Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Αναγνωστικό ημερολόγιο 2012 - Ελληνικό Φανταστικό (19)


Οι Έλληνες που θέλουν να γράψουν ένα βιβλίο στη ζωή τους (προσοχή, όχι οι Έλληνες συγγραφείς, αυτούς που τους τρώει το σαράκι και γράφουν όλη μέρα, κάθε μέρα, όχι αυτοί που έχουν κάτι να πουν, αλλά εκείνοι που θεωρούν ότι είναι εύκολο να γράψεις μια ιστορία και κάθονται να τη γράψουν) τείνουν να θεωρούν ότι η λογοτεχνία του φανταστικού είναι κάτι εύκολο, ή για να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους, κάτι ευκολότερο από τη «συμβατική», την «κανονική» λογοτεχνία.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα -πέρα από τις λοιδορίες που δέχονται, καθώς πλανώνται πλάνην οικτρά - να εκδίδονται τρεις φορές περισσότερες φαντασιακές μπούρδες από mainstream μπούρδες.

Με το ίδιο σκεπτικό, όλοι αυτοί που θέλουν να γράψουν ένα βιβλίο στη ζωή τους, επιλέγουν συνήθως «καυτά» κοινωνικοτεχνολογικά θέματα ή τρόμο, γιατί είναι ποτέ δυνατόν το φάνταζι και ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών να περιέχουν ποτέ κοινωνικοτεχνολογικά μηνύματα; Ποτέ.

Κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα ράφια των βιβλιοπωλείων -τώρα που η αυτοέκδοση έχει αφαιρέσει το κριτικό μάτι του επαγγελματία αναγνώστη από τους εκδοτικούς- να γεμίζουν από ανάξιες απόπειρες τρόμου και επιστημονικής φαντασίας.

Σαφώς και στην ίδια κατηγορία εκπίπτουν κι όλα τα αγόρια που θέλουν να εκδώσουν το campaign που έπαιζαν πέρσι (και εκεί αποκτά και το φάνταζι τα δικά του λογοτεχνικά μπουρδολογήματα) και όλα τα κοριτσάκια ή κυρίες που θα ήθελαν να ζήσουν μια ζωή σαν της Μπέλας (και μη με κάνετε να πω ποια Μπέλα είναι αυτή, γιατί απαξιώ) ή της Τίνκερμπελ. Αυτά όμως τα κείμενα είναι συνήθως τερατώδη σε μέγεθος (500+ σελίδες) και ξέρω να τα αποφεύγω με κομψά τάκλιν, σαν το Μπέκαμ.

Αλλά τα άλλα, τα τρομο-εφ… φέτος τουλάχιστον δεν κατάφερα να τα αποφύγω.

ΦΑΝΤΑΣΙ (3)

Το Τραγούδι του Χρόνου, Η Χώρα των Χαμένων Ευχών, Γιώργος Χατζηκυριάκος: Η δεύτερη φορά που το διαβάζω και οι εντυπώσεις μου παραμένουν οι ίδιες. Χοντρικά είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται στα παιδιά χωρίς να τα θεωρεί πνευματικώς ανίκανα και στους ενήλικες σαν αν είναι ακόμα παιδία. Ανανεώνω την υπόσχεση να το αφιερώσω μια ανάρτηση μόνο δική του.
Τα χειρόγραφα του Μανουέλ Σαλίνας, Τάσος Ρούσσος: Ισπανός ναυαγός συναντάει μυστήριους βοσκούς με μυστήρια κοπάδια. Μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον σαν βιβλίο, λίγο κλασσικό στη φόρμα και την ιδέα του, αλλά με κράτησε, πέρασα καλά μαζί του.
Ο γιος της Τζοκόντα, Αύγουστος Κορτώ: Στο τρίτο του βιβλίο που διαβάζω εξακολουθεί να γράφει φανταστικό, αλλά με ντροπή κι ενοχές γι' αυτό. Ο ήρωάς του είναι ακόμη ένας πλούσιος αργόσχολος (βλ. λαβκράφτιοι ήρωες), με περίπου ψυχολογικά προβλήματα που καταλήγουν να μεταμορφωθούν σε μεταφυσικά προβλήματα. Στις ελάχιστες σελίδες του βιβλίου, κατάφερα να θυμηθώ διηγήματα του κύκλου Λάβκραφτ, καφκικές υποψίες -υποψίες γιατί δεν έχω ακόμη διαβάσει Κάφκα- και το Άρωμα του Ζύσκιντ, όλα αυτά προλογισμένα με τον "ελληνικό" τρόπο, δηλαδή είκοσι σελίδες σύνδεσης με τα προηγούμενα όπου περιγράφεται η ζωή του χαρακτήρα και πώς έφτασε ως εδώ. Είναι από τα λίγα βιβλία που ξέρω που σποϊλεριάζουν αναίσχυντα την κεντρική τους ιδέα με τον ίδιο τους τον τίτλο. Αυτό σε συνδυασμό με την απροσμέτρητη βαρεμάρα μιας επεξηγηματικής αφήγησης (ο ελληνικός τρόπος που λέγαμε) και μια πλοκή που ξεκινάει στη σελίδα 25 από 96, με κάνει να μην το προτείνω παρά μόνο σε όσους θέλουν να έχουν διαβάσει ΚΑΙ αυτό το ελληνικό φανταστικό ανάγνωσμα ή τους φαν του συγκεκριμένου συγγραφέα.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ (7)

Κάτω από τη μηχανή, Στέφανος Χατζάρας: Μιλάμε για 19 μικροσκοπικά διηγήματα, χωρίς τίτλους, με ήρωες χωρίς ονόματα, πολλές φορές χωρίς καν να ξέρεις τι είναι ο ήρωας ως την τελευταία στιγμή. Το κοινό στις ιστορίες, αν και δεν είναι το κεντρικό θέμα αυτό καθεαυτό, είναι η ευχομηχανή, ένα τεχνούργημα στα όρια του υπερφυσικού που με μια τρύπια δεκάρα πραγματοποιεί ή όχι μια ευχή σου.
Το σέττινγκ είναι ένα αόριστο μέλλον; Μάλλον. Οι άνθρωποι, ή μάλλον οι ήρωες κάθε ιστορίας, ό,τι κι αν είναι, μιλούν για κάποια καταστροφή, για την αναχώρηση κάποιων εκλεκτών προς τα άστρα. Το τοπίο είναι σαφέστατα μετακαταστροφικό, χωρίς όμως να υπάρχει μια συγκεκριμένη καταστροφή που να προκάλεσε την τωρινή κατάσταση. Οι ήρωες εύχονται να πεθάνουν, πρόκειται να πεθάνουν, αργοπεθαίνουν ή είναι ήδη νεκροί. Οι ευχομηχανές δίπλα τους είναι σύντροφοι σιωπηλοί, που άλλες φορές παρέχουν παρηγοριά, αλλά τις περισσότερες μένουν αδιάφορες, μηχανές κανονικές. Ο χρόνος δεν έχει νόημα, άλλες φορές δεν κυλά, άλλες καλπάζει, κάποιες μάλιστα μένει αναλλοίωτος ώσπου να καταλάβεις ότι δεν υπήρξε ποτέ. Πείνα, εξαθλίωση, δίψα, αυτή η δίψα με τάραξε.
Σε κάθε ένα από τα 19 διηγήματα, οι άνθρωποι αγαπούν χωρίς καμιά ελπίδα, προσπαθούν να διοχετεύσουν την τρυφερότητα ή τη βαναυσότητά τους κάπου, και δεν έχουν πού. Μιλούν με τους νεκρούς τους, περιμένουν αγαπημένους που έχουν πεθάνει από αιώνες, ή καταστρέφουν πράγματα -κυρίως τον εαυτό τους. Η αοριστία δεν το κάνει λιγότερο έντονο, λιγότερο αγχωτικό για τον αναγνώστη. Βουτάμε σε μια άγρια θάλασσα απελπισίας και ξέρουμε ότι άλλη όχθη δεν υπάρχει.
Κι αυτή η γλώσσα. Αυτός ο στεγνός λυρισμός, αυτή η ικανότητα του συγγραφέα να φτιάχνει εικόνες θανάτου, να βρίσκει λόγια για βασανιστικά συναισθήματα, να φτάνει αβίαστα σε κάποια πανανθρώπινη αλήθεια κάθε δεύτερη σελίδα. Αν έπρεπε να γράψω εδώ όλες τις ατάκες που με συγκίνησαν θα έγραφα όλο το βιβλίο. Θα ανοίξω τυχαία σε μια σελίδα και θα σας γράψω μόνο αυτή τη μία τυχαία συγκλονιστική ατάκα.
Όταν δεν θα ήταν ικανός να σταθεί στα πόδια του και να ταξιδέψει, θα 'πεφτε σε κανένα ξεροπήγαδο να πεθάνει. Μα τι ζωή θα ήταν αυτή δίχως το ταξίδι;

Τα τρία βήματα του Διαβόλου: ο επιστήμονας, Δημήτρης Κουντούρης: Είναι το πρώτο βιβλίο μια τριλογίας (τα επόμενα δύο είναι "ο μισθοφόρος" κι "Ένας επικίνδυνος έφηβος"). Ένας πολύ καλός κομπιουτεράς, ο Πέτρος, επιστρατεύεται από κάτι που νομίζει ότι είναι η ελληνική κυβέρνηση για να κάνει κάτι που πιστεύει ότι είναι θέμα εθνικής ασφάλειας. Περίμενα να είναι... πώς να το πω πιο απλά; Κακό. Ναι, κακό περίμενα να είναι. Αλλά δεν είναι. Είναι καλογραμμένο, με πειστικούς διαλόγους, και παρά την όποια μάλλον κοινότυπη υπόθεση, καταφέρνει να σε κάνει να ενδιαφερθείς. Έχει τα προβληματάκια του, αλλά σχεδόν τα παραβλέπεις.
 
Λάθος Οδηγίες, Αλέκος Παπαδόπουλος: Άλλη μία δεύτερη ανάγνωση, η οποία όμως δε μου έκανε την εντύπωση που μου είχε κάνει η πρώτη. Δεν έχασε κάτι στην σπιρτάδα του ή την επινοητικότητα, αλλά κάποια θέματα στην τεχνική τα εντόπισα, που δεν είχα φανεί στην πρώτη ανάγνωση.

2017 - Η Ελλάδα υπό Νεο-Οθωμανική Κατοχή, Γιώργος Παπαγιαννόπουλος: Δεν ξέρω τι έπρεπε να περιμένω από αυτό το βιβλίο, πάντως είναι μπερδεμένο, χωρίς λογοτεχνική συνοχή και με το βαθύτερο δίδαγμα κάπως στρατευμένο. Δεν με διασκέδασε καθόλου και δε νομίζω να φταίει το είδος (εναλλακτική ιστορία).

Από τη Γη στον Άρη, Δημοσθένης Βουτυράς: Δεν ξέρω τι να πω γι' αυτό το βιβλίο. Εντάξει, έχει ιστορική αξία, από τις πρώτες προσπάθειες στο φανταστικό, αλλά είναι πολύ βαρετό, στιγμές-στιγμές αλλοπρόσαλλο και μόνο το τέλος του είναι σκέτη καμτσικιά. Δεν ξέρω αν μου άρεσε ή αν με εξόργισε ή αν με άφησε αδιάφορη.

Telepathy, Γιώργος Κώτσης-Καραμπάτης: Από τις 126 σελίδες του, τουλάχιστον οι 40 καταλαμβάνονται από λέξεις όπως "καλημέρα", "τι θα πάρετε;", "πάρκαρε, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, βγήκε και πήρε το ασανσέρ για το γραφείο". Η τηλεπάθεια καταλαμβάνει δύο προτάσεις, υπάρχουν επίσης μερικές σελίδες που αφορούν τηλεκίνηση και όλο το υπόλοιπο είναι περιγραφή μιας μάλλον βαρετής ιστορίας κλωνοποίησης. Άλλο ένα παράδειγμα του πώς κάποιος (που βλέπει ταινίες και θέλει να γράψει μια νουβέλα με την ταινία που θα ήθελε να δει) αποτυγχάνει να χρησιμοποιήσει το μέσο που επέλεξε.

Στα Δίχτυα της Νόβα, Φαίδρα Λέρνη: Κυπριακή επιστημονική φαντασία, που κατάφερα να αποκτήσω με την γλυκύτατη χορηγία του φίλου συγγραφέα Ανδρέα Καπανδρέου. Δυστυχώς και παρά τις πολύ καλές προθέσεις της συγγραφέως, δεν είναι καλά τα νέα. Η ιδέα είναι σχετικά κοινότυπη (μια πειραματική ουτοπία Αμαζόνων) και η εκτέλεση είναι κατώτερη της ερασιτεχνικής. Η ορθή χρήση της γλώσσας (με ελάχιστες πικάντικες πινελιές ντοπιολαλιάς) δε ισοφαρίζει την έλλειψη ύφους ή τεχνικής. Το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ πρόκειται για καταχωρήσεις ημερολογίου, το ξεχνάς αμέσως γιατί δε θυμίζει σε τίποτε ημερολογιακές καταχωρήσεις. Επίσης έννοιες όπως η προοικονομία ή η ομοιομορφία ή η αληθοφάνεια είναι μάλλον απούσες. Γενικά κι ενώ είναι καταφανές ότι η γυναίκα ξέρει τι θέλει να πει και προσπαθεί σκληρά να το πει σωστά, είναι επίσης καταφανές ότι δεν κατέχει την τέχνη. Νομίζω ότι έχει κάποια πιθανότητα για βελτίωση όμως, ωστόσο θα πρέπει κάποιος να της κάνει τις σωστές ερωτήσεις, τις οποίες εκείνη θα πρέπει να απαντήσει μόνη της για να βελτιωθεί.

 ΤΡΟΜΟΣ (9)

Camera Obscura, Σταμάτης Λαδικός: Ένα χορταστικό βιβλίο. Ξεκινάει με γροθιά καταλήγει με γροθιά, ενδιαμέσως τρως ανάλογα ξύλο. Το ότι είχα διαβάσει κάποια από τα διηγήματα παλαιότερα, καθώς ο Σταμάτης τα ανέβαζε στο sff.gr, δε μείωσε καθόλου την αναγνωστική τους απόλαυση. Και μαντέψτε, η νέα τους εκδοχή δε με έκανε να τα εκτιμώ λιγότερο απ’ ό,τι τα εκτιμούσα όταν ήταν ακόμη σχετικά απαίδευτα. Αγάπησα την επιλογή των λέξεων, την κινηματογραφικότητα των εικόνων, το πιάσιμο στο στήθος από τον τρόμο. Έφερα το χέρι στο στόμα να κρατήσω κραυγή διαβάζοντας πόση αγάπη έχει να δώσει ένα στοιχειό και πόσο γρήγορα εξαφανίστηκαν τα παράξενα στάχυα κάτω από το κρεβάτι.
Σοβαρά παράπονα δε νομίζω ότι έχω. Ίσως μια επιλογή πειραματισμού στα τρία λιγότερο καλά διηγήματα της συλλογής. (Το όνειρο του Κρόνου, το Vice Versa και το Απλά περαστικός), με την έννοια ότι σε κάθε ένα από αυτά ο συγγραφέας πειραματίζεται με μια πτυχή της ιστορίας (ιδέα, αφήγηση, ατμόσφαιρα) και αφήνει τις άλλες να υπολείπονται.
Εκείνο όμως για το οποίο θα ήθελα να διαμαρτυρηθώ δημοσίως είναι η χρήση του καταπληκτικού ευρήματος της λέξης που καταβαίνει τις γραμμές του κειμένου σκαλωτά, ένα γράμμα τη φορά. Το αγάπησα βλέποντάς το στο Rippers Ballad στη λέξη «συνείδηση», αλλά όταν το ξανασυνάντησα στην Ωχρά Σπειροχαίτη σκέφτηκα ότι θα ήταν πολύ πιο εντυπωσιακό αν τα διηγήματα έμπαιναν με την ανάποδη σειρά. Το «βυθίζεται» θα μου έδειχνε το κόλπο και η «συνείδηση» θα έλεγε «σύμφωνα με το κόλπο που είδες προηγουμένως, σκέψου ότι και η συνείδηση μπορεί να βυθιστεί».
Σύνολο: 9 στα 10. Αν αυτό είναι το πρωτόλειο του Σταμάτη, τι νοστιμιές μάς έχει φυλαγμένες για το επόμενο;

Νεκρό Δέρμα, Αβραάμ Κάουα: Το ξεκίνησα ένα βράδυ κατά τις εννιά, το τελείωσα το ίδιο βράδυ κατά τις δύο. Να σημειωθεί στα πρακτικά ότι μετά από ένα ολόκληρο άγρυπνο Σαββατοκύριακο στα 20 μου χρόνια, κατόπιν αναγνώσεως Λάβκραφτ για πρώτη φορά μετά τα μεσάνυχτα, έχω θέσει όρο στον εαυτό μου ότι δε θα διαβάζω τρόμο πέραν της δύσης του ηλίου. Τώρα, συνδυάστε την πρώτη και τη δεύτερη πρόταση, προσπαθώντας να καταλάβετε τι μου συνέβη εκείνο το βράδυ και δε σταμάτησα να διαβάζω το Νεκρό Δέρμα. Enough said.
Όπως θα έλεγαν κι οι Αμερικάνοι, είναι, είναι τόσο καλό. Είναι καλό για μένα που δε διαβάζω πολύ τρόμο, αλλά δε θεωρώ κι ότι με επηρεάζουν πολύ οι σκληρές εικόνες. Βοήθησε πάρα πολύ και το ότι έχω δει σχετικά πρόσφατα δύο σπονδυλωτές ταινίες τρόμου, τύπου '60-'70 και τη Μούμια με τον Λη και τον Κάσινγκ. Ήμουν εξαρχής σε μια γνωστή ατμόσφαιρα, που ξέρω ότι είναι κάπως τρυφερή, κάπως νοσταλγική και ταυτόχρονα μπορεί να μου παρουσιάσει κάτι εξαιρετικά τρομακτικό.
Φυσικά, αν και με βόλεψε πάρα πολύ, δεν ήταν και ό,τι καλύτερο η κεντρική ιστορία. Έχω δει μόνο δύο ταινίες που της έμοιαζαν κι ήξερα ακριβώς τι θα συμβεί στο τέλος Βέβαια τα διηγήματα με αποζημίωσαν, σαν σύνολο αλλά και σαν ξεχωριστά κομμάτια.
Γλώσσα, τεχνική, επιλογές ατμόσφαιρας, εκείνο το τρομερό που κάνει ο Λάκραφτ (βάλε την ιδέα σου ανάμεσα σε πολλές μικρές αλήθειες κι ο αναγνώστης θα ξετρελαθεί ψάχνοντας τι είναι το αληθινό και τι το ψεύτικο), γνώση της ποπ κουλτούρας, παιχνίδι με τις λέξεις. όλα στη θέση τους, εκεί που πρέπει, ακόμη κι ο Μπαρόν Σαμντί.

Η Γκουέντολιν του Ερειπωμένου Πύργου, Διονύσης Παπαδόπουλος: Μετά τον ούρμπαν τρόμο (Φάκελος Βαμπίρ), την εφ (ο Πλανήτης της Εκδίκησης) και το φάντασυ (Το Δαχτυλίδι της Ταμάρις), ο Διονύσης Παπαδόπουλος ξεσκίζει και το γοτθικό μυθιστόρημα. Δε θέλω ούτε να σκεφτώ τι περιέχουν τα άλλα του βιβλία που έχω, οι Δαναΐδες, το Σύνδρομο της Λαΐδας και το Όνειρο σε Κύκλο. Κι ούτε να μου πείτε παρακαλώ. Θέλω να είναι σουρπρίζ.

Αποκάλυψη, Δημήτρης Κανελόπουλος: Γενικά ένα βιβλίο που υπόσχεται ότι το επόμενο έργο του συγγραφέα θα είναι καλό. Στρωτή χρήση της -απλής και κατανοητής- γλώσσας, ιδέες που μπορεί να τις έχουμε ακούσει πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά δείχνουν πολυφωνία στο κεφάλι του συγγραφέα, τάση προς εξερεύνηση. Τα ίδια τα διηγήματα καλύπτουν ένα αρκετά ευρύ φάσμα της φανταστικής λογοτεχνίας, από την ακραία δυστοπική εφ έως τον υπερφυσικό τρόμο (μόνο το φάνταζι λείπει, αν και υπάρχει κι ένας αστικός θρύλος).
Τα κακά νέα είναι ότι κάποια από τα είδη αυτά τα διεκπεραιώνει συνοπτικά και με πολύ κλισέ τρόπο. Όχι μόνο ως τεχνική συγγραφής (πχ, ξεκινάει μια οργουελική δυστοπία με "κεφάλαια" που περιγράφουν το μέλλον, πριν μπει στην κυρίως πλοκή) αλλά και από πλευράς οπτικών γωνιών, διαλόγων και κινήτρων των χαρακτήρων. Καταλήγει λοιπόν να περιγράφει κάτι που το έχουμε ξανακούσει, με τρόπο που τον έχουμε ξαναδιαβάσει και με απουσία της προσωπικής του σφραγίδας επ' αυτής της αφήγησης. Όλα αυτά κάνουν κάποια κομμάτια (κυρίως εκείνα με εφ θεματολογία) βαρετά.
Πολλά από αυτά τα προβλήματα στη γραφή εξαφανίζονται όμως όταν αλλάζει το είδος. Στο τρόμο, είναι σαν να βρίσκει επιτέλους τη δική του, την προσωπική φωνή. Το Sudden Death, ένα διήγημα όπου ένας παράγοντας ομάδας ποδοσφαίρου που πάει προς υποβιβασμό παρενοχλείται από το φάντασμα ενός παλιού ποδοσφαιριστή έχει μεν τους αφηγηματικούς του λόξυγκες μέχρι να πάρει μπρος, μετά όμως απογειώνεται σε απολαυστικά ύψη. Ομοίως και το διήγημα Νυχτερινό δρομολόγιο στο οποίο καταφέρνει να μπλέξει στην αφήγηση ένα πραγματικό συμβάν, την πτώση του λεωφορείου του ΚΤΕΛ από την γέφυρα του ποταμού Αλιάκμωνα το Φεβρουάριο του 2003 και τον αστικό μύθο του μαυροντυμμένου ωτοστοπατζή, που σου αφήνει ένα σημέιωμα με νούμερα κι εξαφανίζεται αλλά και το χαριτωμένα τρομακτικό Ινστιτούτο Αδυνατίσματος, για το οποίο δε θα πω τίποτε περισσότερο από τον τίτλο του.
Γενικά, αν θέλετε να περάσετε καλά με αυτό το βιβλίο, διαβάστε στα πεταχτά τα εφ κομμάτια, αλλά απολαύστε τον τρόμο του. Νομίζω ότι αν ο Κανελόπουλος συνεχίσει να γράφει, θα δούμε αξιόλογα πράγματα στο μέλλον από αυτόν.

Ο γιος της μάγισσας, Ανδρέας Καπανδρέου: Ο Ανδρέας ακολουθεί την ίδια συνταγή με το πρώτο του βιβλίο, το Τρομακτικό Μυστικό του Αϊνστάιν: μικρότατες ιστορίες, κάποιες φορές σκέτα ενσταντανέ, κάποιες φανταστικές, άλλες όχι. Η γραφή του από το ένα βιβλίο στο άλλο, δεν έχει αλλάξει, ούτε προς το χειρότερο, αλλά ούτε και προς το καλύτερο. Η κοντινή ημερομηνία έκδοσης των δύο βιβλίων κάπως δικαιολογεί αυτό το γεγονός, αλλά να πω την αμαρτία μου, περίμενα κάτι περισσότερο. Ξέρω ότι αυτό το κάτι θα έρθει κάποια στιγμή, γιατί ο συγγραφέας έχει και δυναμικό και ξέρει πώς να το εκμεταλλεύεται. Και θα το περιμένω.

Εφτά Σπουδές στο Θρίλερ, Διονύσης Παπαδόπουλος: Δε φτάνει τα άλλα του βιβλία που έχω διαβάσει (θαρρώ μάλιστα πως είναι και πρωτόλειο, ετούτο δω), αλλά ο γνωστός γλωσσικός αισθησιασμός του Παπαδόπουλου είναι ήδη παρών. Ως θέματα λίγο προβλέψιμα.

Trapped-Παγιδευμένοι, Αντώνης Τουμανίδης: Διάβασα το βιβλίο πρόσφατα και... συγνώμη, αλλά δεν έχω καλά νέα. Προσωπικά, δεν έχω δει πολλές ταινίες τρόμου. Ξέρω όμως ότι έπαιζε τακτικά σε αυτές μια κοπελίτσα που την έλεγαν "Βασίλισσα του Ουρλιαχτού", για ευνόητους λόγους. Ε, πίστεψα κάποια στιγμή ότι αντί να διαβάζω βιβλίο, παίζω σε μια τέτοια ταινία. Και μάλιστα κακογυρισμένη.
Δεν τρόμαξα ούτε μια στιγμή (εγώ που τρόμαξα με τους Δαίμονες της Νορμανδίας, του Μάστερτον). Δεν απήλαυσα τη γλώσσα, ήταν σα να μιλάω με μαθητή του Λυκείου. Δεν μου άρεσαν οι πλοκές, ήταν τόσο κλισεδιαρισμένες, που ήξερα εξαρχής τι επρόκειτο να συμβεί. Δεν υπήρχαν χαρακτήρες που να με ενδιαφέρουν, που να μου προκαλέσουν έστω τον οίκτο. Η αφήγηση είναι διεκπαιρεωτική, σε σημείο που νομίζεις ότι διαβάζεις μια περίληψη ταινίας. Και το shock factor με τα ξεκοιλιάσματα και τους αποκεφαλισμούς, απλά αστείο. Ούτε που το παίρνεις στα σοβαρά.
Εντυπωσιακό ιστολόγιο, εντυπωσιακό το self-promotion (αν και πολύ ενοχλητικό, λίγη μετριοφροσύνη δεν έβλαψε ποτέ κανέναν), αλλά ευχαριστώ, πιθανόν δε θα ξαναπάρω.

Στη Σκιά του Δάσους, Φώτης Ταμπάς: Ειλικρινά, δεν ξέρω να σας πω σε πόσα σημεία με στεναχώρησε. Η ιδέα χαριτωμένη, αλλά η εκτέλεση τόσο αδύναμη που δεν είναι σαφής ποια είναι τελικά η ιδέα. Η τεχνική (ενεστώτες χρόνοι, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, στην οποία παρεμβάλλονται σκηνές που ο πρωταγωνιστής και αφηγητής δεν είναι παρών, κι αυτές σε ενεστώτα, αλλαγές μπρος-πίσω στο χρόνο) επίσης αδύναμη. Η πλοκή έντονη και μπερδεμένη. Η ανάπτυξη των χαρακτήρων προσχηματική, με τους ίδιους τους χαρακτήρες να αποδίδονται με τρόπο που μπερδεύεσαι και δεν ξέρεις ποιος είναι ποιος. Οι διάλογοι λίγο κατώτεροι από μικρής λογοτεχνικής αξίας αστυνομικό διήγημα. Έλλειψη έρευνας σχετικά με το πώς δουλεύουν κάποια πράγματα στην πραγματική ζωή (πχ, όταν έχεις τα δύο σου παιδιά έγκλειστα σε ψυχιατρική κλινική και τα πατάει ένα αυτοκίνητο, δε σε παίρνει η κλινική να στο πει στο τηλέφωνο, αλλά έρχεται αστυνομικός στην πόρτα σου, ο επιλεγόμενος και "άγγελος θανάτου"). Γενικά δίνει την αίσθηση μιας ταινίας που "παίζεται" μπροστά τα μάτια του συγγραφέα της, αλλά που ο συγγραφέας αυτός δεν ξέρει πώς να τη μεταφέρει στο χαρτί.
 
Πρόσωπο με πρόσωπο, Κωνσταντίνος Β. Λιάπτσιος: Προβλέψιμο, χωρίς να ικανοποιεί τη βασική ερώτηση (ΓΙΑΤΙ συμβαίνουν όλα αυτά) και όχι ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Αναγνωστικό ημερολόγιο 2012 - Ξενόγλωσσο Φανταστικό (17)

Γενικά το ξενόγλωσσο φανταστικό αντιμετωπίζεται από τους εγχώριους αναγνώστες ως το κάτι εξαιρετικό, και πολλές φορές αυτό είναι αλήθεια, μιας και για να εκδοθεί και να γίνει γνωστό κάτι στο εξωτερικό έχει πάρει την έγκριση μεγαλύτερου ποσοτικά κοινού. Από την άλλη, το τι μεταφράζεται ή το τι διαφημίζεται είναι μάλλον άσχετο με την ποιότητα του εκάστοτε κειμένου.


Για τη διασκέδασή σας έχω χωρίσει το ξενόγλωσσο φανταστικό σε τρία μέρη: τους καλούς, τους μέτριους και τους γελοίους. Γιατί γελοίους κι όχι κακούς; Ε, διαβάστε και θα μου δώσετε κι εσείς το δίκιο, βεβαίως-βεβαίως.



ΟΙ ΚΑΛΟΙ



On the Beach, Nevil Shute Norway: Μάλλον το ωραιότερο βιβλίο που διάβασα φέτος. Not for the weak of heart. Μια πόλη της Αυστραλίας, ένα πυρηνικό υποβρύχιο, έξι μήνες ζωής και μετά θα έρθει το πυρηνικό νέφος από το βόρειο ημισφαίριο και θα πεθάνουμε όλοι. Στο μεταξύ το μεγάλο μέρος των ανθρώπων εξακολουθεί να μιλάει λες και πρόκειται να ζήσουν για πάντα. Ένας γιατρός χειρουργεί μια γυναίκα με όγκο στο στομάχι γιατί "θα της δώσει ακόμη δυο-τρία χρόνια ποιοτικής ζωής". Ένας Αμερικανός καπετάνιος αγοράζει παιχνίδια για την κόρη και το γιο του, δεδομένου ότι στο βόρειο ημισφαίριο δεν υπάρχει πια κανείς ζωντανός. Μια νοικοκυρά αγωνιά για την κόρη της γιατί μπορεί μεγαλώνοντας να γίνει στραβοκάνα. Αγρότες αναρωτιούνται αν πρέπει να φτιάξουν ένα φράγμα για να συγκρατεί τη βροχή. Ένας φυσικός κερδίζει το Γκραν Πρι Αυστραλίας. Μια ασύδοτη κοπέλα δίνει εξετάσεις για να μάθει στενογραφία. Παράνοια. Αλλά δε μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, βρε παιδί μου. Μπορεί να θυμώσεις μαζί του, να φωνάξεις, να κλάψεις, αλλά δε θα το αφήσεις ως το τέλος. Κι όταν τελικά καταλαβαίνεις τι σημαίνει ο τίτλος, τότε και μόνο τότε το παίρνεις απόφαση κι εσύ ότι το βιβλίο έχει τελειώσει οριστικά. Συστήνεται μόνο σε όποιους δε φοβόνται την κατάθλιψη (γιατί αυτό το βιβλίο σε αφήνει λιγάκι καταθλιπτικό στο τέλος). Αν πάλι δε θεωρείτε ότι θα το αντέξετε αναγνωστικά, ρίξτε μια ματιά στις δύο του μεταφορές στη μεγάλη οθόνη. Ειδικά τη νεώτερη με τον Αρμάντ Ασάντε, που θες να σπάσεις την τηλεόραση, ξερω-‘γω.

Ο τρίτος αστυφύλακας, Φλαν Ο' Μπράιαν: Οιαδήποτε προσπάθεια να το περιγράψω θα ήταν σπόιλερ, οπότε σας προειδοποιώ ότι ακολουθούν σπόιλερ μέχρι την επόμενη εικονίτσα. You have been warned.

Πρόκειται για έναν λόγιο τύπο στην (όπως υποθέτω) Αγγλία του 1930-1950, που κάνει έναν φόνο. Όταν αργότερα γυρίζει να μαζέψει τα κλοπιμαία αρχίζει η παράνοια κι ο παραλογισμός: ο πεθαμένος τού πιάνει φιλοσοφική συζήτηση, αρχίζει να έχει διαλείψεις αμνησίας, απευθύνεται στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής για να βρει τα κλοπιμαία, όπου συναντά δύο θεοπάλαβους στα όρια του φρικιού αστυνομικούς κι έναν αόρατο τρίτο, που μόνο στο τέλος εμφανίζεται. Γίνεται πολύ κουβέντα για ποδήλατα, για μηχανικά κουτιά και για τρόμπες ποδηλάτων, όπως επίσης και για κουτσούς με ξύλινο πόδι, για την εσωτερική φωνή του αφηγητή που του πάει αρκετές φορές κόντρα, για μια μηχανή που μετράει το όμνιουμ -μη ρωτήσετε τι είναι αυτό, γιατί θα με αναγκάσετε να σας απαντήσω!-.

Η πιο κουφή κι η πιο αστεία κι η πιο ενδιαφέρουσα (λέμε τώρα) πλευρά του βιβλίου είναι η μανία του συγγραφέα με τον φανταστικό φυσικοφιλόσοφο ντε Σέλμπυ, για χάρη του οποίου διαπράττει και το έγκλημα. Οι αναφορές στα έργα του, οι υποσημειώσεις με τις προσωπικές των σχολιαστών του, η ίδια η ζωή του ντε Σέλμπυ και οι ιδέες του, που μπορούν να σε ρίξουν κάτω γελώντας με λυγμούς, είναι μια σπάνια απόλαυση που κανείς δεν πρέπει να την στερηθεί. Αν και το τέλος είναι σχετικά προβλέψιμο, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί το 'χουμε ξαναδεί και ξαναδεί και ξαναδεί γραμμένο από άλλους, λιγότερο ενδιαφέροντες συγγραφείς, είναι γραμμένο με τρόπο που θα σας μείνει για καιρό.
Κρυστάλλινος Κόσμος, J. G. Ballard: Όπως και κάθε άλλο του βιβλίο που έχω διαβάσει έχει τις εμμονές του και τις καταπληκτικές στιγμές του, τις απίστευτες εικόνες καταστροφής (ή μήπως δημιουργίας;) και ερωτικά του τρίγωνα και τις αμφισημίες του, τις πολικότητές του μέσω συμπεριφορών που μοιάζουν μάλλον γκρίζες. Πολλές φορές δεν ξέρεις αν αυτό που διαβάζεις σου αρέσει ή όχι, αν σε ενοχλεί ή όχι, αν σου είναι αδιάφορο ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, εγώ προσωπικά για ένα πράγμα μένω πάντα σίγουρη: ότι θα διαβάσω και το επόμενό βιβλίο του που θα πέσει στα χέρια μου.

Σάλεμ’ς Λοτ, Stephen King: Ευπειθώς αναφέρω το πρώτο βιβλίο του Στήβεν Κίνγκ που διαβάζω. Πριν με φάτε ζωντανή, έχετε υπόψην σας ότι πρώτον, έχω ακούσει άπειρα καλά πράγματα για τον Κινγκ (οπότε προσπαθώ να μην τον διαβάσω για να μην τρομάξω πολύ) και δεύτερον, έχω ακούσει πολλά άσχημα πράγματα για τον Κινγκ (ότι δεν ξέρει πώς να κλείσει ένα βιβλίο, ότι έχει εμμονές με τους ήρωές του, ότι η πολύ εμπορικότητα τον έχει ξεφτίσει). Διάλεξα το Σάλεμ’ς Λοτ για όλους αυτούς τους λόγους κι ένιωσα ανακούφιση που τελείωσε. Όχι γιατί δε μου άρεσε, αλλά γιατί οι εικόνες που δημιουργεί ήταν τόσο έντονες που μαγαρίστηκε ο ύπνος μου για τουλάχιστον μια εβδομάδα μετά.

Αποκάλυψη, Bentley Little: Άλλο ένα βιβλίο τρόμου, που διάβασα πρακτικά μονορούφι, περιμένοντας στο ιατρείο για να εξεταστώ. Περίμενα να με ζορίζει κάπως η ιδέα ειδικά εκείνη που αφορά τα μωρά, αλλά μάλλον με βοήθησε και το περιβάλλον και δεν επηρεάστηκα όσο περίμενα. Γενικά ενδιαφέρον, απλά χωρίς καμιά (για μένα) έκπληξη στην πλοκή του.

Η Πόλη των Βαμπίρ, Paul Feval: Το πρώτο βιβλίο mush-up λογοτεχνίας. Αστειεύομαι φυσικά, αλλά θα μπορούσε. Η Ανν Ράντκλιφ λαμβάνει κάποια γράμματα την παραμονή του γάμου της και ξεκινάει σε ένα βαμπιροφονικό κουέστ across Europe, παρακαλώ. Πολύ βικτωριανό αλλά και πολύ διασκεδαστικό, παρά την ηλικία του.



ΟΙ ΜΕΤΡΙΟΙ



Έτος Μηδέν, Jeff Long: Μελλοντολογική περιπέτεια. Γενικά, περίμενα να εκμεταλλευτεί με το γνωστό, τον εκνευριστικό τρόπο το τέρμα μη-πρωτότυπο εύρημα της εύρεσης οστών στο Γολγοθά (Τζίζαζ Κράιστ, γουίνκ-γουίνκ). Τελικά έδωσε περισσότερη βάση στους χαρακτήρες του, κρατώντας ταυτόχρονα σε ενδιαφέροντα επίπεδα την πλοκή. Θα το σύστηνα σαν ενδιαφέρον ανάγνωσμα και σε εκείνους που δε διαβάζουν πολλές περιπέτειες.


The Erevis Cale Trilogy, Paul S. Kemp: Μιας και κάθε καλοκαίρι πλέον διαβάζω κι από ένα πακετάκι τέτοιο, είπα φέτος να το ρίξω στην κουλτούρα. Γενικά, από τις τρεις σειρές Forgotten Realms που έχω διαβάσει, είναι εκείνη με την οποία δε γελούσα δυνατά στις δραματικές στιγμές. Καλό αυτό. Το Πέπλο του Λυκόφωτος μού φάνηκε λίγο καλύτερο από τις συνήθεις σαλβατοριές, αν και είχε ακόμη το φίλινγκ των φου-ρου. Η Βασιλεία της Νύχτας συνεχίζει να είναι λίγο καλύτερο από τις συνήθεις σαλβατοριές και να διατηρεί το φίλινγκ. Η κλιμάκωση των κακών είναι πολύ χαριτωμένη τελικά, στο πρώτο κακός ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε να γίνει θεός-ξερω-‘γω με βοήθεια από τρία-τέσσερα μαγικά πλάσματα, στο δεύτερο οι κακοί είναι τα μαγικά πλάσματα και στο τρίτο που το ξεκίνησα κιόλας, υποθέτω ότι κακός θα είναι ο ντάντυς των μαγικών πλασμάτων. Η Μάσκα του Μεσονυχτίου είναι ένα χαριτωμένο βιβλίο, αρκετά σκληρότερο απ' ό,τι περίμενα. Κλείνει λογικά την τριλογία και αφήνει δυνατότητες για περαιτέρω ανάπτυξη των χαρακτήρων σε πιθανές επόμενες τριλογίες. Α, διάβασα και μια καταπληκτικά πραγματική ατάκα σε αυτό το βιβλίο. Κάποια στιγμή εκείνος λέει σε εκείνη: "Μη με περιμένεις." Κι εκείνη του απαντάει: "Αν θα σε περιμένω ή όχι είναι δικός μου λογαριασμός". Πού είναι τα εμότικον με τις καρδούλες;

Ο κυρίαρχος των ίσκιων, Γκράχαμ Π. Τέιλορ: Ένα πολύ παράξενο βιβλίο. Από τη μία μπορούσα να δω ότι ο άνθρωπος ήξερε να χειρίζεται τα υλικά του, να κλιμακώνει την ένταση και την αγωνία και να στήνει σκηνές και ατμόσφαιρα. Από την άλλη έχει ένα σωρό στοιχεία που θα τα έλεγα ενοχλητικά: α) είναι εφηβικό ανάγνωσμα, αλλά έχει πάρα πολύ ενοχλητικές σκηνές, σκηνές που ξεπερνούν τα όρια του young adult και περνάνε ίσως στον τρόμο. β) Η αληθοφάνειά του είναι πολύ ενοχλητική. Συγκεκριμένα μιλάει εν έτη 1700-κάτι οπότε και υπάρχουν κορίτσια που τα σαπίζει στο ξύλο ο πατέρας τους, κληρικοί που κάνουν μάγια, ομαδικό πλιάτσικο των χωρικών σε βυθισμένα καράβια και πεντάχρονα αγόρια που παρακολουθούν λυντσαρίσματα, τα οποία και περιγράφει on screen. γ) Η άποψή του για τη συγκεκαλυμμένη θρησκευτική προπαγάνδα -αντί να λέει Χριστός λέει Ριάθαμους κι ο Σατανάς λέγεται Πυρραθέων- είναι μάλλον ύποπτη, μέχρι που γυρνάς και βλέπεις ότι ο συγγραφέας είναι ιερωμένος. Και πάλι όμως δε μπορείς να του τη δικαιολογήσεις έτσι εύκολα, γιατί είναι τόσο έντονη που βγάζει μάτι.

Η κόρη της ονειροκλέφτρας, Michael Moorcock: Με ήρωα τον Έλρικ από σπόντα αλλά κεντρικό τον Φον Μπεκ, η ιστορία του Αιώνιου Πρόμαχου συνεχίζεται ή μάλλον διανθίζεται με νέες καταπληκτικές εικόνες και συγνώμη κιόλας, βαρετές περιπέτειες. Ο Μούρκοκ έχει μεγαλώσει ή εγώ έχω μεγαλώσει και δεν τα βρίσκουμε πια οι δυο μας.

Shadow Blizzard, Chronicles of Siala book 3, Alexey Pehov: Εξακολουθεί να έχει τα προβλήματά του, αλλά η περιπλάνηση στο Χραντ Σπέιν και το μυστικό του Κλι-Κλι είναι αρκετά για να σε κρατήσουν. Δεν είμαι σίγουρη ότι τελειώνει έτσι, πάντως κλείνει κάποιες πλοκές ικανοποιητικά κι άλλες με αστεία τεχνάσματα, π.χ. πρέπει να δείξει από κοντά τη μεγάλη μάχη, στην οποία ο Χάρολντ δε συμμετέχει και τι κάνει; Τον βάζει να τη βλέπει... στο όνειρό του. Καταπληκτικό εύρημα, τι να σου πω τώρα κι εσένα. Τουλάχιστον στο Prowler δεν ήταν οράματα που κρατούν, ξέρω 'γω, είκοσι σελίδες και μοιάζουν με κάποιο κείμενο από άλλο μυθιστόρημα, που για να μην το πετάξει, το κοτσάρησε εκει πέρα. Δε φαίνεται καν ο Χάρολντ κάπου στα οράματα αυτά, σαν αόρατος παρατηρητής. Είναι μια απλή, σκέτη, ξεροσφύρι βρε παιδί μου, αφήγηση μιας μάχης, με εναλλαγές οπτικής γωνίας και δραματικούς διαλόγους και εμβάθυνση στο χαρακτήρα κάποιων Αγνώστων Στρατιωτών. Παντελώς άκυρο με το υπόλοιπο βιβλίο.


Giant Thief, David Tallerman: ένα ημι-επικό, ημι-νουάρ φάντασι, που ελπίζω να μην έχει follow-ups, και που με ταλαιπώρησε σχεδόν τρεις μήνες. Η ιστορία έχει να κάνει με τον παμπόνηρο κατά το συγγραφέα κλέφτη Easie Damasco, που κλέβει έναν γίγαντα από το στρατό του evil overlord Moaradrid. Γενικά οι περιγραφές των τοπίων είναι χαριτωμένες, αλλά η πλοκή είναι βαρετή (ένα κυνηγητό πέρα δώθε στη χώρα) και οι χαρακτήρες ή προκάτ (ο κακός Μοαράντριντ, ο γενναίος λοχαγός, η έξυπνη και δραστήρια δημαρχίνα) ή εντελώς αλλοπρόσαλλοι (ο ίδιος ο Ίζι δεν φαίνεται να έχει ηθικούς φραγμούς, κάνει τη μία μ@λ@κι@ μετά την άλλη και πού και πού θυμάται να έχει και μια δυο στιγμές ανωφελούς μετάνοιας). Δεν είναι τόσο κακό όσο η τριλογία με τα γκόμπλιν του Jim C. Hanes, αλλά μέχρι να τελειώσει μου έβγαλε την πίστη.

Κραυγή από την Κόλαση, Ramsey Campbell: Πρόκειτα για μια νουβέλα τρόμου, κατά την οποία διάφοροι άνθρωποι περπατάνε μέσα σε εγκαταλελειμμένα σπίτια όπου κάτι τους παρακολουθεί, φρικτά βασανιστήρια υπονοούνται (και μόνο υπονοούνται, σπλάττερ φάκτορ μηδέν εις το πηλίκο) και φυσικά ήρωες που ασχολούνται με τα βιβλία. Το δε τέλος είχε φάει μια πιστολιά όταν ήταν μικρό, κι από τότε δε συνήλθε. Έχει μια ιδέα που ίσως και να μη με ενδιαφέρει και το 50% της πρόζας αποτελείται από πρακτικώς αδιάφορες περιγραφές του τοπίου, αστικού ή μη. Μία σκηνή είχε πού πήγε να με τρομάξει κι όταν αποφάσισε να ξεμπερδεύει με τη μάρτυρα (γουίνκ-γουίνκ) με είχε ήδη ξενερώσει.




ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΛΟΙΟΙ



(Ευτυχώς είναι μόνο δύο.)



Η ανασκαφή, James Rollins: Μια από τις Κυριακές του Ιουλίου πήγα παραλία και για τους γνωστούς λόγους, δε μπόρεσα να βουτήξω. Πήρα λοιπόν μαζί μου ένα βιβλιαράκι να μου κρατήσει συντροφιά, ένα μικρό. Την Ανασκαφή του James Rollins. 519 σελίδες.

Ήταν από μια παρτίδα βιβλίων που είχα αγοράσει σε κάτι προσφορές, πρακτικά κοψοχρονιά. Αλλιώς οι κινηματογραφικές περιπέτειες συνήθως δε με ενθουσιάζουν. Τα είχα αγοράσει ακριβώς γι' αυτόν το σκοπό, για να τα διαβάσω κάποιο καλοκαίρι στην παραλία. Κι αποδείχτηκαν (γουέλ, η Ανασκαφή τουλάχιστον) άξια των προσδοκιών μου. Γιατί το καλό βιβλίο παραλίας, εκτός από μεγάλο και διασκεδαστικό, πρέπει να σου δίνει και κάτι να κουβεντιάζεις με τους φίλους σου που επιστρέφουν από τη βουτιά τους να λιαστούν. Πρέπει να σου δίνει κάτι να τους διασκεδάσεις.

"Πώς είναι; με ρώτησε ο φίλος μου τυλιγμένος στην πετσέτα του.
"Κοίτα", του είπα, "έχεις δει τον Κώδικα Ντα Βίντσι;"
"Αμέ", μου απάντησε αρχίζοντας να χαμογελά.
"Κάποιο από τα Ιντιάνα Τζόουνς, έχεις δει;" τον ξαναρώτησα.
"Και τα τέσσερα" μου απάντησε κι ευτυχώς, αλλιώς θα έπρεπε να τον χωρίσω και δεν το θέλω. "Νομίζω όμως ότι μάλλον θα ήθελες να έχω δει σίγουρα το τελευταίο, με τα κρυστάλλινα κρανία, ε;"
"Έχεις δει επίσης" συνέχισα με την τελευταία μου ερώτηση χωρίς να απαντήσω στη δική του, "κάτι τηλεταινίες από αμερικάνικα επαρχιακά κανάλια, με την οργή της μούμιας και δομινικανούς μοναχούς και τον ηρωικό παλικαράκι και την κοπέλα που είναι και ψυχικώς τραυματισμένη από την ιρλανδική της καταγωγή;"
"Έχει και ρατσιστή μαύρο και γκέι δημοσιογράφο;" με ρώτησε.
"You betcha."

Εκεί τον έχασα γιατί άρχισε να μου χασκογελάει και κατάλαβα ότι η ευκαιρία μου να τον ρίξω αναίσθητο είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Ανασήκωσα τους ώμους μου και ανακοίνωσα την απόφαση του δικαστηρίου.

"Ε, βάλε και μια γεροντοκαψούρα και μια τζούρα από την ταινία Evolution, αυτή που παίζει ο Ντουκόβνι, και το έδεσες το συκαλάκι."

Ο φίλος μου εξακολούθησε να χασκογελά, είναι ο δυστυχής καλά εκπαιδευμένος σε τέτοιες καταστάσεις. Τον τυπάκο με την κοπέλα του, όμως, στην διπλανή ξαπλώστρα, δεν κατάφερα να τον σώσω.

Anonymous Rex, Eric Garcia: Εκπληκτικής μπουρδολογίας νουβέλα, τάχαμου-νουάρ, τάχαμου-εναλλακτική ιστορία, τάχαμου-επιστημονική φαντασία. Ενημερώνω και απεκδύομαι πάσης ευθύνης ότι ακολουθεί η υπόθεση, μην και το δει κανείς και του αποκολληθεί ο αμφιβληστροειδής και μετά μου ζητάει και τα ρέστα. Πάμε.

Ο Βίνσεντ Ρούμπιο είναι ξεπεσμένος ντετέκτιβ στο Λος Άντζελες. Έχει πρόβλημα με ναρκωτικά και οικονομικά κι ο συνεργάτης του έχει σκοτωθεί κι ακόμη δεν το έχει ξεπεράσει. Η μόνη διαφορά με τους εκάστοτε Μάρλοου είναι ότι ο Βίνσεντ είναι Βελοσιράπτορας. Κι όταν λέω Βελοσιράπτορας, εννοώ ακριβώς αυτό που θα βγει όταν γκουγκλάρετε τη λέξη Velociraptor.

Δηλαδή αυτό.


( Η εικόνα παρμένη από εδώ.)

Πάρτε μια βαθιά ανάσα. Άλλη μία. Ξεθόλωσαν τα μάτια; Εντάξει; Θα αντέξετε το παρακάτω;

Διότι οι δεινόσαυροι (λέει) δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά πριν από τρία εκατομμύρια χρόνια (λέει) αποφάσισαν να κρατήσουν μυστική την ύπαρξή τους από τα δίπολα ζωντόβολα (λέεει). Και γι' αυτό τώρα ζουν ανάμεσά μας, σε ένα ποσοστό επί του γενικού πληθυσμού 5% κι επί του αμερικανικού πληθυσμού 12-15%. Μασκαρεμένοι κάτω από πλαστικές στολές και γάντια.

Και ναι, το θέαμα όπως το φαντάζομαι, θα πρέπει να είναι περίπου αυτό

( Η εικόνα παρμένη από εδώ.)


Δεν πιστεύω να θέλετε ν' ακούσετε παρακάτω;

Ότι οι δεινόσαυροι δεν μπορούν να μεταβολίσουν το αλκοόλ ή τα αλκαλοειδή και κάνουν κεφάλι με βασιλικό, μαντζουράνα και ρίγανη; Ότι δεν τίθεται θέμα διασταύρωσης (!) με τους homo αλλά τελικά ο Βίνσεντ τα φτιάχνει με μια ανθρωπίνα (!!) που του προκύπτει τελικά δεινοσαυρίνα (!!!) και που στο τέλος καταφέρνει να κάνει, μέσω ανίερων πειραμάτων παιδί (πόσα θαυμαστικά να χωρέσουν πια...!) με έναν άνθρωπο που το παίζει δεινόσαυρος; (λυπούμεθα, αλλά το θαυμαστικό μόλις παραιτήθηκε και βρίσκεται καθ' οδόν για Κανάριες Νήσους, για west and wewaxation at wast.)

Δεν έχω άλλες ερωτήσεις για τον μάρτυρα, κύριοι δικασταί. Διότι μάρτυρας υπήρξα όσο το διάβαζα. Τουλάχιστον είχε μια στρωτή ροή, μια κάποια συνέπεια στη γραφή και στην πλοκή του και χαρακτήρες στα όρια του αρχετυπικού. Πολλά πράγματα ακριβώς επειδή δεν υπάρχει περίπτωση να βρει τρόπο να τα δικαιολογήσει, ο Γκαρσία τα αφήνει στον αέρα. Σα να σου κλείνει το μάτι, γουίνκ-γουίνκ, "ξέρω ότι αυτό που λέω δε στέκει, αλλά άμα έστεκε δε θα ήταν πολύ κουλ τα πράγματα, ε, ε, ε;" Ευτυχώς λέω, ευτυχώς, που τουλάχιστον τα πήρε πρέφα πριν τους αναγνώστες του.

Και για όσους αναρωτιούνται, όχι, δεν είναι χιουμοριστικό σαν το Ντερκ Τζέντλυ, ούτε και σατιρίζει κάτι. Αντίθετα ο ήρωας, αν αποστασιοποιηθείς από τα δεινοσαυρικά, είναι ένα ζάκι που μασουλάει συνεχώς τη δόση του. Ειδικά στις πρώτες σελίδες δεν κάνει τίποτε άλλο, συνεχώς ασχολείται με τη ντρόγκα. Το ότι η ντρόγκα αυτή είναι βασιλικός και ρίγανη δεν κάνουν την υπόθεση λιγότερο creepy.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Αναγνωστικό ημερολόγιο 2012 - «Συμβατική» Λογοτεχνία (10)

Η Ζωή είναι ένα υπέροχο και εντελώς κακομαθημένο πλάσμα. Κι όχι, δυστυχώς δεν αναφέρομαι στη μεγαλύτερη από τις βαφτιστήρες μου, που δεν είναι ακριβώς κακομαθημένη, αλλά πώς να το πω, κάτω από τις ξανθές τις μπούκλες, τα μπλε τυρκουάζ μάτια της και τα τέσσερα χρόνια που περπατάει πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη κρύβει τη μετενσάρκωση του Μινώταυρου, του Τάρας Μπούλμπα και του Καραϊσκάκη. Αναφέρομαι σ’ εκείνη τη ρημάδα τη Ζωή που ζούμε, που μπορεί να γίνει τόσο απαιτητική ώστε να σε κάνει ν’ αφήσεις αυτά που αγαπάς. Εν προκειμένω και για τη συγκεκριμένη παραπονιάρα Ευθυμία, το διάβασμα.


Μάλλον δεν πρέπει να γίνομαι κακιά. Διάβασα, δε λέω. Μάλιστα διάβασα περισσότερα από πολλούς γνωστούς μου. Αλλά να, τα προηγούμενα χρόνια δεν έπεφτα κάτω από τα 80 βιβλία το χρόνο. Φέτος πιάσαμε στα 70 με το ζόρι. Μένουν μερικές μέρες ακόμα, αλλά δε νομίζω να μεταβληθεί τραγικά αυτός ο αριθμός.

Και λογικά, εφόσον έπεσε ο γενικός αριθμός, θα έπεφτε και το ποσοστό των mainstream αναγνωσμάτων, εκείνων που για να μπορέσω να τα ξεχωρίζω από τα φανταστικά μου αναγνώσματα, τα λέω «συμβατική» λογοτεχνία. Καλό ήταν αυτό τώρα ή κακό, δεν ξέρω. Ελπίζω του χρόνου να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα.

Κάτι που παρατήρησα: από τα παρακάτω βιβλία, τα ξενόγλωσσα είναι όλα αξιόλογα. Από τα ελληνικά, κάποια είναι, άλλα όχι, πάντως απέχουν πολύ από την απλή προσπάθεια, δείχνουν γνώση των κανόνων της συγγραφής. Πράγμα που δεν ισχύει για τη φετινή φανταστική λογοτεχνία.





Διαυγές Κενό Κεφάλι, Μαρία Τσαρούχα: Παράξενο κείμενο, με μπερδεμένες οπτικές γωνίες, εξαιρετική γραφή. Δεν ξέρω αν ανήκει στο φανταστικό, αλλά σίγουρα προσφέρει πολλή τροφή για σκέψη.

Σκοτεινοί έρωτες - Ο Πύργος - Ασήμαντα ερωτικά ταξίδια για τους άλλους, Στέφανος Γλαύκωψ: Μάλλον ποιητικός λόγος. Δεν είναι το καλύτερό μου η ποίηση, όπως δηλώνω πάντα, αλλά εδώ σκόνταψα. Δεν κατάλαβα, αλλά και δεν παρασύρθηκα.

Ματριόσκα, Ελ Ρόι: Περίμενα πολλά από αυτό το βιβλίο, δεν βρήκα τίποτε από αυτά που περίμενα. Είναι κοινότυπο, δραματουργικά αφελές και ποντάρει σε πολύ μεγάλο βαθμό στις ενοχές που πιθανόν ήδη να έχει ο αναγνώστης του σε σχέση με αυτά που διαβάζει (λαθρομετανάστες, πόλεμος, τρέλα, αναπηρία). Αν δεν έχεις ήδη ενοχές, δε νομίζω ότι πρόκειται να σε συγκινήσει. Ξεχωρίζουν κάπως τα διηγήματα 04.03 και Ανάσα του Τέταρτου Κόσμου.

Το κακό και άλλες ιστορίες της νύχτας, Αντώνης Β. Παπαδόπουλος: Μάλλον αδιάφορο ανάγνωσμα. Μια συλλογή διηγημάτων όχι mainstream, ούτε φανταστική, ούτε μαγικού ρεαλισμού ή σουρρεαλιστική, με καλούτσικη γλώσσα και χαριτωμένο στήσιμο. Την ξέχασα με το που έκλεισα το οπισθόφυλλο.

Ερωτόκριτος loves Αρετούσα, Αλέξανδρος Πέτρακας: Κάτι που το ζαχάρωνα καιρό και τώρα που το αγόρασα, αναστενάζω με κατανόηση. Μια "τσιφορική" επαν-αφήγηση τους Ερωτόκριτου, γεμάτη με εφηβικό σεξουαλικό χιούμορ. Ανάγνωσμα μόνο για να περάσει η ώρα. Κάποιες ενδιαφέρουσες εικονογραφήσεις τις έχει τουλάχιστον.

Ο φόβος θα σε βρει και θα 'σαι μόνος, Σοφία Νικολαϊδου: Συλλογή διηγημάτων από μια συγγραφέα την οποία είχα γνωρίσει πριν από αρκετά χρόνια, με το φανταστικό μυθιστόρημα "Πλανήτης Πρέσπα". Τα κείμενα του "Φόβου" δεν είναι αμιγώς φανταστικά και μάλιστα ούτε καν όλα από αυτά δεν είναι φανταστικά, αλλά είναι πολύ καλογραμμένα, με ιδιαίτερο ύφος, πρακτικά αναγνωρίσιμο. Πήρα την απόφασή μου και θα αναζητήσω κι άλλα βιβλία της Νικολαΐδου.












Πυριτόλιθος, ο τάφος του κυνηγού, Daniel de Bruycker: Το ημερολόγιο μιας ανασκαφής τάφου ενός Νεάντερταλ κυνηγού, κάπου στις στέππες της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι τόσο όμορφα γραμμένο που δεν είσαι ούτε μια στιγμή σίγουρος ότι δεν είναι αληθινό. Ο πρόλογος είναι αρκετός για να δώσει έναν τόνο ματαιότητας σε όλη την αφήγηση κι εγώ που κάποτε έτσι φανταζόμουν τον εαυτό μου, χαίρομαι κατά βάθος που δεν έγινα ποτέ ανασκαφέας. Τοποθετημένο το 1985, είναι θαυμαστό το πόσο λεπτή και διακριτική είναι η καταρρέουσα κουμουνιστική νοοτροπία των πολιτών.

Φήμη, Ντανιέλ Κέλμαν: Συλλογή διηγημάτων που συνδέονται με λεπτές διασυνδέσεις. Το παράλογο επιδρά διαφορετικά πάνω σε κάθε ήρωα, κι ενώ απέχει από τις ιδέες του Κάφκα, δεν είσαι και πολύ σίγουρος ότι από κάτω από όλα αυτά δεν υπάρχει κάτι που πραγματικά τα συνδέει όλα. Οι χαρακτήρες του Κέλμαν είναι και πάλι (όπως και στη Μέτρηση του Κόσμου) καταπληκτικοί, βαθιοί, αληθινοί.

Η συλλογή των 49 στο σφυρί, Τόμας Πίντσον: Το ήξερα ότι δε θα καταλάβω τίποτε, γι' αυτό και δεν πήρα τη σύγχυση που περίμενα να πάρω. Αντίθετα απήλαυσα τις εικόνες σχεδόν σποραδικά, αποσπασμένες από την αφήγηση, σαν ένα γιγαντιαίο κολάζ διαφημίσεων πριν από τον αγώνα. Αναρωτιέμαι αν θα τα καταφέρω και με το άλλο του βιβλίο που έχω, που είναι χίλιες τόσες σελίδες. Πραγματικά αναρωτιέμαι.

Ιστορίες από 'δω κι από 'κει, Λουίς Σεπούλβεδα: Σποραδικά άρθρα με σκέψεις ενός λογοτέχνη που αγαπώ πολύ. Ελαφρά στρατευμένο, αλλά και βαθιά αληθινό.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Αναγνωστικό ημερολόγιο 2012 - Μη λογοτεχνικά κείμενα (4)

Κανονικά τώρα, αν οι υπολογισμοί μου είναι σωστοί, πρέπει να είμαστε όλοι στον Άλλο Κόσμο των Μάγια (για την ακρίβεια σε έναν από τους άλλους κόσμους των Μάγια, γιατί ήταν άνθρωποι που αγαπούσαν την ποικιλία κι είχαν ένα σωρό πατώματα στους άλλους κόσμους τους, μην και βαρεθούν τον έναν, να έχουν έναν άλλο να παίζουν, βρε αδερφέ.)


Αν πάλι οι υπολογισμοί μου δεν είναι σωστοί κι όλες αυτές οι προσευχές, οι προετοιμασίες και τα όργια έγιναν χωρίς λόγο, τότε πέστε του Επίκουρου πώς του αφιερώνω τις έως τούδε απολαύσεις μου, επιφυλλάσσομαι για τις εφ' εξής και δείτε τι διάβασα από τον Μάρτιο του 2012 ως το τέλος του κόσμου.

Για καλύτερη οργάνωση, οι αναγνώσεις θα χωριστούν σε τέσσερις αναρτήσεις: Μη λογοτεχνικά κείμενα, «συμβατική» λογοτεχνία, ξενόγλωσσο φανταστικό και ελληνικό φανταστικό και θα αναρτώνται αρχής γενομένης από σήμερα και κάθε δεύτερη μέρα.



Παραμύθια... από το σεντούκι της Αγγελικώς, Νάντια Λιαρέλλη: Μια χαριτωμένη συλλογή από παραμύθια της Λέσβου. Πολύ κομψό σαν έκδοση (ε, εκδόσεις Αιολίδα είναι αυτές) και με νοσταλγική διάθεση. Για την ιστορία, Αγγελικώ είναι η γιαγιά της συγγραφέως.


Γραφή, η μνήμη των ανθρώπων, Georges Jean: ένα βιβλίο που θα ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρον αν δεν ήταν τυπωμένο άναρχα και μπερδεμένα.



Daily Life In Ancient Mesopotamia, Karen Rhea Nemet-Nejat: είναι η δεύτερη φορά που το διαβάζω, αλλά και την πρώτη, όπως και αυτήν η ανάγνωση ήταν πολύ επιφανειακή. Μάλλον θα χρειαστώ και μια τρίτη για να πω ότι έπιασα όλα όσα θα ήθελα να πιάσω.



Μύθοι των Περσών, Vesta Sarkhosh Curtis: πολύ ενδιαφέρον και αρκετά κατατοπιστικό. Αν ο σκοπός αυτών των βιβλίων είναι να σε βάζουν στα αίματα να διαβάσεις κι άλλα σχετικά, ε, ετούτο τον πέτυχε τον σκοπό του



Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Αναγνωστικό Ημερολόγιο 2012 - Φεβρουάριος (4)

Ένας Φεβρουάριος φτωχός σε πλήθος αναγνώσεων, αλλά πλούσιος σε ποικιλία. Από το arab-american φανταστικό στον ελληνικό τρόμο κι από τον παλπ ήρωα στην εναλλακτική ιστορία, απ’ όλα είχε ο μπαχτσές.

Φάκελος Βαμπίρ, Διονύσης Παπαδόπουλος: Για το Διονύση Παπαδόπουλο σας έχω μιλήσει και εδώ. Η γραφή του είναι αυτή που είναι (απίστευτα μπαρόκ και γοητευτική όσο δεν παίρνει), η επιλογή των θεμάτων του είναι αυτή που είναι (κυρίως ψυχογραφήματα και αλληγορίες). Κι η ποικιλία των ειδών που έχει γράψει ατελείωτη πραγματικά. Μετά τον "Πλανήτη της Εκδίκησης" στην εφ και το "Δαχτυλίδι της Ταμάρις" στο φάντασι, ο Παπαδόπουλος έκανε και το πέρασμα του από τον τρόμο με το "Φάκελος Βαμπίρ".

Πρώτη φορά άκουσα γι' αυτό το βιβλίο από το στόμα του φίλου και κυνηγού των εκλεκτών συγκινήσεων, Παναγιώτη Ζερβού. Εκείνος μου μίλησε για ένα βιβλίο που part-time μοντέλες-παύλα-περιστασιακές πόρνες μιλούν με τρόπους που αγγίζουν την ορολογία της Ακαδημίας Αθηνών. Μέσα στο μυαλό μου μένει η φράση "Δε θα το ανθέξω!" που ξεστομίζει μια από αυτές τις ανθυποδεσποινίδες.

Η πλοκή είναι μάλλον μπερδεμένη, σε μια Αθήνα του '90, όπου φόνοι που μοιάζουν να έχουν γίνει από βαμπίρ αρχίζουν να ταλανίζουν την κοινωνία, πάνω σε έναν καμβά από άπειρες σεξουαλικής βαρύτητας διαφημίσεις. Ελπίδα μάλλον δεν υπάρχει, αλλά τι σημασία έχει; Ο ερωτισμός είναι κεντρικό θέμα σχεδόν σε κάθε στιγμή, ακόμη κι όταν η φρίκη είναι μεγαλύτερη, ακόμη κι όταν δεν ξέρεις γιατί τελικά συμβαίνουν όλα αυτά.

Δεν ξέρω να σας πω για την αξία του ως ανάγνωσμα τρόμου. Ίσως να ξέρει να σας το πει ο Παναγιώτης, θιασώτης πιστότερος του τρόμου από εμένα, αλλά νομίζω ότι θα συμφωνήσει μαζί μου, ότι έχει κάποια θεματάκια. Αλλά και πάλι η μεγάλη σταρ είναι η γλώσσα, η βαρύτητά της, η γοητεία της. Η γλώσσα είναι μια βαμπ κι ως τέτοια απορροφά κάθε σταγόνα αίματος από τις υπόλοιπες απαιτήσεις μου από το βιβλίο αυτό.

Throne of the Cresent Moon, The Cresent Moon Kingdoms Book 1, Saladin Ahmed: Όσοι με γνωρίζουν έχουν πια εμπεδώσει το πόσο μου αρέσουν τα εναλλακτικά settings στο φάντασι. Μετά από ρωμαϊκό (Heart of the Mirage), ρώσικο (Shadow Prowler) και γαλλικό (The Cardinal’s Bleades), είπα να δοκιμάσω και λίγο αραβικό. Ήταν μάλλον καλή μου τύχη που εκδόθηκε πρόσφατα το Throne of the Cresent Moon. Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της (μάλλον) τριλογίας Cresent Moon Kingdoms, αλλά μπορεί να διαβαστεί και ως stand-alone. Το θέμα του άξιζε να το διαβάσω, αλλά και μόνο το εξώφυλλο θα ήταν αρκετό.

Η ιστορία διαδραματίζεται στο βασίλειο του Abaseen, κυρίως στην πρωτεύουσα Dhamsawaat. Εκεί ζει ο τελευταίος ghul-hunter, ο Doctor Adoulla Makhslood, που αρχίζει να σκέφτεται το κλασσικό "I'm too old for this shit". Συνεργάζεται με τον δερβίση Raseed bas Raseed, που είναι πολύ νέος (αν δεν απατώμαι, περίπου 18) και σκοτώνουν γκουλ κι αυτούς που τα δημιουργούν. Φυσικά ένα αρχαίο κακό αρχίζει να εμφανίζεται, κι οι ήρωες μαζί με μια νομάδα shape-shifter και δύο αλλοδαπούς φίλους τους καλούνται να το αντιμετωπίσουν, στ' όνομα του Ενός Θεού κι ενάντια στον Treacherous Angel.

Μιλάμε για κλασσικό, κλασσικότατο Sword and Sorcery, που είχα καιρό να διαβάσω τέτοιο, με μεγάλη έμφαση στους χαρακτήρες και σε ψευδοαραβικό κόσμο. Η μαγεία είναι εκπληκτική (καύκαλο χελώνας με ζαφείρια μέσα του, που χρησιμοποιείται ως κρόταλο και σκόνη ρουμπινιών για να διαβάσεις κρυπτογραφημένους παπύρους) κι η αίσθηση πραγματικά ανήκει στις Χίλιες και Μια Νύχτες.

Agent of Byzantium, Harry Turtledove: Πρόκειται για μικρά συνδιαζόμενα διηγήματα εναλλακτικής ιστορίας, όπου το turning point είναι η προσχώρηση του Μωάμεθ στο Χριστιανισμό και κατά συνέπεια η απουσία του Ισλάμ. Μιλάμε για έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το Βυζάντιο με κύριο εχθρό τους ζωροάστρες Πέρσες. Σε αυτόν τον κόσμο, ο «πράκτωρ» Basil Argyros αναλαμβάνει μια σειρά από αποστολές που τον φέρνουν κάθε φορά ενώπιον κάποιας καταπληκτικής ανακάλυψης, όπως το κυάλι, η τυπογραφεία, η πυρίτιδα και το εμβόλιο της ευλογίας…

Το διάβασα πολύ γρήγορα είναι η αλήθεια. Με βοήθησε όχι μόνο το ότι ήταν χωρισμένο σε μικρές ιστορίες, αλλά και το ότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Turtledove δεν είναι και καμιά διονυσοπαπαδοπούλεια... Πώς να το πω, είναι πάααρα πολύ απλή και η δυσκολία της υποθέτω ότι βασίζεται στην αναφορά ελληνικών λέξεων. Από πλοκή ήταν καλά τα διηγήματα, σε σημείο που κάποιες φορές ενώ ξέρεις πού το πάει δεν ξέρεις πώς θα το λύσει, ενώ άλλες φορές, ενώ ξέρεις πώς θα το λύσει, δεν ξέρεις πού το πάει. Οπότε το ενδιαφέρον διατηρείται εύκολα. Κι οι χαρακτήρες... ε, τι περιμένεις από τον Βυζαντινό Τζέημς Μποντ;

Το Σημάδι του Ζορρό, Τζόνστον ΜακΚώλλεϋ: Αρχικά θα ήθελα να αναφέρω τις εκδόσεις (Κατάρτι) και τη σειρά (ήρωες του Εικοστού Αιώνα) και το μεταφραστή (Δημήτρης Ελευθεράκης).

Σε δεύτερη φάση, για να ξεκινήσετε να διαβάζετε το παρακάτω χωρίς να κακοχαρακτηρίσετε (πολύ), να δηλώσω ότι:

Πρώτον και σπουδαιότερο, ο Ζορρό είναι ήρωας των παιδικών μου χρόνων (στην τρίτη δημοτικού, στα διαλλείματα, ΗΜΟΥΝ ο Ζορρό κι η κολλητή μου ήταν ο αλκάλντε).

Δεύτερον, θέλω σοβαρά να το κράξω και να το κράξω σοβαρά. Είναι θέμα αρχής και δεν έχει να κάνει μόνο με τη μετάφραση ή την επιμέλεια του βιβλίου, αλλά με το ίδιο το βιβλίο και αυτά που πρεσβεύει.

Τρίτον, ε, θα γελάσετε, αλλά είναι στ' αλήθεια διασκεδαστικό να διαβάζεις ένα βιβλίο κατεστραμμένο όσο αυτό. Θα ήταν στ' αλήθεια θλιβερό αν ήταν κάποιο σοβαρό, καλογραμμένο βιβλίο, που να σε στεναχωρούν τα λάθη στη μετάφραση και την επιμέλεια. Αλλά είναι τόσο κακό στο πρωτότυπο, που αυτή του η μετάφραση απλά το κάνει πιο διασκεδαστικό. Σπάω πλάκα.

Το σχόλιό μου για το ίδιο το κείμενο (αν, ας πούμε το διάβαζα στο πρωτότυπο) θα ήταν ένα μεγάλο "what?". Έτσι στα εγγλέζικα, που έλεγε κι η μακαρίτισσα η γιαγιά μου, μήπως και φανεί το μέγεθος της απορίας. Δεν είναι ότι ως παλπ έχει τα θεματάκια του και δεν αποζητά κανέναν Νόμπελ λογοτεχνίας. Είναι κυρίως που ζει σε έναν ολότελα δικό του κόσμο, όπου οιοσδήποτε χωρίς ευγενικό αίμα στις φλέβες του είναι ανάξιος ακόμη και προς αναφορά. Είναι που η άμοιρη η σενιορίτα δέχεται συμβουλές από τους (με την πλευρά των καλών και αξιέπαινους σύμφωνα με το συγγραφέα) γονείς της να παντρευτεί το δον Ντιέγκο Ντε Λα Βέγκα όχι μόνο γιατί έχει «καλό αίμα», αλλά κυρίως γιατί αν τον παντρευτεί θα σωθεί το κοινωνικό στάτους του πατέρα της.

Πώς να το πω αυτό τώρα και να μη με πείτε ρομαντική. Αν ήταν κανένα ρομαντικό διήγημα της σειράς τύπου «Η Κυρά της Λίμνης» ή «Τάσος και Γκόλφω» ή «ο Λήσταρχος Νταβέλλης και ο καταραμένος όφις», τότε οι γονείς που θα λέγανε τέτοιο πράγμα θα ήταν κατάπτυστοι από τον αφηγητή, όσο κι αν προσπαθούσε να τους δικαιολογήσει, ότι έτσι γίνονται τα πράγματα στην κοινωνία. Ο Μακώλευ εδώ αποτυγχάνει οικτρά σε αυτό, ευλογώντας την αδιαφορία του γονέα προς την ευζωία του παιδιού του και θαυμάζοντας την εκμετάλλευση προς προσωπικά οφέλη. Η δε σκέψη της μάνας «να την πάμε για δυο μέρες επίσκεψη στο δον Ντιέγκο, να δει τι πλούσια και καλά είναι εκεί, μπας και πέσει», είναι άξια των κατινοδέστερων κατινών.

Προσπάθησα σκληρά να είμαι κάπως επιεικής με αυτό το κείμενο κυρίως γιατί δεν ήταν και πολύ παλικαρίσιο να κράζουμε πολλαπλά κάποιον που έχει ήδη τα χάλια του. Ωστόσο, θεωρώ πέραν των υπολοίπων παρατηρήσεων, ότι πρέπει να μεταφέρω και μερικά από τα μαργαριτάρια μετάφρασης και επιμέλειας (και γραφής, γιατί ο συχωρεμένος δεν ήταν και τέρας λογοτεχνικής αξίας, ως προείπα):

Σελίδα 140:

[...] ψηλός με κάθετη κορμοστασιά μέσα στη λαμπερή στολή του και μ' ένα ξίφος να αιωρείται στο πλάι του.
Προφανώς υπάρχει οριζόντια κορμοστασιά και ένα βαρετό είδος ξίφους που κρέμεται από τη ζώνη σου αντί να αιωρείται στο πλάι σου, σαν το Εν Τούτω Νίκα.

Σελίδα 142:

Λένε ότι προκάλεσε μια βροχή τρόμου [...]
Να υποθέσω ότι το rain και το reign έχουν την ίδια σημασία, ε;

Σελίδα 143:

Ο Δον Κάλος [...]
Κι ο Δον Νύχος. Α, όχι; Α, Κάρλος ήθελε να πει;

Σελίδα 145:

Κι έτσι τον τρύπησε στον δεξή ώμο, όπως είχε πει ο λοχαγός, κι έστριψε λίγο το ξίφος καθώς το τραβούξε έξω. Τον κάρφωσε λίγο χαμηλά κι ο κάπτεν Ραμόν έπεσε στο πάτωμα νιώθωντας μια ξαφνική αδυναμία.
Κι εγώ μια ξαφνική αδυναμία με το όλο ζήτημα, ειδικά όταν προσπάθησα να καταλάβω τι ακριβώς θα πει «τον κάρφωσε λίγο χαμηλά» και πόσο ξαφνική ήταν ακριβώς αυτή η αδυναμία.

Σελίδα 269-270:

Έσπρωξε το άλογό του και χύμηξε προς τους εχθρούς του που βρίσκονταν κοντύτερα. Άλλη μια σφαίρα σφύριξε ξυστά στο κεφάλι του, ενώ ένας άλλος άντρας του επιτέθηκε με το ξίφος στο χέρι. Ο σενιορ Ζορρό έφερε έξυπνα τον άντρα ανάμεσα στον ώμο του και τοποθέτησε για άλλη μια φορά σπιρούνια στο άλογό του.
Σας χαρίζω την τοποθέτηση των σπιρουνιών, αλλά αν μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει πώς μπορείς να φέρεις ξιφομαχώντας κάποιον ανάμεσα στους ώμους σου; του; Ανάθεμα κι αν κατάλαβα ποιανού ήταν οι ώμοι.

Λίγο παρακάτω στη σελίδα 270:

Έβγαλε το σκούρο ρούχο του και τους υποκλίθηκε με εκπληκτικό σαρκασμό, και στη συνέχεια έσπρωξε ξανά το άλογό του και τινάχτηκε μακριά.
Ασχολίαστος και ο εκπληκτικός σαρκασμός και το σπρώξιμο του αλόγου, που τώρα που το σκέφτομαι μπορεί να είχε μείνει κι από μπιτζίνα.