάκι ακαταλαβίστικο; Ε, το βρήκα! Επιτέλους!


Είμαι Ο.Κ.

Το παρακάτω είναι ένα κείμενο που γράφτηκε επ' αφορμής μιας γνωριμίας. Μην πάει ο νους σας στο πονηρό, απλά ο χριστιανός βρήκε σε κάποιον να πει τον πόνο του κι ο πόνος του ήτανε πολύ περίεργος. Ρίξτε μια ματά και θα καταλάβετε τι εννοώ. (Και πού είσαι, εσύ που ξέρεις, όχι, δεν είναι για σένα. Απλά ήρθε η ώρα του να βγει στο φως.)

Χαμήλωσε το κεφάλι του, το σώμα στητό, οι ώμοι ανάλαφρα γερμένοι. Τα δάχτυλά του αρπάζονταν από το τσιγάρο και το ‘σφιγγαν, σα να ‘ταν το φίλτρο του που έφταιγε για όλα. Το δωμάτιο είχε μπουκώσει από καπνό, η οθόνη από πολιτικούς και μαλακίες. Ένας θόρυβος από την αυλή- «Δε βγαίνω σιγά-Κι αν είναι…;-Δε βγαίνω, αν θέλει ας χτυπήσει.»

Έσβησε το τσιγάρο και την τηλεόραση. Ας το διάολο πια με τους ηλίθιους, δεν έχει και κανένα ματς… Τι μέρα είναι σήμερα; Πέμπτη. Τριάντα ο μήνας. Αύριο έχουμε απογραφή στο μαγαζί. Θα γυρίσω σπίτι πτώμα. Ούτε στο Θωμά θα πάω. Ούτε με τη Χαρά θα βγω. Δηλαδή αν η Χαρά τηλεφωνήσει και μου πει να βγούμε θα της πω όχι, δε γίνεται, είμαι πτώμα.

Αν θέλεις έλα εσύ.

Μποξεράκι καθαρό έχω;

Σιγά. Ναι ,σιγά.

Έβαλε στο κασετόφωνο μια μαύρη φωνή και ξάπλωσε να την απολαύσει μόνο με το κόκκινο φως του λαμπατέρ. Τα κόκκαλα της πλάτης του έτριξαν καθώς έρχονταν στη σωστή τους θέση. Το σπίτι του μιλούσε πίσω από το τραγούδι κι η φωνή αυτή ήταν οι ήχοι από τον αέρα στο παράθυρο, το νερό στο σωλήνα, το ρολόι που πάει πίσω, η θερμάστρα που φορτσάρει. Το σπίτι κάνει σα φιλάρεσκη γκόμενα, «έλα δω, κάθισε, δε σ’ αρέσω; Δε θες να μείνεις εδώ για πάντα;»

Το ‘θελε. Να μην έχει να πάει στη δουλειά. Να μην έχει τον κάθε μπούρδα να τον ενοχλεί. Να μη φοράει γυαλιά- ξέρεις τι ρομαντική εικόνα του κόσμου έχουν οι μύωπες; Να μην ενοχλείται με το φαΐ ούτε με το πιοτί. Να μη θέλει τις γυναίκες.

Κι όσο το ‘λεγε στον εαυτό του, τόσο του ‘ρχόταν η αίσθηση των μαλλιών της ανάμεσα στα δάχτυλά του, το δέρμα του ώμου της ν’ ακουμπάει στο σαγόνι του, τα χέρια της να χαϊδεύουν τις ουλές της ακμής στα μάγουλά του. «Δε θέλω τίποτε να μου συμβαίνει», σκέφτηκε πεισματικά, μα σε κάθε ανάμνησή της, λαχταρούσε την παρουσία της να ταράζει το βάλτο της ζωής του, τη σάρκα της να ξυπνάει τη δική του.

Αλλά αν θέλει, να έρθει εκείνη. Εγώ δεν το κουνάω από δω.

Θα του τηλεφωνούσε από το κινητό. «Είμαι στην πόρτα, έλα να μαζέψεις το σκυλί». Θ’ ανέβαιναν πάνω μαζί. Περνάει πάντα μπροστά του στη σκάλα, τον αφήνει να θαυμάζει τις καμπύλες της. Θα σταθεί στο κεφαλόσκαλο. Ποτέ δεν ανοίγει την πόρτα, περιμένει να την ανοίξουν άλλοι. Μπαίνει, βγάζει το σακάκι της. Τα τακούνια της χτυπούν στο μωσαϊκό, είναι ολόκληρη μια νότα κυριλέ σ’ ένα δωμάτιο αναρχικού. Φοράει ένα άρωμα γλυκερό σα σταφύλι, σε κάνει να ζαλίζεσαι. Θα καθίσει στη μοναδική καρέκλα και θα ανάψει τσιγάρο, κυριλέ κι αυτό, λεπτό, ασορτί με τα δάχτυλά της, όλα της ήταν ασορτί, η τσάντα με τα παπούτσια, το βάψιμο με το ντύσιμο, το δαχτυλίδι με το βραχιόλι, ήθελε κι ένα γκόμενο ασορτί, κυριλέ. Τι δουλειά είχε αυτός με τη Χαρά…; Όχι, όχι, φτάνει της μια αγκαλιά. Δε θα της δώσει τίποτε άλλο. Τι έχει άλλωστε αυτός να δώσει σε μια γκόμενα κυριλέ; Αν θέλει ας έρχεται αυτή, ας του δίνει εκείνη ό,τι της κάνει κέφι. Αυτός δεν έχει τίποτε άξιο να της δωθεί. Ας έρχεται.

Πάει η ησυχία του. Η ηρεμία του. Ζούσε μια νιρβάνα, ένα νέφος γεμάτο απαλότητα τον τύλιγε και τώρα του ζητούσαν να ασχολείται με γυναίκες. Όχι ρε. Δε θέλω. Τίποτα.

Ούτε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Ούτε την απαλότητα των ώμων της. Ούτε τη θέρμη της αγκαλιάς της να τον τυλίγει, να τον εξαφανίζει από τον κόσμο, να τον έχει στη σπηλαιώδη προστασία της, ασφαλή, χορτασμένο από τρυφερότητα, από τη μυρωδιά της, το άγγιγμά της-
Είχε φύγει δίνοντάς του μόνο αυτήν την αγκαλιά της και το ζεστό της άγγιγμα, αφήνοντάς τον να φαντάζεται τον έρωτά της. Πώς να ‘ναι όταν δίνεται; Πώς να ‘ναι όταν λειώνει κάτω από τα δάχτυλά του; Οι μικρές της κραυγές, οι κοφτές της ανάσες. Τα βογκητά. Οι γροθιές της που σφίγγουν το σεντόνι. Τα πόδια της τυλιγμένα γύρω του, τα στήθη της να τον αγγίζουν. Κι όταν τελειώνει να κρύβεται στην αγκαλιά του. Να κοιμάται με τα μαλλιά της στους ώμους του. Με τη συνείδησή της ήσυχη για τις νυχιές και τις δαγκωματιές και τα σημάδια του έρωτα στο κορμί του, που η ίδια τα χάραξε εκεί. Να κοιμάται σα χορτασμένη λέαινα.

Όλα αυτά. Δεν τα θέλω. Μάλλον όχι. Τα θέλω. Αλλά να ‘ρχεται αυτή. Εδώ. Να ‘ρχεται. Δεν πάω. Πουθενά. Ας έρθει εκείνη.

Κοίταξε το ρολόι. Μια. Πάει πίσω. Σιγά. Δε θα ‘ρθει.

Ας έρθει. Αν θέλει.

Σιγά.

Ας έρθει.

Ας έρθει…

Πολύ δουλειά, βρε παιδί μου...

... και πού καιρός για blogging. Άσε που έφτασαν στα χέρια μου κάποια επεισόδια από τους παλιούς Ντιούκς και κάθομαι και θυμάμαι τα νιάτα μου...

Ιιιιιχα!

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Σιωπή...

0 μη αναγνωσμένα μηνύματα.

Αν κλάψω, δε θα με δει κανείς.

Ούτε καν εγώ η ίδια, στον καθρέφτη της ελεεινότητάς μου.

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Θύμνα-ένα απόσπασμα

Σας έχω πρήξει τόσον καιρό με το ελληνοκεντρικό μου φάνταζυ, τόσο που αποφάσισα να ανεβάσω κάτι για να καταλάβετε τι εννοώ.

Η ιστορία διαδραματίζεται στη Χερσόνησσο (το αντίστοιχο της Ελλάδας), στην οποία κυριαρχούν τέσσερα κράτη: η Ανατολία με μια αθηναϊκού τύπου δημοκρατία-παύλα-συμμαχία, το Κοινό της Ταυρίδας, που μοιάζει με τις Δελφικές αμφικτυωνίες, η Ηλιακή Πεδιάδα, παρόμοια με το βασίλειο της Μακεδονίας και μια κατάσταση ασαφής ακόμη και σε μένα (:Ρ) στα δυτικά, που ονομάζεται γενικά και αόριστα Εσπερία. Τα φυσικά όρια της Χερσονήσσου είναι στα νότια το Ακρωτήριο Μένη, στα βόρεια ο ποταμός Βούπατρης (τύπου Δούναβη), ανατολικά το Μήλειο Πέλαγος και δυτικά το Εσπέριο Πέλαγος. Η θάλασσα στο νότο μάλλον θα κρατήσει το αόριστο όνομα Πόντος. Πέρα από τη θάλασσα αυτή υπάρχει κάτι επίσης αόριστο που ονομάζεται Αιθιοπία.

Η πλοκή γυρίζει γύρω από έξι ανθρώπους: Η Επίτροπος της Πρωτογόνης (=>Δήμητρα) Θύμνα Ευφορίωνος, καθώς γυρίζει στις πόλεις της Ταυρίδας για δουλειές που φορούν τα Χθόνια Μυστήρια έχει ένα παράξενο ατύχημα. Οι συνοδοί της, Μύστες των Υδάτινων Μυστηρίων (αντίστοιχα με τα Χθόνια-Ελευσίνια, αλλά αφορούν το θεό της θάλασσας Υδρόκερω), την αφήνουν σε ένα χάνι και προσπαθούν να καταλάβουν τι συνέβει. Παρακολουθούμε τους τρεις Μύστες, Ορφέα Ευδώρου, Αμασεία Καλλινίκου και Πάνθηρα Μέττωνος στις περιπέτειές τους, καθώς και τις δύο γυναίκες που φιλοξενούν τη Θύμνα στο χάνι, τη Γαλάτεια του Γρύπα και το Μαρουλιώ.

Στην πορεία μπλέκονται στο θέμα θεοί και ημιθεα όντα, όπως Γρύπες, Κένταυροι, Άρπυιες, Νύμφες, Κάβειροι, Σάτυροι, Σιληνοί, Όνειροι, Νεφέλες, Οίστροι, ακόμα και οι Υπερβόρειοι. Επίσης μπλέκονται πολιτικές ίντριγκες και κατάσκοποι των γύρω κρατών, που επωφθαλμιούν τις εύφορες εκτάσεις της Ταυρίδας.

Η δομή είναι κάπως παράξενη, με την έννοια ότι σχεδόν όλοι οι ήρωες μιλούν σε πρώτο πρόσωπο. Έχω παλέψει σκληρά, όχι χωρίς πολύτιμη βοήθεια (σ' ευχαριστώ, ξέρεις εσύ) για να κάνω τον κάθε έναν τους να μιλάει με ξεχωριστό τρόπο, έτσι ώστε κάθε ύφος "ομιλίας" και αφήγησης να είναι διακριτό από τα υπόλοιπα, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Επίσης στην αρχή κάθε κεφαλαίου εμφανίζεται ένα κομμάτι από κάποιο φανταστικό σύγγραμα, το οποίο δίνει λίγες παραπάνω πληροφορίες για την κοσμοπλασία, ειδικά εκείνες που θα ακούγονταν πολύ info-bubble αν τις έβαζαμέσα στο καθεαυτό κείμενο. Στα κομμάτια αυτά, έχω κρατήσει ένα ύφος που θυμίζει τις μεταφράσεις των αρχαίων κειμένων του Κάκτου (μεγαλό στοίχημα αυτό με τον εαυτό μου, αλλά ήθελα από πάντα να γράψω κάτι τέτοιο..)

Το κομμάτι που ακολουθεί λοιπόν είναι ένα απόσπασμα λόγου. Γενικά, ενώ έχω κρατήσει τους μύθους που αφορούν τους ημίθεους -ελαφρά παραλλαγμένους-, έχω πειράξει τα ονόματα των θεών, καθώς και κάποια σημεία του μύθου που αφορούν τους ίδιους τους θεούς. Ας πούμε ότι "διόρθωσα" κάποια σημεία ώστε να φαίνονται πιο "μυθικά". Εντάξει, ακούγεται ενοχλητικό έτσι όπως το διαβάζετε εδώ, αλλά κάντε έναν κόπο να διαβάσετε το κομμάτι κι ίσως καταλάβετε τι εννοώ.

Έχω προσπαθήσει να είναι φανερή και εύκολα κατανοητή η αντιστοίχιση μεταξύ των Ολύμπιων θεών και των ονομάτων των θεών που εφηύρα. Αν δεν είναι, τότε ρωτήστε. Οπωσδήποτε, κάποιο σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο.

[...]

Τώρα, για να καταλάβετε, άνδρες , ακριβώς τα γεγονότα και το γιατί εγώ και οι σύντροφοί μου κάναμε αυτά, θα πρέπει να σας μιλήσω για τη Ζαντέ το χάνι πιο διεξοδικά. Οι περισσότεροι στην Ταυρίδα γνωρίζουν αυτά που θα σας πω, αν και όχι σε τόσο βάθος, όσο τα έμαθα εγώ αργότερα, όταν μυήθηκα στα Χθόνια Μυστήρια. Βέβαια δε θα μπορέσω να σας τα πω όλα, γιατί με δεσμεύει η μύησή μου, αλλά αυτά που θα σας πω είναι εκείνα που στην Ταυρίδα γνωρίζουν κι οι αμύητοι.

Λέγεται δηλαδή ότι σε εκείνο το σημείο που είναι χτισμένο το χάνι, έγινε μια παράξενη πράξη. Κάποτε, ο Υδρόκερως τυφλώθηκε από τη Φιλομήδεια, γιατί την είχε κοροϊδέψει ότι κοιμάται με θνητούς κι εκείνη ήθελε να τον εκδικηθεί. Κατέβηκε ο θεός των νερών από τα χρυσά Αργινά παλάτια και περπατούσε μέσα στο Δάσος των Πυγών, παρέα με τους Σατύρους και του Σιληνούς, αναστενάζοντας, γιατί η γλυκοχέρα Φιλομήδεια είχε βάλει στην καρδιά του πόθο για την Πρωτογόνη, την πιο τιμημένη ανάμεσα στις θεές. Κι όρισαν η Τύχη κι οι Μοίρες να τη δει να λούζεται στα νερά της Μεγάλης Συμβολής. Όρμηξε λοιπόν, επάνω της να την κάνει δική του, αλλά η Νύμφη Κέλη, που λουζόταν μαζί της με άλλες Αμαδρυάδες, έσυρε μια φωνή και ειδοποίησε τη θεά. Τότε άρχισε ένα φοβερό κυνηγητό, η Πρωτογόνη να τρέχει μπροστά γυμνή κι οι Νύμφες να τη βοηθούν κι ο Υδρόκερως πιο πίσω με τους Σατύρους και τους Σιληνούς σε διέγερση, να τρέχουν μαζί του, προσπαθώντας να τσακώσουν κάποια Νύμφη, γιατί αυτός είναι ο πόθος κάθε Σατύρου, να χαρεί τον έρωτα μιας Νύμφης.

Τρέχοντας, λοιπόν, η Πρωτογόνη έφτασε στο σημείο που είναι σήμερα χτισμένο το χάνι κι εκεί βρέθηκε να μην μπορεί να ξεφύγει, γιατί τα δέντρα ήταν πολύ πυκνά. Ο Υδρόκερως την είδε και παρουσιάστηκε μπροστά της σε όλο του το μεγαλείο, μοίρασε την υπόστασή του σε τρία ίσα μέρη και κάθε μέρος μεταμορφώθηκε σε θηριώδες ζώο, άλογο η μία υπόσταση, ταύρο η δεύτερη και φίδι η τρίτη και αυτά περικύκλωσαν τη θεά. Η Πρωτογόνη στην αρχή αντιστάθηκε, αλλά είχε εντυπωσιαστεί από την επιμονή και τη μεγαλοπρέπεια του θεού και τελικά ανταποκρίθηκε στον έρωτά του. Και λένε ότι τότε συνέλαβε μια κόρη, που το πραγματικό της όνομα το μαθαίνουν μόνο όσοι μυούνται στα Χθόνια και που οι αμύητοι την αποκαλούν είτε απλά Κόρη είτε Ταυρίδα.

Ο μύθος λέει ότι την ώρα που οι δυο θεοί χαίρονταν τα έργα της αγάπης, ο Φιλήτης ήρθε κρυφά και τους είδε, γιατί οι φωνές των Σατύρων και των Σιληνών, που είναι παιδιά του, τον είχαν αναστατώσει. Κι όπως δεν προλάβαινε από τη λαγνεία του να επιτεθεί σε κάποια Νύμφη και να σβήσει τον πόθο του, βρήκε μια πέτρα και κάθισε κι άφησε το θεϊκό του σπέρμα να πέσει πάνω της. Εκεί που έπεσε το σπέρμα του θεού, σχηματίστηκε το σύμβολο του θηλυκού και δίπλα η λέξη Ζαντέ, που στη γλώσσα των ανθρώπων πέρα από το Μήλειο Πέλαγος θα πει «τρελέ». Τότε οι Σάτυροι κι οι Σιληνοί που το είδαν ρώτησαν τον πατέρα τους τι σήμαινε αυτό το σημείο.

Κι εκείνος τους είπε να καλέσουν όλους τους ημίθεους και τους διγενείς, Κένταυρους, Καβείρους, Νύμφες και Γρύπες κι ακόμη και τις Άρπυιες από το απάτητο βουνό τους κι όταν μαζεύτηκαν, τους είπε να χτίσουν ένα χάνι, από το ίδιο του το σπέρμα ανακούφιση και προστασία να δίνει σε ταξιδιώτες κι εμπόρους, τους προστατευόμενούς του. Κι όρισε με τη θεϊκή του πνοή και στα ύδατα της Στυγός πήρε όρκο, μέσα στους τοίχους του χανιού να μην πιάνουν τα μάγια και κανείς να μη μπορεί να κάνει κακό σε κανέναν. Και σκεπτόμενος ακόμη και του άλλους του προστατευόμενους, τους κλέφτες, όρισε το χάνι να μην έχει θυρόφυλλα καμωμένα από ξύλο, αλλά κάθε πόρτα και παράθυρο να κλείνει από παραπετάσματα στολισμένα με ξύλινες χάντρες, που τα έπλεξαν οι Αμαδρυάδες με τους πόνους των κορμιών τους. Ώστε καθένας που βρίσκει στο χάνι ξεκούραση να βρίσκει και προστασία, αλλά και να μπορεί να ξεφύγει εύκολα, αν το θελήσει κι αν χρειαστεί να τρέξει γρήγορα μακριά.

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

Βασίλειο της Αράχης ΙΙ: Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών


Μόλις εχτές το βράδυ τελείωσα το Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών, το δεύτερο τόμο της επικής σειράς φαντασίας το Βασίλειο της Αράχνης, γραμμένη από τον Έλληνα νέο (28 ετών) και προσωπικό μου φίλο, Γιάννη Πλιώτα. Και τα συναισθήματα που έχω, η επίγευση που μου άφησε το βιβλίο είναι κάπως παράξενη.

Καταρχήν κάτι που θα εκπλαγεί ο Γιάννης ν' ακούσεις από τα δικά μου χείλη: Δεν είχε και τόση δράση όση περίμενα. Ε, εντάξει, εντάξει θα το πω πιο δυνατά, δεν είχε και τόση δράση όση περίμενα. Ακόμη κι όταν την είχα μπροστά στα μάτια μου, ποτέ δεν ξεχνούσα ότι αυτή τη στιγμή, εγώ (στη θέση του Αλιόσκα) κάθομαι σε μια καρέκλα και μου τα λένε. Μπερδεύτηκα κιόλας στη μάχη στα Σκαλοπάτια, χρειάστηκε να την ξαναδιαβάσω, για να βάλω τους σκελετούς στη θέση που είχαν σε αυτή τη μάχη.

Επίσης θεωρώ ότι το πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο "Μπαρταντίν", είναι γραμμένο χωρίς ενιαίο ύφος. Ξεκινάει με παραμυθιακό μοτίβο και εκεί που βοηθάει τον ειρμό της σκέψης του ο συγγραφέας το αλλάζει σε αληθοφανή αφήγηση. Η σκηνή του Όλφσμπεργκ που ξυπνάει με τη γυναίκα του στο πλάι του είναι πολύ-πολύ-πολύ αληθοφανής για να χωρέσει σε μια διήγηση παραμυθιακού ή μυθικού τύπου. Αντίθετα, η επιλογή του διαδόχου έχει ένα ύφος θρύλου, αλλά επίσης δεν είναι παραμυθιακός ο τρόπος αφήγησης.

Γενικά το βιβλίο είναι αρκετά κλειστοφοβικό. Ένιωσα κάποια στιγμή (ακόμη κι εκεί όπου περιγράφονταν οι ανοιχτές εκτάσεις, στις αφηγήσεις των ηρώων) ότι η Αδινχάρα θα πέσει να με πλακώσει. Αυτόν τον πύργο τον θεωρώ φρικαλέο.

Κι επίσης γενικά θα συμφωνήσω με άλλους που το έχουν διαβάσει, ότι οι περιγραφές ήταν αρκετές και σε κάποιες στιγμές κακοβαλμένες. Εκτός από την αλλαγή που αν θυμάμαι καλά έκανε ο Γιάννης, να στείλει το κεφάλαιο 26 από τον πρώτο τόμο (Η Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες) στο δεύτερο τόμο, η οποία σαν κίνηση ήταν εξαιρετικά εμπνευσμένη. Θα ήταν μέγιστο σπόιλερ να μάθουμε τόσα πράγματα από τόσο νωρίς. Αν μη τι άλλο, οι υποψιασμένοι θα την ψυλλιαζόμασταν τη δουλειά. Ενώ έτσι μας κρατάει λίγο ακόμη στο σκοτάδι.

Για άλλη μια φορά ξετρελάθηκα με τους χαρακτήρες . Από τους κεντρικούς ήρωες μέχρι τους ταπεινούς κομπάρσους, απλά ξετρελάθηκα. Ο Γιάννης έχει τη δύναμη να τους κάνει ξεχωριστούς τον έναν από τον άλλο, σε σημείο που μπορεί να ξεχάσω ένα όνομα αλλά την αίσθηση και το χαρακτήρα του ποτέ. Και κοντά στους χαρακτήρες και τα τοπία και γενικότερα οι περιγραφές είναι πολύ δυνατές. Έχεις την αίσθηση ότι είσαι εκεί μπροστά και τα βλέπεις όλα. Η αντίρρησή μου έχει να κάνει μόνο με τη θέση τους κάθε φορά.

Και κάτι που ήθελα να πω, ορμώμενη από κριτικές που άκουσα κατά καιρούς για το σύνολο του έργου ως τώρα, τα δύο πρώτα βιβλία δηλαδή. Προσωπικά βρίσκω απίθανη τη μίξη, τόσο της ψευδοχριστιανικής θρησκείας με τα σύμβολα της Αράχνης, όσο και των διαφόρων «setting» των εποχών που γνωρίζουμε. Δε με ξένισε ο βυζαντινισμός, ούτε ο τολκινισμός, ούτε τα ρώσικα ονόματα, ούτε τίποτα. Αντίθετα ένιωσα παράξενα οικεία με όλον αυτόν τον απαλό αχταρμά.

Και παρ' όλα τα λογάκια που γράφω εδώ, που μπορεί να αποθαρρύνουν έναν πιθανό αναγνώστη, να τονίσω ότι ακόμη κι έτσι, ακόμη και με τις όποιες αδυναμίες έχει το βιβλίο, δεν παύει να είναι ίσως το μοναδικό βιβλίο καθαρόαιμης επικής φαντασίας που κυκλοφορεί στην Ελλάδα κι είναι γραμμένο από Έλληνα. Αυτό είναι τόσο σημαντικό, που όλα τα υπόλοιπα μπορούν απλά να ΄γινουν γαργάρα.

Το SFF-Rated στο EarthDance 2008

Αντιγράφω μετά ελαχίστων έως ανυπάρκτων ενοχών τον ΠιΚέι (κι όχι τον Καίει-Καίει, χεχε) και σας φέρνω τα νέα:

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

8/9/2008

Tο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Επιστημονικής Φαντασίας & Φανταστικού «SFF- rated»συμμετέχει στο Earthdance 2008

Mε χαρά μας ανακοινώνουμε ότι το Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Επιστημονικής Φαντασίας & Φανταστικού SFF-rated, που διοργανώνεται με επιτυχία επί τρία συνεχόμενα έτη από την Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας (Α.Λ.Ε.Φ.), θα συμμετάσχει στο φετινό Εarthdance της Αθήνας (www.earthdance.gr) που θα διεξαχθεί στην παραλία του Παλαιού Φαλήρου το Σαββατοκύριακο 13-14 Σεπτεμβρίου 2008 (Στάση Τραμ «Μπάτης»).

Οι διοργανωτές του Earthdance είχαν την έμπνευση να στήσουν ένα θερινό σινεμά στην παραλία, το οποίο μεταξύ άλλων θα φιλοξενήσει και μια επιλογή από τις καλύτερες –και πιο συναφείς με τις θεματικές του Earthdance– ταινίες μικρού μήκους που προβλήθηκαν τα τρία αυτά χρόνια στο SFF-rated.

Συγκεκριμένα, το Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου στο 3ωρο που έχει προβλεφθεί για προβολές, 20:30-23:30, θα προβληθούν οι ταινίες:

Τίτλος Σκηνοθέτης Χώρα Παραγωγής Διάρκεια

Victor y la Maquina Carlos Talamanca ΙΣΠΑΝΙΑ 9'
The Un-Gone Simon Bovey Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ 8'
The Big Forever R.Glassford&T. Langer Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ 10'
Droomtijd Tom Van Avermaet ΒΕΛΓΙΟ 20'
Zombie Chris Armstrong ΗΠΑ 7'
Simulacra Tatchapon Lertwirojkul ΗΠΑ 4'
The Omnicide 8000 Ian Hothersall Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ 4'
Cost of Living Jonathan Joffe ΚΑΝΑΔΑΣ 10'
Aπόλυτη Στιγμή Λουίζος Ασλανίδης ΕΛΛΑΔΑ 15'
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ 87'

Όλες είχαν εξαιρετική υποδοχή από το κοινό του SFF-rated. Ανάμεσά τους είναι και οι τρεις ταινίες που έχουν κερδίσει τα Βραβεία Κοινού μέχρι τώρα:H «Aπόλυτη Στιγμή» το 2006, το «Cost of Living» το 2007, και το «Zombie» το 2008.

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Οίστρος

Μ' έχει πιάσει πάλι ο οίστρος και δεν προλαβαίνω να σηκωθώ από τον υπολογιστή. Γράφω σαν τρελή, όχι μόνο διορθώνοντας το επόμενο μεγάλο μου μυθιστόρημα (η Θύμνα που σας έχω πρήξει με την πάρτη της), αλλά κρατώντας σημειώσεις και διαβάζοντας για το επερχόμενο Νανόριμο, δυο μήνες πριν. Έχω πείσει το εαυτό μου να γράψει κάτι σύγχρονο, με κεντρικό θέμα τη μούμια κι η καψερή έχω περιορισμένες γνώσεις από Αίγυπτο. Κάποιος φίλος πρότεινε να το γυρίσω σε μούμια Ίνκα, αλλά τότε χάνεται η αρχική ιδέα (κι επίσης και το όποιο αναπάντεχο φινάλε). Οπότε τα κεφάλια μέσα, διάβασμα και περισυλλογή και πώς την είπαμε τη θεά των γατιών;

Επίσης λόγω του ότι καταπιέζομαι και με το διάβασμα για τη μούμια και με τη διόρθωση (μια διαδικασία που τη βαριέμαι αφόρητα κι αν μπορούσα θα την παρέλειπα εντελώς), το μυαλό μου για να ξεφύγει πετιέται σε ένα σωρό καινούργιες ιδέες, ιδέες που πλέον δε θέλω να τις στριμώξω σε 1.000, 2.000, 5.000 λέξεις, αλλά οραματίζομαι τις 50.000 και τις 100.000. Οραματίζομαι βεβαίως-βεβαίως, διότι τις 100.000 θα τις πιάσω μόνο με τον κακομοίρη τον Κόμπες, ο οποίος σε τελική ανάλυση δεν είναι τίποτε άλλο από ένα σιτ-κομ δέκα επεισοδίων. Δε μπορεί να θεωρηθεί ένα κείμενο δηλαδή.

Μ' αυτά και μ' αυτά, έχω παρατήσει εντελώς και την ιδέα του Βιβλίου των Συμβάντων, μια "κοσμοθεωρία" κάπως εφηβική, εμπνευσμένη σαφέστατα από τα μουρκοκικά διαβάσματα της εποχής εκείνης. Γενικά σαν ιδέα μου αρέσει ακόμη, απλά δε βρίσκω τρόπο να την ταιριάξω (ή έστω υπαινιχθώ) στα δύο ή τρία μεγάλα μυθιστορήματα που έχω στα σκαριά. Και η φύση της (της ιδέας) είναι τέτοια που δε μπορεί να περιγραφεί σε ένα μυθιστόρημα, να τη γράψω και να τελειώνω.

Βάσανα που 'χει η ζωή...

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

...

Κλαίω εγώ εδώ, κλαις εσύ εκεί, κουβέντες να λέγονται, κι από ουσία τίποτε. Η μοναξιά παραμένει, γαμώτο κι ούτε να ουρλιάξω δεν έχω δικαίωμα.

Βαρέθηκα τους τραγικούς ήρωες. Θέλω για μία φορά έναν άνθρωπο καθημερινό, ούτε ήρωα ούτε τραγικό. Πώς θα γίνει; Πού υπάρχουν τέτοιοι κι εγώ γιατί πάντα τους χάνω;

Κι όσο πιο πολύ θυμώνω και κλαίω, τόσο περισσότερο γράφεσαι στην ύπαρξή μου, σαν επιγραμμα πεδίου μάχης.

(Κι ούτε συγνώμη δε θα ζητήσω αυτή τη φορά. Πονάω πάρα πολύ για να μου μένει κουράγιο για κάτι τέτοιο.)

(Άλλη μια υπόσχεση που πάτησα...)

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Επιστροφή-1

Πόσος καιρός.

Ποδόσφαιρο, καλοκαίρι, Ολυμπιακοί, διακοπές, φωτιές, σεισμοί. Τυφώνες. Τρικυμίες. Τις περισσότερες φορές εν κρανίω.

Λένε ότι όταν περιμένεις να γίνει κάτι, χρειάζεται να κρατάς τα χέρια σου απασχολημένα με κάτι άλλο, για να μην δαγκώνεις τα δάχτυλά σου. Ίσως ετούτο το μπλογκ με βοηθήσει λιγάκι. Όχι ότι περιμένω κάτι να γίνει, αυτή τη φάση την έχω περάσει και δεν περιμένω τίποτε. Από κάποια κεκτημένη ταχύτητα όμως, παραμένω σε κατάσταση αναμονής. Ελέγχω το email μου. Γυρίζω άσκοπα σε ιστοσελίδες, των οποίων το θέμα με αφήνει πρακτικά αδιάφορη. Κάνω κουίζ και βαριέμαι, αδημονώντας.

Η 1η του Σεπτέμβρη με βρίσκει στο κατώφλι μιας άλλης εποχής. Αλλαγές, κυρίως συναισθηματικές. Ξέρω πού πατάω, αν και δεν ξέρω πού θα πατήσω στο επόμενο βήμα. Ξέρω τι θέλω, άσχετα με το αν μπορώ να το αποκτήσω ή όχι -ή τη μορφή που θα έχει αν το αποκτήσω. Καλά δεν είναι;

Θα μιλήσω λίγο για βιβλία και για ιστορίες αυτή τη φορά. Μου έλειψαν όλον αυτόν τον καιρό που με απασχολούσαν οι πραγματικοί άνθρωποι. Τώρα που σιγουρεύτηκα ότι οι άνθρωποι αυτοί δε θα φύγουν από κοντά μου ό,τι κι αν συμβεί, τώρα μπορώ να επιστρέψω στα βιβλία και στις ιστορίες. Με άλλο μάτι ειδωμένες βέβαια, πάντα ένας άνθρωπος σού αλλάζει την οπτική γωνία.

Ιστορίες λοιπόν... Πόσες έχω ξεκινήσει και πόσες έχω παρατήσεις αυτούς τους μήνες. Το καμάρι μου είναι η "Θίμνα", ένα καθαρόαιμο φάνταζυ σε κλασσικό ελληνικό setting, Κένταυροι, Σάτυροι, Γρύπες, μάγοι από την Ινδία, πολιτική ίντριγκα και ερμητικά ξόρκια, κατάσκοποι, Νύμφες, θυσίες, Χθόνια και Υδάτινα Μυστήρια και πάνω απ' όλα ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΓΡΑΦΙΚΟΤΗΤΑ σχετική με γνωστή τηλεπερσόνα. Είμαι πολύ φιλόδοξη για τούτο το κείμενο. Θεωρώ ότι ίσως να μπορούσε να κάνει μια καλή πορεία, να το εμπιστευτεί κάποιος εκδότης. Κι αν μπορέσω να το φτιάξω όπως ακριβώς θέλω...

Με απασχολεί επίσης μια παλιά ιστορία, εκείνη της Βοχέντα Μίνους, της οποίας ένα πρωτόλειο σχεδίασμα έχω ανεβάσει κι εδώ. Πρέπει να της αλλάξω τα φώτα για να πάψει να είναι πρωτόλειο... αλλά θα το κάνω. Μου αρέσει σαν ιδέα κι είναι και κάπως cheesy -ό,τι πρέπει για τα γούστα μου δηλαδή- και δε θέλω να την αφήσω να πάει στα χαμένα, ούτε να μείνει στα αζήτητα. Νόθος απόκληρος μιας κάπως παράξενης κοινωνίας -ερημικό περιβάλλον, σχετικά δημοκρατικό πολίτευμα, ισότητα των δύο φύλων- καλείται να φυγαδέψει και συνοδέψει ένα κορίτσι σε όμμορη χώρα, για να αποτρέψει έναν αιματηρό πόλεμο. Στην πορεία διασχίζει πρακτικώς όλον τον γνωστό (του) κόσμο και μαθαίνει πολλά τόσο για τα μυστικά του κόσμου αυτού, όσο και για τους ανθρώπους που θεωρεί δεδομένους στη ζωή του.

Ένα τρίτο σχέδιο για μυθιστόρημα, διαδραματίζεται σε έναν κόσμο βασισμένο στην απάτη. Έχει τίτλο "Μουγιαντίν ο Τακτικός" και αναφέρεται στις προσπάθειες ενός στρατάρχη-δικτάτορα -με την αρχαιοΑθηναϊκή έννοια-, της αδελφής του κι ενός σιδερά να οργανωθούν και να σωθούν στα πλαίσια μια πολιορκίας. Το κείμενο το εμπνεύστηκα διαβάζοντας τα Πολιορκητικά του Αινεία του Τακτικού, αλλά μετά από πενήντα σελίδες ανακάλυψα ότι οι σειρά των γεγονότων που περιγράφω, αν και πολύ δραματική και με τις σωστές συναισθηματικές κορώνες, δεν έχει καμμία λογική από στρατηγικής πλευράς. Οπότε ή θα πρέπει να διαβάσω και ν' αποφασίσω την σειρά των πολεμικών επεισοδίων, πριν αρχίσω να γράφω για τα επιμέρους επεισόδια μεταξύ των χαρακτήρων ή θα πρέπει να φορτωθώ σε έναν γνωστό μου, που κατέχει αρκετά το αντικείμενο και να τον πρήξω ως να καταλάβω τι είναι αυτό που πρέπει να γραφτεί...

Εκτός από αυτά τα φιλόδοξα, έχω κι άλλες ιδέες για μυθιστορήματα, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν μόνο μερικές σελίδες γραμμένες. Επιγραμματικά: "Σάμπτι" (δεσποινίδα, υπάλληλος σούπερ-μάρκετ, υποψιάζεται ότι είναι ενσάρκωση αιγυπτιακής μούμιας), "Ντιτζιχάρτης" (ένα παράξενο μοναστήρι σε ελληνικό νησι ζητά από δεσποινίδα να φτιάξει ψηφιακό χάρτη των ιδιοκτησιών του), "Το Ζωνάρι του Κεβέκεβε" (η έκτη περιπέτεια του Κόμπες του Ντερλικοτή), "Μια εβδομάδα καταρρεύσεις" (νεαρός μάγος, με βοηθό απέθαντη γάτα, προσπαθεί να σταματήσει τα σχέδια των Υποχθόνιων να κατακτήσουν τη σύγχρονη Αθήνα).

Και φυσικά όπως θα έχουν ήδη καταλάβει εκείνοι που με ξέρουν συγγραφικά, έχω γυρίσει τις φιλοδοξίες μου στα μεγάλα κείμενα, με απώτερο σκοπό να ξεπεράσω στο πρώτο γράψιμο τις 100,000 λέξεις. Μέχρι τώρα το κατώφλι μου ήταν οι 50,000, πάντα στο πρώτο γράψιμο, και με τις διορθώσεις πήγαινε στις 60,000 ή 70,000. Τα μικρά διηγήματα έχουν περιοριστεί πολύ. Τουλάχιστον πολύ περισσότερο απ' όσο θα 'θελα. Και δε μπορώ να καταλάβω τι μπορεί να σημαίνει αυτό...

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2008

...δε σταματώ να τραγουδώ ποτέ.

Γιατί όσο με πληγώνεις, τόσο με πορώνεις.

(Παλιά είχαμε το τσούκου-τσούκου μπασκετάκι και μουτζώναμε παραδόπιστους Βαλκάνιους προπονηταρέους. Τώρα "καλά κάνουνε, να σπάσουμε την άμυνα των Σουηδών". Άι σιχτίρ δηλαδή. Ό,τι μας συμφέρει.)

Άσχετο: Είδατε τη διαφήμιση του ροφήματος κατά της χοληστερίνης με τον μπουκλάκια; Μετά τον κ. αιμάτωμα και τις πίτσες (που πίσσα στις κοκκάλες του, όταν πεθάνει, όπως έλεγε κι ο Καζαντζάκης), άλλος εκ πρώην ΕΣΣΔ ορμώμενος διαφημίζει... Πάω να πιω λίγο νερό γιατί πνίγηκα από τα γέλια. Αν και μάλλον σε κλαυσίγελο μου φέρνει.

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

Παίχτε μπάλα ρεεεεεε! (Αναμνήσεις-1)

Αρχής γενομένης από χτες, το Πανευρωπαικό μπήκε για τα καλά στη ζωή μας. Οι πρώτες ενδείξεις είναι ενθαρρυντικές για την οικονομία: Βγήκα στο ημίχρονο του αγώνα Ελβετίας-Τσεχίας στο μπαλκόνι, να χαζέψω (για να μη χαζέψω) κι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από το τρυφερό βούισμα των μηχανακίων και των παπιών των ντελιβεράδων. Ανατριχιάζω στην ιδέα του χρήματος που θα ρεύσει προς τις πιτσαρίες και τα σουβλατζίδικα την Τρίτη το βράδυ.

Μιας και ανακάλυψα το επίημο site της UEFA, λέω όσο διαρκεί το Euro2008 να θυμάμαι κάτι από το παρελθόν, σχετικά με αυτήν τη διοργάνωση. Δεν προσπαθώ ν περάσω για Σωτηρακόπουλου, μακράν του πνεύματός μου η ιδέα τούτη. Θά 'θελα όμως να δειτε πώς βλέπει το ποδόσφαιρο ένα κοριτσάκι 13, 17, 21, 25, 29 χρονών.

Ανάμνηση πρώτη, λοιπόν: 1988. Ετών 13, το χρυσό μου. Ένας μόλις χρόνος απόσταση από το 1987, όπου πέθανα από τη ζήλεια μου βλέποντας μια συμμαθήτριά μου να έχει κάψει το πόδι της με φωτοβολίδα, στους πανηγυρισμούς του Eurobasket (ενθυμήστε, Γκάλης και λοιποί). Σε διαθεση να επαναληφθεί το συναίσθημα εκείνων των ημερών, παρ' όλο που ελληνική συμμετοχή δεν προβλέπεται. Άρτι ανακαλύψασα τα αγόρια...


Σε αυτό το πλαίσιο μέσα τα μάτια μου κολλάνε πάνω στον Ρινάτ Ντασάεφ, πρώτο τερματοφύλακα της ομάδας της Σοβιετικής Ένωσης. Κάτι στη φάτσα του (που τώρα που μεγάλωσα ίσως και να ξέρω τι) με κάνει να δω όλους τους αγώνες, παρά τις όποιες αντιξοότητες. Εκείνος ήταν τότε 31 ετών, αλλά η κοψιά του τον έκανε να μοιάζει με πελαργό. Τώρα που μεγάλωσε μοιάζει περισσότερο με ζεν του παλιού ελληνικού κινηματογράφου...




Μπορείτε να διαβάσετε τα της καριέρας του στη Wikipedia, εμένα δε με ενδιαφέρει και πολύ να τα αναφέρω. Εκείνο που κρατώ είναι η εικόνα του σχιστομάτη από το Αστραχάν κι η αίθηση ότι έχεις διαλέξει να υποστηρίξεις τον καλύτερο. Κι ας έφαγε δυο τεμάχια στον τελικό.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Μνήμη

Εις μνήμην Αμαλίας Καλυβινού. Παλιότερα το "Δεν ξεχνώ" είχε εθνική υπόσταση. Από πέρσι τέτοια εποχή και για όσο μπλογκάρουμε οι αλμπάνιδες θα πρέπει να προσέχουν.

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

Εάλω

...αλλά δεν ξεχάστηκε. Ανθεί και φέρει κι άλλο, λέει η γιαγιά μου. Και για όσο θα το θυμόμαστε εμείς οι πρόσφυγες.

Χρόνια Πολλά, επί της Εθνικής μας θλιβερής εορτής.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

Παρουσίαση του Βασιλείου της Αράχνης


Όπως διαβάζετε και στην επισυναπτώμενη πρόσκληση (ευγενική χορηγεία Γιάννη Πλιώτα), ο Γιάννης θα παρουσιάσει σήμερα το βράδυ και τα δύο βιβλία του Βασιλείου της Αράχνης, την Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες και το Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών, στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου στην Πάτρα. Η αφεντομουτσουνάρα μου θα απουσιάζει, αλλά νομίζω ότι θα τα καταφέρουν και χωρίς εμένα... Καλή επιτυχία!

Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Autolupisi mode off

Τελικά το ημπορέσαμε και αυτό.

Να ξαναθυμήσω το 4ο φεστιβαλ Επιστημονικής Φαντασιας στην Ερμούπολη (Σύρος, Κυκλάδες, Greece), που έχει ήδη ξεκινήσει και θα κρατήσει μέχρι την Κυριακή το βράδυ.



Και να καληνυχτήσω όσους παρ' όλες τις βλακείες μου, ακόμη μ' αγαπούν και μ' εμπιστεύονται.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

Autolupisi mode on

Για λόγους που άπτονται της βλακείας που κουβαλάω στο κεφάλι, εκείνης της ίδιας βλακείας, που χτίζει μια σχέση εμπιστοσύνης λιθαράκι-λιθαράκι για μήνες και μετά δίνει μια και τα γκρεμίζει όλα για μια υπεροψία της στιγμής, το μπλογκ μπαίνει σε mode αυτολύπησης μέχρι νεωτέρας. Προσβλητικά σχόλια δεκτά. Δεν πρόκειται να με κάνετε περισσότερο χώμα απ' όσο είμαι ήδη.

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

Βοχέντα Μίνους, κεφάλαιο 1.1: Κάθαρση

Το σπίτι των Μίνους ήταν χτισμένο σε έναν από τους έντεκα λόφους της Ομός, θαμμένο στα δέντρα με τα κόκκινα λουλούδια που τα λένε σένιρι. Με το προστάτη του Ορ οδηγό, μπήκαμε κρυφά, χωρίς να μας δουν οι σκλάβοι του. Με άφησε σ’ ένα μικρό δωμάτιο και έφυγε για λίγο. Όταν γύρισε τον ακολουθούσαν οι δυο γιοι του, δυο παλικάρια με το Ορ χαραγμένο στο μέτωπό τους, μια μικρή ευθεία γραμμή στις ρίζες των μαλλιών. Δε με χαιρέτισαν, ήμουν νόθος και δε μου ταίριαζε τέτοια τιμή.
-Οι γιοι μου, είπε ο Άσντι Μίνους. Έλα μαζί μας.
Οι τρεις τους με πήγαν σε ένα δωμάτιο που έμοιαζε με λουτρό κι εκεί, ενώ ο πατέρας τους διάβαζε φωναχτά το Έπος των Βασιλέων, οι δυο άντρες με έπλυναν από τα χώματα και τις λάσπες που στολίζουν το πρόσωπο ενός νόθου. Έτριψαν όλο μου το κορμί με κάποιο αρωματικό λάδι από το Ουδάν και με άφησαν γυμνό μπροστά στον πατέρα τους. Εκείνος τελείωσε το χωρίο που διάβαζε και με κοίταξε με τρόπο που κανείς δε με είχε κοιτάξει ποτέ ως τώρα.
-Είσαι ωραίος άντρας Νουρ Φατάγια, είπε. Χαίρομαι που το Ορ αποκαλύπτει στον κόσμο ένα τόσο ωραίο πρόσωπο όσο το δικό σου.
Με πλησίασε κρατώντας ένα μαύρο χιτώνα.
-Δέξου μαζί με το Χιτώνα της Μετάνοιας και το νέο σου όνομα, νόθε. Από ‘δω και πέρα θα είσαι ο Νουρ Μέλικ κι ετούτο το ένδυμα θα καλύψει τη γονική σου αμαρτία από τα μάτια των Βασιλέων.
Ντύθηκα χωρίς να μιλώ. Τι μπορεί να πει αυτός που του χαρίζουν ζωή;
-Χαίρε καινούριε άνθρωπε, είπαν τα δυο παλικάρια και μου χαμογέλασαν.
Με οδήγησαν σε άλλο δωμάτιο, όπου έστεκε ένας μεγάλος καθρέφτης.
-Στάσου μπροστά στον Καθρέφτη της Τιμής και προσευχήσου, διατάχτηκα. Εμείς θα ετοιμάσουμε την αίθουσα του Ορ.
Υπάκουσα. Γονάτισα μπροστά στον Καθρέφτη κι είπα την πρώτη προσευχή που έμαθα όταν ήμουν μωρό ακόμα στο Μικρό Οίκο, την Αρχή του Έπους των Βασιλέων:
-Ένας είναι ο Βασιλεύς και μια η Βασίλισσά του, αγαπητοί στους αιώνες των αιώνων. Λαμπρότητα και ταπεινοφροσύνη τα διαμάντια της κορώνας και του θρόνου τους. Έρωτας θεϊκός αρχέγονος, του Σύμπαντος κινητήρια δύναμις, ο κόμπος που τους δένει με τον κόσμο. Της Λατρείας του πνεύματος και της σάρκας και της καρδιάς ιερείς εσείς, ο Βασιλεύς και η Βασίλισσα.
Σταμάτησα σαστισμένος. Το βλέμμα μου είχε πέσει πάνω στη γυαλιστερή επιφάνεια του καθρέφτη και μόνο τότε κατάλαβα τι εννοούσε ο Άσντι Μίνους όταν έλεγε πως είμαι ωραίος.
Σε όλη μου τη ζωή είχα ζήσει με το δέρμα και τα μαλλιά μου πασαλειμμένα με λάσπη, όπως άρμοζε σε κάποιον που έσπρωξε τους ανύπαντρους γονείς του να τον φέρουν στον κόσμο. Ποτέ δεν είχα δει το πρόσωπό μου καθαρό από τα παραμορφωτικά εξογκώματα που σχημάτιζε ο πυλός κι ήταν σαν να ‘βλεπα έναν ξένο απέναντί μου. Έναν ωραίο ξένο.
Τα χαρακτηριστικά μου ήταν ίδια με της μητέρας μου: μεγάλο μέτωπο, πυκνά μαύρα φρύδια, βλεφαρίδες χονδρές και γυαλιστερές. Τα μαγουλά μου, απαλλαγμένα από την πρώτη νιότη από τα γένια με ειδικές αλοιφές, είχαν το ροδαλό χρώμα της ντροπαλής ευχαρίστησης μιας νεαρής παρθένας. Το δέρμα μου ήταν άσπρο, σαν του πατέρα μου. Τα μάτια μου μόνο γνώρισα στον ξένο απέναντί μου, πρασινόμαυρα και περίεργα στο σχήμα, όπως πάντα. Και τα χείλη μου, λεπτά, είχαν ανεξίτηλη επάνω τους την πίκρα του νόθου.
Καμιά γυναίκα ποτέ, δε θα φιλούσε αυτά τα μάτια, για να δείξει το πάθος της. Κανένα χέρι δε θα ανακάτευε τα μαλλιά μου παιχνιδιάρικα. Και τα χείλη μου, ποτέ δε θα γεύονταν άλλα χείλη σε φιλιά ερωτικά. Ακόμη και με το Ορ στο μέτωπο, καμιά γυναίκα δε θα ένωνε τη ζωή της μαζί μου, πόσο μάλλον η περήφανη Ανκίς, που για την ευσέβειά της καμάρωνε ο πατέρας της. Όχι ο Άσντι Μίνους δεν είχε το δικαίωμα να θυσιάσει την κόρη του, για να μπορέσει να θυσιάσει και την άλλη. Ό,τι έκανα θα το έκανα για μένα, για να έχω σκοπό και να βοηθήσω την πατρίδα. Κι όταν η Βοχέντα θα ήταν έξω από το Μικρό Οίκο, θα την ακολουθούσα ως το Αρίν, να ρωτήσω με το ίδιο μου το στόμα το βασιλιά του Αρίν αν ήταν ο ίδιος καλός μου φίλος, ο άνθρωπος που με είχε σώσει από τους αγριεμένους Ντ’ους.
Τις σκέψεις μου διέκοψε το άνοιγμα της πόρτας κι ο ήχος των ελαφρών βημάτων μιας γυναίκας. Γύρισα, ήταν νέα και όμορφη, με βαθιά καστανά μάτια και μαύρα μαλλιά, πιασμένα με ένα δίχτυ στη βάση του αυχένα. Το δέρμα της ήταν λίγο πιο σκούρο από το κανονικό, ένα μπρούτζινο θαύμα και τα μπράτσα της χυτά, σα ζωντανός λειωμένος χαλκός. Με κοίταξε για λίγο με παράξενο βλέμμα κι ύστερα γονάτισε δίπλα μου, αφήνοντας στο πάτωμα το δίσκο που κρατούσε.
-Είμαι η Ανκίς, είπε και μια παιχνιδιάρικη λάμψη φώτισε τα μάτια της.
-Σε χαιρετώ, Ανκίς, απάντησα χαμηλώνοντας το βλέμμα. Τα δεκαεννέα ρεύματα μαζί σου. Είμαι ο Νουρ Μέλικ.
-Είσαι ο σύζυγος της Ανκίς όταν η Βοχέντα βγει από το Μικρό Οίκο, την άκουσα να λέει σιγανά.
-Α, όχι, όχι, επαναστάτησα και στην ταραχή μου ξέχασα ότι οι νόθοι έχουν τα μάτια χαμηλά μπροστά σε μια γυναίκα.
Πειράχτηκε.
-Γιατί όχι; Μήπως δεν είμαι τόσο όμορφη όσο σου έταξαν;
Κοκκίνισα από ντροπή.
-Είναι αδύνατον να λες τέτοια λόγια, Ανκίς Μίνους, της είπα. Το ξέρεις ότι εσύ κι η αδελφή σου είστε οι ωραιότερες γυναίκες της Ζήμας. Μόνο ο Ντιρ μπορεί να ξέρει πόσο περήφανος θα ήμουν αν άγγιζα έστω τις άκρες των ποδιών σου. Δεν είναι η θέλησή μου που με κρατάει μακριά σου αλλά η γονική μου αμαρτία. Ποτέ δε θα έσερνα μια γυναίκα στο περιθώριο που ζω ακόμα και αν την αγαπούσα ως το θάνατο, ακόμα κι αν μου το επέβαλαν οι πιο σκληρές Μοίρες.
Είχα ξανά χαμηλώσει το κεφάλι μου και τότε το χέρι της έσπρωξε το σαγόνι μου ψηλά, με ανάγκασε να την κοιτάξω. Τα σαρκώδη χείλη της ήταν σουφρωμένα, τα μάτια της με διαπερνούσαν.
-Είναι κρίμα τόση ομορφιά να πάει χαμένη, Νουρ Μέλικ, είπε. Και πολλές γυναίκες θα δέχονταν να σταθούν στο πλάι σου, αν ήσουν καθαρός με το Ορ στο μέτωπό σου, γιατί έχεις καρδιά περήφανη και πονετική. Έχουν ματιά που φτάνει ως το βάθος οι γυναίκες της Ζήμας, νόθε. Αυτό μην το ξεχνάς. Κι όταν διαλέγουν, το ξέρεις κι εσύ, διαλέγουν για πάντα.
Με κοίταξε κι άλλο, ώρα πολλή.
-Πολύ θα της στοιχίσει, μουρμούρισε.
Τα λόγια της με παραξένεψαν, αλλά δε μίλησα. Την άφησα να μου χτενίσει τα μαλλιά με μια κοκάλινη βούρτσα και να μου στερεώσει στους ώμους με δυο περόνες έναν μαύρο μανδύα. Φόρεσα μόνος μου τα σανδάλια που μου έδωσε.
-Σε λίγο θα έρθει ο πατέρας να σε πάρει, είπε κι έφυγε.
Ήμουν πιότερο σίγουρος από ποτέ ότι η Ανκίς Μίνους δεν θα γινόταν δική μου. Και μου το είπε το χάρισμά μου, που μου το έδωσε η Άφα, η ίδια η θεά-Γυναίκα, σα δώρο στο παιδί του Μεγάλου της Συζύγου. Σαν σε όραμα έβλεπα μπροστά μου τη Μεγάλη Σύζυγο Νίσμολα Άνα να με κοιτάει με τα θολά μάτια των τυφλών και να μου λέει τους χρησμούς της:
«Νουρ, βιαζόσουν να γεννηθείς κι έσπρωξες τον πατέρα σου προς τη μητέρα σου σε άσχημο καιρό. Ο Ρουν ήταν Μεγάλος Σύζυγος της Άφα κι η Ιμ Προσκυνούσε το Ντιρ, όταν τους έβαλες να ενώσουν τα σώματά τους για να συλληφθείς. Αλλά οι Βασιλείς είναι μεγαλόψυχοι και θα σ' έχουν σαν παιδί δικό τους. Κι ο Ντιρ θα σου χαρίσει δύναμη και γενναιότητα κι η Άφα την ευτυχία.«
»Με μια ματιά θα καταλάβεις την πραγματική αγάπη. Καμιά αμφιβολία δε θα έχεις για την καρδιά σου, ούτε και για τη δική της. Κανένας τυφλός εγωισμός, εμπόδιο ή πείσμα, τίποτα δε θα την πείσει να μην σε παντρευτεί, σίγουρη κι εκείνη για τη δική σου αγάπη. Και θα ‘ναι τόσο μοναδική αυτή η γυναίκα, που θα την αναγνωρίζεις σαν από μαγεία, με μια ματιά, από τη θέα του χεριού της και μόνο και τότε θα ξέρεις ότι αυτή είναι η μια που θα σε κάνει δικό της.»
Κανένας νόθος δεν είχε ποτέ παντρευτεί, ακόμα και με το Ορ στο μέτωπο. Είχα πιστέψει ότι ποτέ δε θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσω το χάρισμά μου και να που τώρα μου έλεγε σωστά πως αρνιόμουνα το γάμο μου με την Ανκίς. Άλλη γυναίκα ήταν για μένα κι όχι αυτή ή όμορφη μαυρομαλλούσα.