Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δείγματα γραφής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δείγματα γραφής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

Κανένα


Γονατίζει στη μέση του δρόμου, σφίγγει το παιδί επάνω της. Δε φοβάται μην το σκάσει, είναι ήδη νεκρό. Γύρω της η νύχτα έχει γεμίσει φωνές, λάμψεις και οσμές, μισοκοιμισμένους στρατιώτες, μισοτραβηγμένα σπαθιά και μισολιωμένα πρόσωπα. Άνθρωποι καίγονται από μέσα προς τα έξω, σαν χάρτινα φαναράκια, από τις βομβίδες με τα εισπνεόμενα ξόρκια των Απέναντι μάγων. Εκείνη αγκαλιάζει το παιδί, όλο και πιο σφιχτά, όλο και πιο σφιχτά. Δεν φοβάται μην το σκάσει.

Υγρασία στα μαλλάκια του. Τα δάκρυά της του μούσκεψαν το κεφαλάκι. 

Κάποιος περνάει από μπροστά της ουρλιάζοντας. Τρέχει, χωρίς να ξέρει πού, αφού σε ολόκληρη την πόλη δεν υπάρχει μέρος να κρυφτείς. Οι βομβίδες και τα ξόρκια τους θα σε βρουν ό,τι κι αν κάνεις. Βρεγμένα μαντήλια με νερό ή κρασί, τάχα αντίδοτα. Δεν υπάρχει αντίδοτο κανένα, σας τα είπαν κι οι πρόσφυγες, αλλά δεν τους ακούσατε.

Αίμα στην κουβερτούλα του. Από τα χέρια της, το σκοινί τής έκοψε τις παλάμες. 

Μια βομβίδα σκάει δίπλα της σφυρίζοντας. Δεν έσκασε, ίσα ράισε, και το αέριο διαφεύγει με συριγμό. Μυρίζει παράξενα, σαν πορτοκάλι και σαν ορχιδέα και σαν μανιτάρι που το μαγείρεψες και μούχλιασε στο φανάρι της αποθήκης αφάγωτο. Απλώνει τα χέρι της και μαζεύει τη βομβίδα, την κρύβει στον κόρφο της. Θέλει να πιει το περιεχόμενο όλο μόνη της. Δεν υπάρχει αντίδοτο κανένα. Δεν υπάρχει ελπίδα καμιά, σας το είπαν οι πρόσφυγες, πως ακόμα και τους προδότες τους μαρμαρώνουν και τους κρατούν στα Κονάκια τους για τρόπαια. Αλλά δεν τους ακούσατε.

Τραγουδάει στο παιδί. Δεν υπάρχει αντίδοτο. Το σφίγγει πάνω της. Κανένα. Ανασαίνει όλο και πιο βαθιά. Κανένα. Ο λαιμός της αρχίζει να την καίει.

Κάτι την σκιάζει. Βλέπει δυο πόδια, μια ρόμπα, μια ζώνη κεντημένη με χρυσό. Βλέπει τη γενειάδα που ποταμίζει ως τον αφαλό του Απέναντι μάγου.

«Α, ναι και η καλή κυρά που μας βοήθησε», ακούει την αυτάρεσκη φωνή. «Ευχαριστούμε πολύ για την εξυπηρέτηση. Ίσως να υπήρχε τρόπος να ανοίξουμε την πύλη, αλλά καλύτερα που μας έριξες το σκοινί κι ανεβήκαμε». Σκύβει και ακουμπάει ένα χέρι με μακρώνυχα δάχτυλα στο υγρό κεφαλάκι. «Λυπάμαι γι’ αυτό», λέει, κανένα συναίσθημα στη φωνή του. «Τα παιδιά είναι σαν τα πουλιά, τα πνευμόνια τους δεν αντέχουν τόσο όσο των μεγάλων».

«Γι’ αυτό έκανα ό,τι έκανα». Η φωνή της βγαίνει βραχνή, έχει εισπνεύσει αρκετό δηλητήριο κι ο λαιμός της να την καίει όλο και πιο πολύ. «Και μου στερήσατε την αμοιβή μου».

«Και τώρα θα σου στερήσω και κάτι ακόμη». Παύση μεγαλοπρέπειας. «Θα έχεις ακουστά πως τους προδότες τους μαρμαρώνουμε. Κάνουν πολύ ωραία τρόπαια, ειδικά όταν παρακαλάνε γονατιστοί για έλεος. Έλα, πάρε μια ενδιαφέρουσα στάση. Δεν είχαμε ακόμη κάποιον που να κρατάει παιδί. Θα είσαι η πρώτη μας!»

Τα μακρώνυχα δάχτυλα σαλεύουν. Άραγε πλέκουν το ξόρκι του μαρμαρώματος; Τα δικά της δάχτυλα χώνονται στον κόρφο της. Δεν υπάρχει αντίδοτο. Σφίγγει το παιδί επάνω της, υγρά τα μάτια της από τα δάκρυα, αίμα στη ραϊσμένη βομβίδα που σκάει στα πόδια του εχθρού της. Δεν υπάρχει αντίδοτο. Τον ακούει που βλαστημά, τον βλέπει που καίγεται από μέσα προς τα έξω, σαν χάρτινο φαναράκι.

Ψύχος βαρύ την τυλίγει. Το ξόρκι του μαρμαρώματος πιάνει σταδιακά. Σφίγγει το παιδί επάνω της. Τα σωθικά της την καίνε. Άραγε ποιο από τα δυο ξόρκια θα πιάσει πρώτο; Ποιο θα την σκοτώσει γρηγορότερα;

WIP

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

Αποσπάσματα 7/3-20/3/2023

Η σκέψη της κόπηκε απότομα, όταν είδε τον κελευστή να τις πλησιάζει κρατώντας στο χέρι μια ασπίδα και ένα μαχαίρι γνώριμο, λεπίδα λεπτή στη βάση και φαρδιά στη μύτη -α, μα τους θεούς, ένα κοπές, πώς βρέθηκε ως εδώ; Έσφιξε πάνω της τη μισολιπόθυμη-μισοκοιμισμένη κοπέλα, «αχ», σκέφτηκε, «αχ, ως εδώ ήταν, να, ήρθε να μας σκοτώσει, για να μην τους είμαστε βάρος», κι ύστερα τα χέρια της χαλάρωσαν σαστισμένα, γιατί ο ξένος άντρας της έδωσε την ασπίδα και το σπαθί, και το βλέμμα του έλεγε «για να γλιτώσετε τα χειρότερα» και το δικό της τού απάντησε, «λυπάμαι που νόμισα ότι εσείς ήσασταν τα χειρότερα». Η Πίλι έβαλε την ασπίδα μπρος από το σώμα της Χακίκα και έσφιξε το μαχαίρι. Αν όλα πήγαιναν στραβά, υπήρχε κι ένας θεός που θα τις δεχόταν, ο θεός Κροκόδειλος, ο θεός του επιλεγμένου θανάτου, ο θεός των αυτοχείρων.

Έσφιξε το μαχαίρι, έχουμε μια εναλλακτική ακόμη, Χακίκα, έχουμε ακόμη μια δυνατότητα.

Έσφιξε το μαχαίρι.

-- Περιστέρια, WIP

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

19 Μαΐου - Μνήμη Γενοκτονίας Ποντίων

Η Όλγα ήταν δέκα ετών. Όταν ήρθε από την περιοχή την Σμύρνης, από το τσιφλίκι του Αγίου Γεωργίου, στην καταστροφή, ήταν τεσσάρων. Αλλά στα δέκα της είχε η ζωή της πάρει να στρώνει. Είχε τη μάνα της και τον πατέρα της και τ' αδέλφια της, τρία κορίτσια κι ένα αγόρι, πράγμα που άλλα προσφυγάκια δεν είχαν. Κι είχε πάει και μια φορά στον "κενηματόγραφο".



Έτσι έλεγε στα άλλα παιδιά που έπαιζαν μαζί της, παιδιά μεγαλύτερα, που είχαν στ' αλήθεια δει στο απίστευτο θαύμα του κινηματογράφου. Κι εκείνα την κορόιδευαν, "σιγά" της έλεγαν, "μην πήγες εσύ στον κενηματόγραφο!" Αλλά η Όλγα επέμενε.



-Πήγα σας λεω! Πήγα! Κι είδα ένα άλογο δεμένο σ' ένα παλούκι και πίσω φωτιά και τ' άλογο έτρεχε γύρω-γύρω στο παλούκι και πνίγηκε και το 'καψε η φωτιά!



Τα παιδιά δεν την πίστευαν. Αλλά την πίστεψε η μάνα της, η Δημητρία του Δημητρού του Λύκου και κάτι σφίχτηκε στην καρδιά της. Ποιος πήγε το παιδί στον κενηματογράφο; Ο Δημητρός δεν είχε μαντήλι να κλάψει, θα πήγαινε τα παιδιά στον κενηματόγραφο; Άρα κάποιος άλλος την πήγε, για να λέει κιόλας ότι είδε τέτοια πράγματα άγρια, τι, από το μυαλό του τα έβγαλε το παιδί; Πολλά πράγματα άσχημα είχαν ακουστεί για τους παλιάνθρωπους που τριγύριζαν στα προσφυγικά και το χωριό τους το Κρυονέρι, εξαίρεση δεν ήταν. Κι η Δημητρία έτρεμε στην ιδέα του τι θα γινόταν το κορίτσι της όταν μεγάλωνε, αν κάποιος είχε προσβάλει την τιμή της, αν την είχε χαλάσει. Πώς θα την πάντρευε, πώς θα πάντρευε τις υπόλοιπες κόρες της και το μοναχογιό της;



Αλλά η μικρή δε θυμόταν ποιος την πήγε. Η Δημητρία την πήρε με το καλό, την πήρε με το άγριο, την απείλησε ότι θα την κουρέψει γουλί κι ότι θα την κλείσει στο ντάμι με τη γαϊδούρα, τη φιλοδώρησε με χαστούκια για να της δώσει να καταλάβει πόσο σοβαρό ήταν αυτό που είχε γίνει. Τίποτε, κόπος άδικος. Πήγε στο κενηματόγραφο, αλλά με ποιον δε θυμόταν.



Τότε η μάνα της (για να μην καταφύγει στην τρομερή λύση να το πει του Δημητρού, γιατί ποιος ξέρει τι θα έκανε και ποιον θα σκότωνε ο άντρας της) φώναξε στο σπίτι το νονό της Όλγας, που ήταν γιατρός και του είπε τι είχε γίνει. Ο γιατρός ήταν άνθρωπος μορφωμένος κι έξυπνος, κάτι θα ήξερε, ποιος είχε φήμη ότι τριγυρίζει μικρά κορίτσια στο χωριό; Αλλά εκείνος είχε άλλη γνώμη, αντί να λέμε κουβέντες στον αέρα, άσε με να μιλήσω εγώ με τη μικρή. Μπορεί εμένα που δε με ντρέπεται ("και δε με φοβάται", θέλησε να συμπληρώσει αλλά δεν το έκανε, γιατί η Δημητρία ήταν γυναίκα σκληρή με ξένους και δικούς το ίδιο) να μου πει ποιος ήταν μαζί της.



Πήρε λοιπόν την Όλγα ο νονός της και την πήγε μια ωραία βόλτα. Την πήγε στην πλατεία του χωριού και της αγόρασε σάμαλι κι ένα μπουκάλι γάλα. Κι όταν γύρισαν στο σπίτι, η καημένη η Όλγα τού χάιδευε το χέρι σαστισμένη κι εκείνος έκλαιγε, έτρεχαν τα μάτια του νερό. Η Δημητρία τούς περίμενε στην πόρτα κι άγριος φόβος έτρωγε τα σωθικά της, να βλέπει το γιατρό έτσι, ποιος ξέρει τι του είπε το παιδί, ποιος ξέρει ποιο κακό χειρότερο έχει γίνει. Στείλανε τη μικρή στο σπίτι, σκούπησε τα μάτια του ο άντρας κι είπε σιγανά:



-Δημητρία, το παιδί στον κινηματογράφο δεν πήγε. Όταν φεύγαμε από την πατρίδα, θυμάσαι που περάσαμε από το χάνι που καιγόταν, εσείς επάνω στο κάρο, με το παιδί αγκαλιά κι εμείς ποδαράτοι. Εκεί, στο χάνι που καιγόταν, είχε κάποιος ξεχάσει ένα άλογο δεμένο, που πνίγηκε και κάηκε. Αυτό θυμάται το παιδί, Δημητρία. Κι ο Θεός να βάλει το χέρι του, νομίζω δε θα το ξεχάσει ποτέ.






Η Όλγα πέθανε πρόπερσι κοντά στα εκατό. Ο αδελφός της ο Γιώργης έκανε δυο κόρες και της μεγάλης του κόρης της Δήμητρας κόρη είμαι εγώ. Κι ο γιατρός είχε δίκιο, η Όλγα θυμόταν εκατό χρονώ γιαγιούλα το άλογο και τη φωτιά. Όπως θα θυμόμαστε όλοι όσοι έχουμε έστω λίγο προσφυγικό αίμα στις φλέβες μας, Πόντιοι ή άλλοι, ότι κάποτε μας στέρησαν το δικαίωμα να ζούμε κάτω από τον ουρανό της πατρώας γης.



Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Οι Τελευταίες Μέρες με Τυρί

Σημείωση της γραφούσης: για λόγους καριέρας, τα φλασάκια θα αποσυρθούν από το ιστολόγιο. Καλώς εχώντων των πραγμάτων, μπορεί να τα δούμε και τυπομένα σε κανένα χρόνο ή και συντομότερα.

(Απομένουν 21-1 =20 flash fiction stories ως το Πάσχα)

Εγώ ο Κρόνος, [...]

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Στο Έλεος των Προφητών

Σημείωση της γραφούσης: για λόγους καριέρας, τα φλασάκια θα αποσυρθούν από το ιστολόγιο. Καλώς εχώντων των πραγμάτων, μπορεί να τα δούμε και τυπομένα σε κανένα χρόνο ή και συντομότερα.

(Απομένουν 22-1 =21 flash fiction stories ως το Πάσχα)


Εγώ, ο Αιθήρ, [...]

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Στοιχήματα

Ξέρω, ξέρω. Έχω παραμελήσει το ιστολόγιο και μαζί κι εμένα κι εσάς. Αλλά απόψε το πήρα απόφαση. Ακούω The Monkees (και πιο συγκεκριμένα το I'm not your stepping stone) και για κάποιον λόγο μυστήριο αυτό το τραγούδι με μπρίζωσε απίστευτα.

Κι εγώ από το μπρίζωμα, ανασταίνω το ιστολόγιο , και βάζω κι ένα στοίχημα με τον εαυτό μου: Μέχρι το Πάσχα, θα έχω γράψει 23 flash fiction stories, κομπλέ, και όταν θα τελειώνει ένα θα το ανεβάζω εδώ, στην απαίδευτη μορφή του, την αρχική. Αργότερα, προς Σεπτέμβρη μεριά, ίσως βρω και κάποιον που θα θέλει να τα δει τυπωμένα σε χαρτί μαζί με τα υπόλοιπα 33 αδελφάκια τους που έχουν ήδη γραφτεί. Αλλά δε θα πω άλλα, διότι πέραν των υπολοίπων ελαττωμάτων μου, είμαι και προληπτική, η sus scrofa.

Αυτά προς το παρόν. Πάω να γράψω κατιτί και τα ξαναλέμε, πιθανόν και αύριο για την πρώτη ανάρτηση.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Το Τραγούδι του Ζητιάνου της Φωνής

Δεν ξέρω κατά πόσο ακούγεται αστείο ή αναμενόμενο αυτό, αλλά αγαπώ πάρα πολύ τα δημοτικά τραγούδια. Δεν ξέρω καν το γιατί, ίσως επειδή το δεκαπεντασύλλαβο ιαμβικό είναι συνυφασμένο με ανθρώπους που αγαπώ, ή ακόμη μπορεί να φταίει η προτίμησή μου για την τραχιά παράδοση. Γεγονός πάντως είναι ότι έχω άπειρες φορές προσπαθήσει να γράψω κάτι που να μοιάζει με δημοτικό τραγούδι, με όχι και τόσο αξιοπρεπή αποτελέσματα τις περισσότερες φορές. Όπως αυτή εδώ, που γράφτηκε στα πλαίσια μιας μεγαλύτερης ιστορίας (ίσως κάποια φορά με πιάσει η νοσταλγία και σας τα διηγηθώ για να γελάσετε) και που τραβάει κάπως σε μάκρος, αλλά τελικά βρίσκει μια κάποια λύση. Τη θυμήθηκα μιας και εδώ, είχαμε μια ωραία κοντρίτσα με ιστορίες που έχουν σαν κύριο θέμα το τραγούδι.

Οι στρατιώτες που συνόδευαν το γερο-ζητιάνο στάθηκαν προσοχή μπροστά στο Σεγεμέρι, άρχοντα του Γκουρ. Για μια στιγμή επικράτησε ησυχία, καθώς οι καλεσμένοι του αναρωτιόνταν τι θα έκανε στο γερο-ζητιάνο. Στο Σεγεμέρι άρεσε αυτό.
Σηκώθηκε από το μαρμάρινο θρόνο του, τον καλυμμένο με δέρματα ζώων κι ύψωσε την καθαρή φωνή του:
-Φίλοι μου, απόψε συνέβη κάτι τόσο υπέροχο, που η καρδιά ίσα που αντέχει να μην αναλυθεί σε δάκρυα. Απόψε, ύστερα από δέκα χρόνια, μπορώ να σφίξω στην αγκαλιά μου την ετεροθαλή αδελφή μου, από ίδια μάνα και άλλο πατέρα, που η Μοίρα και η κακία των ανθρώπων κρατούσε μακρυά μου. Και δεν έφτανε η χαρά που την ξαναβρήκα, μα οι αθάνατοι θεοί θέλησαν να είναι η ευγενέστερη κόρη του Γκουρ, η ωραία Διαλκός. Έτσι, για χάρη της μοναχά, έστειλα να φέρουν από την αγορά αυτόν που όλοι γνωρίζουμε σαν Ζητιάνο της Φωνής, τον περιπλανώμενο τραγουδιστή. Εδώ, μπροστά σ’ όλους, τον παρακαλώ να πει ένα τραγούδι, που να χαϊδέψει τ’ αυτιά της αδελφής μου.
Ο ζητιάνος χάιδεψε τα κρόταλα που κρατούσε και χαμογέλασε.
-Για χάρη της Διαλκός, λοιπόν, είπε και το χαμόγελο του είχε μια ανεξιχνίαστη χροιά.


Ο Σεγεμέρι ζήτησε τα κρόταλα να πιάσω
’γω, ο Ζητιάνος της Φωνής, για της Διαλκός τη χάρη,
της κόρης της μονάκριβης, που μες σ’ αυτήν την πόλη
δεύτερη δε γεννήθηκε, ευγένεια τόση να ’χει.
Ω, ναι, για χάρη της Διαλκός θα πω εγώ τραγούδι
με μάγους και εξορκιστές κι ωραίες πριγκηπέσσες
και συκοφάντες άτιμους, δυστυχισμένες σκλάβες
και σώματα που πιάστηκαν στου έρωτα το δίχτυ.
Μίλα τραγούδι μου γλυκό, κελάηδα μια ιστορία,
όχι σταλμένη στο μυαλό απ’ το Θεό της Γνώσης,
ούτε από μύρια ξωτικά ονειροφαντασμένα
σιγά που ψιθυρίστηκε μια νύχτα στα αυτιά μου,
μα από βόρειο άνεμο και μυρωμένη αύρα
φερμένη, γιατί αληθινά – όσα θα πω– συμβήκαν.
Μιλήστε νότες μαγικές για μάγο γεννημένο
στην πόλη την πανάρχαια, τ’ Άγιο Πουσού- Νελέλι,
που σπάρθηκε παράνομα στης μάνας του τη μήτρα,
της θεϊκής Πορανιμός και που ο Μεγάλος Άκι,
ο βασιλιάς των γητευτών, των μάγων ο ιερέας,
σαν γιο του τον ανέθρεψε και Ρούμπουντι τον είπε.
Πες μου για την καμπούρα του, το θλιβερό ψεγάδι,
μα πες και για το πρόσωπο, π’ αγγελικό το είχε.
Και τούτος σαν μεγάλωσε κι άντρας πια είχε γίνει,
έπεσε ο Άκι ο γητευτής άρρωστος στο κρεβάτι
κι αγκομαχούσε κι ένιωθε κοντά το θάνατό του.
Έστειλε και του φώναξαν τον Ρούμπουντι και του ’πε:
«Παιδί μου, που άλλο εγώ ποτέ δεν πρόκειται να έχω,
σκύψε να πάρεις συμβουλή απ’ έναν που πεθαίνει.
Πολλές φορές σου έχω πει για τα ιερά βιβλία
και τις γραφές των μάντεων και των οιωνοσκόπων,
αλλά ποτέ δεν τόλμησα στο τρυφερό μυαλό σου
να βάλω δύο πράγματα φρικτά, ματοβαμμένα.
Άκου λοιπόν και πρόσεξε, λέξη μου να μη χάσεις:
Το πρώτο – που το γνώριζες κι ας μην στο είχα μάθει-
είναι πως μάγος δεύτερος να γεννηθεί δεν είναι
τη δύναμη των μαγικών που να ’χει σαν κι εσένα.
Αφού καμπούρης γητευτής, αγγελοπροσωπάτος,
στη μήτρα της μητέρας του παράνομα σπαρμένος,
είναι γραφτό πιο δυνατό στα μάγια να μην έχει.
Το δεύτερο –ω συμφορά και δυστυχία πόση!-
είναι πως πέρα απ’ τα βουνά, στους πρόποδες των Λόφων,
όπου από πάντα κατοικεί η Γραία Κουκουβάγια,
ζει κάποιος, που Κουρίκι – γι τον λεν στα παραμύθια
και Μέγα Πανικοβλητή και Δαιμονοσπαρμένο
και Μέγα Μάγο, που διψά για γητευτών τη σάρκα
και πίνοντας το αίμα τους τούς παίρνει την ψυχή τους,
την τέχνη της γητείας τους και τη γλυκειά ανάσα.
Μα σκύψε, τρόπο να σταλθεί μακρυά από εσένα
σιγά, πολύ ψιθυριστά στ’ αυτί σου εγώ να ψάλλω.»
Κι έσκυψε ο νέος γητευτής κι έμαθε τη γητεία ,
το φοβερό Κουρικι-γι μακρυά του πώς να διώχνει
κι ύστερα ο Άκι πέθανε, των μάγων ο ιερέας.
Πέρασε κάμποσος καιρός. Κι ο Ρούμπουντι στα στήθια
μεγάλη φλόγα ένιωσε του έρωτα ν’ ανάβει
για μια κυρά που Μπροκεμός τη φώναζαν οι εχθροί της
και Μοσχανάθρεφτη οι λοιποί κι Αγαπημένη οι φίλοι.
Μα έλαχε, όμως και αυτή δωσμένη την καρδιά της
να έχει σ’ έναν έμπορο, πραματευτή βλαστάρι,
που Εγκερέκι γνώριζαν όλοι πως τονε λένε
Μια νύχτα χειμωνιάτικη, δαιμόνων κατοικία,
Σε μία καλύβα ο Ρούμπουντι βαθιά συλλογιζόταν
Όταν τελείως ξαφνικά και δίχως να χτυπήσει
Ένας χωριάτης όρμησε στα πόδια του να πέσει.
Λέει του: «Μάγε Ρούμπουντι, του Άκι εσύ βλαστάρι,
σώσε την Εκ που δαίμονες τρεις μήνες την ξετρέχουν,
το κάστρο που μοναδικό, ατίμητο πετράδι
καταμεσής στη θάλασσα στέκει σαν οπτασία.
Βοήθα με, που μ’ έστειλε ο άρχοντας Εμπόζι
να σε ‘βρω και να σκοτωθώ σ’ αυτόν αν δε σε πάω».
Κι έφυγε ο Ρούμπουντι μαζί με το δειλό χωριάτη.
Δεν είπε σε κανένανε το λόγο που μισεύει,
ω, συμφορά του δύστυχου κι αυτό ήταν ο χαμός του.
Γιατί δυο μέρες έπειτα στο σπίτι των γονιών της
έπεσ’ η Μπροκεμός βαριά άρρωστη στο κρεβάτι
κι ούτε γιατρός, ούτε θεός, μάγος ή ιερέας
δε μπόρεσε πότε να βρει τι να’ ναι αυτό που έχει.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Σ’ ολόκληρη την πόλη
οράματ’ εμφανίστηκαν, φαντάσματα, δαιμόνια,
σεισμοί συμβήκαν, πανικό, τρόμο παντού σκορπώντας
και μύριες άλλες συμφορές πα’ στο Πουσού- Νελέλι.
Κι αναρωτιόνταν οι θνητοί, ποιου φοβερή μαγεία
τέτοια βασανιστήρια την πόλη έχει γεμίσει.
Μα μες τις τόσες συμφορές, δίπλα κάποιος θρηνούσε,
μια κοπελιά ’μορφοθώρη, στου έρωτα τη φλόγα
το δροσερό της το κορμί που’ χε καψαλισμένο
γιατί χωρίς καμία ντροπή και δίχως να το λέει,
το Ρούμπουντι ελάτρευε, το μάγο γιο του Άκι.
Και ήταν η κοπέλα αυτή της Μπροκεμός η σκλάβα,
η Άμκος, η γλυκόφωνη, η αηδονολαλούσα,
που καλοκαίρια είκοσι είχαν μόνο περάσει
από τη μέρα που οι θεοί την έδωσαν στον κόσμο,
το όμορφο της βάδισμα και το θεϊκό χορό της
να βλέπουν και να ευφραίνονται οι άνθρωποι τριγύρω
και που απ’ όλους τους θνητούς, όλους τους αθάνατους
το Ρούμπουντι ξεχώριζε πιο όμορφο να λέει
και την αστεία καμπούρα του δε λόγιαζε γι’ ασχήμια
μα για προνόμιο από θεό και δαίμονα δοσμένο.
Πολλοί μεγάλοι άρχοντες το χέρι της ζητούσαν,
όμως εκείνη έμενε στης Μπροκεμός το πλάι
κι άλλος κανείς δεν πίστευε πως γίνεται να είναι
απ’ τον καμπούρη γητευτή πιο νόστιμα φτιαγμένος,
κι άλλος κανείς δεν ήξερε τον τρυφερό καημό της
από το μαξιλάρι της και τ’ απαλό της στρώμα.


Η ευγενέστερη κόρη του Γκουρ σάλεψε στο κάθισμά της, νιώθοντας μια υποσυνείδητη ανησυχία. Το βλέμμα του Ζητιάνου της Φωνής σπάνια τη συναντούσε, είχε όμως την αόριστη εντύπωση ότι ήταν μονίμως καρφωμένο πάνω της. Χωρίς να ξέρει γιατί, η Διαλκός έδωσε με τη φαντασία της τη δική της μορφή στην Άμκος.


Μα έξι μήνες έπειτα, μες το Πουσού- Νελέλι
ενός αρχόντου φάνηκε ο γιος, ξενομερίτης
απ’ το Βορρά ή απ’ το Νοτιά κανείς δεν είχε μάθει.
Το μόνο που ’ξεραν γι’ αυτόν ήτανε τ’ όνομά του:
τον έλεγαν Καλίκι-γι, κι ήταν ταξιδεμένος,
κατείχ’ όλα τα μαγικά κι όλα τα αντιξόρκια
για τις γητείες που κακό κι αρρώστια προξενούσαν.
Ζήτησε και προσκύνησε το βασιλέα Ούλι,
της άμοιρης της Μπροκεμός το δύστυχο πατέρα
και με περίσσια πονηριά του λέει τέτοια λόγια:
«Ω, Ούλι, άξιε άρχοντα που όλοι σε λογιάζουν
για παντογνώστη, πάνσοφο, μα και γι’ ανοιχτοχέρη
και που κατάρα μαγική σ’ έχει δυστυχισμένο,
εγώ είμαι ο Καλίκι-γι, ο πρώτος ξορκοσπάστης,
ο γείτονας των ξωτικών, ο φίλος των νεράιδων
και του Θεού της Μαντικής, ο πρώτος ιερέας,
που μέγιστο προνόμιο, μονάχα εγώ κατέχω
να βλέπω στα θολά νερά της Λίμνης της Αντάρας
κι από τον προστάτη μου Θεό χρησμό εγώ να παίρνω.
Μια μέρα, εκεί που κοίταγα μες τα νερά της Λίμνης,
που δείχνει τα συμβαίνοντα, δείχνει τα περασμένα,
δείχνει και τα μελλούμενα να γίνουν απ’ τη Μοίρα,
είδα την κόρη σου τη μία, τη Μοσχαναθρεμμένη
στο στρώμα να ψυχορραγεί, να βαριαναστενάζει
κι έναν καμπούρη όμορφο κρυφά να τη γητεύει
ψέλνοντας, όσο μάγευε, ετούτα ’δω τα λόγια:
“Τη Μπροκεμός την όμορφη και το Πουσού-Νελέλι
από τη ρίζα της καρδιάς διαμονοκαταριέμαι,
αρρώστια στο κεφάλι της και συμφορές στην πόλη,
αφού εμένα γι’ άντρα της δε δέχτηκε να πάρει.”
Τότε φουριόζος ντύθηκα με ταξιδιώτη ρούχα
κι ήρθα εδώ στην πόλη σου, ω Ούλι, άρχοντά μου,
το άδικο και το κακό με μιας να ξεριζώσω
με μαγικά περίπλοκα που μ’ έμαθε η Τύχη».
Κι ευθύς φωνές ακούστηκαν μες το Πουσού-Νελέλι,
φωνές που κατηγόρησαν το Ρούμπουντι το μάγο
για τις περίσσιες συμφορές που μήνες τους χτυπούσαν
και για της Μοσχανάθρεφτης τη φοβερή αρρώστια.
Κι ορκίστηκε ο πραματευτής, ο ωραίος Εγκερέκι
να μη ’συχάσει πουθενά, ποτέ να μη δροσέψει
τα κουρασμένα χείλια του με νάμα από πηγούλα,
πριν βρει αυτόν που σπάραζε τη Μπροκεμός με μάγια
και με μαχαίρι κοφτερό το αίμα του να χύσει.
Μα και της Μοσχανάθρεφτης ο δύστυχος πατέρας
όρισε πλούσια αμοιβή να δώσουν σ’ όποιον φέρει
τον άτιμο που μάγεψε τη λατρευτή του κόρη.
Μα όσο πολλά, όσο παλιά, όσο αρχαία μάγια
κι αν έκαν’ ο Καλίκι-γι, δεν έσπαγε η κατάρα.
Κι έτσι στου μίσους το ρυθμό τ’ Άγιο Πουσού-Νελελι
χόρευε για τον άμοιρο, νέο, καμπούρη μάγο.
Και μόνο η Άμκος δε μπορεί το μάγο να μισήσει
γιατ’ είν’ βαθιά λαβωματιά ο έρωτας στα στήθια.
Έτσι τη σκλάβα διάλεξε, την αηδονολαλούσα,
το φάντασμα του βασιλιά των γητευτών, του Άκι,
και μπρος της εμφανίστηκε μια δροσερή αυγούλα.
Λέει της: «Άμκος, όμορφη, εμένα μη φοβάσαι,
τι θλιβερό είμαι φάντασμα, όραμα συννεφένιο
και τους θνητούς αδύνατο είναι το να τους βλάψω.
Άκου: αν το θετό μου γιο αλήθεια συ συντρέχεις
στην Πύλη των Ταλαίπωρων τρέξε το δίχως άλλο,
βγες απ’ την πόλη κι όρμησε στα καρπερά χωράφια
και μόλις δεις το σπλάχνο μου, πες του να σταματήσει
και μίλα για ότι έγινε μες το Πουσού-Νελέλι
όσο κακία μαγική στην Εκ τον είχε στείλει.
Εγώ μπροστά στο Ρούμπουντι είν’ απαγορευμένο
σα φάντασμα να εμφανιστώ, γιατί ‘ναι ψυχογιός μου.
Μα σ’ εξορκίζω σ’ ό,τι θες, τρέξε να τον προφτάσεις
πριν μπει στην πόλη και νεκρός πέσει στο χώμα κάτω.»
Κι η Άμκος, δίχως να σταθεί, έτρεξε προς την Πύλη
και βρήκε τον καμπούρη γιο του Άκι να οδεύει
προς τη γενέθλια πόλη του και του ’πεσε στα πόδια:
«Λυπήσου με τη δύστυχη, ω μάγε πιο μεγάλε
απ’ όλους τους ανίδεους που γητευτές περνιούνται.
Λυπήσου και τα νιάτα σου, τ’ ωραίο πρόσωπό σου,
λυπήσου τις προσπάθειες που έκανε ο Άκι
μεγαλωμένο να σε δει και άξιο παλικάρι.
Σ’ αυτήν την πόλη, που πολλούς μήνες μακριά ’χεις λείψει,
όλοι ζητούνε θάνατο άγριο να σου δώσουν
τι έπεσε η Μπροκεμός άρρωστη στο κρεβάτι
από μαγείες δυνατές, δικές σου όπως πιστεύουν
και μύριες όσες συμφορές χτυπήσανε την πόλη,
οράματ’ εμφανίστηκαν, φαντάσματα, δαιμόνια,
σεισμοί συμβήκαν, πανικό, τρόμο παντού σκορπώντας.
Κι ο Εγκερέκι έχει ορκιστεί, ο έμπορος ο ωραίος,
να μη ’συχάσει πουθενά, ποτέ να μη δροσέψει
τα κουρασμένα χείλια του με νάμα από πηγούλα
πριν βρει αυτόν που σπάραξε τη Μπροκεμός με μάγια
και με μαχαίρι μυτερό το αίμα του να χύσει.
Μα και της Μοσχανάθρεφτης ο δύστυχος πατέρας
όρισε πλούσια αμοιβή να δώσουν σ’ όποιον φέρει
τον άτιμο που μάγεψε τη λατρευτή του κόρη.
Μ’ έστειλε ’δω το φάντασμα του Άκι, του Μεγάλου,
που σαν παιδί σ’ ανάθρεψε, να σε προειδοποιήσω
αφού μονάχα εγώ μπορώ για σένα αγάπη να ’χω
απ’ όλους όσους κατοικούν μες το Πουσού-Νελέλι.
Συμπάθα με, αν προσβολή για σένα ο ερωτάς μου
είναι, μα ξέρε ότι κανείς άλλος δεν το’ χει μάθει
κι ότι γνωρίζω πως ποτέ τη Μπροκεμός με μάγια
δε θα ’δενες δαιμονικά, αφού αγάπη τόση
για κείνη κρύβεις στην καρδιά, όση κι εγώ για σένα.»
Τότε ο καμπούρης σάστισε, μ’ όσ’ έμελλε ν’ ακούσει
-η Αγαπημένη άρρωστη, τ’ Άγιο Πουσού-Νελέλι
καταραμένο κι εχθρικό, ο έρωτας της Άμκος-
κι απ’ τα γαλάζια μάτια του δροσοσταλίδες στάξαν
κι είπε χωρίς καμμιά ντροπή που ’κλαιγε σα γυναίκα:
«Τα όσα μου ’πες στην καρδιά μού μπήξανε μαχαίρι,
τα μέλη μου δεν υπακούν, ο νους σ’ ανεμοζάλη,
σαν πεθαμένος έμεινα με τα φρικτά π’ ακούω.
Μα αν στ’ αλήθεια μ’ αγαπάς και θέλεις να με σώσεις
οδήγησέ με σε μικρό και ταπεινό καλύβι
κι όταν θα γίνει αυτό, πολύ σκληρά θα προσπαθήσω
με ξόρκια και με μαγικά να δω ποιος με ξετρέχει
και πεθαμένο θέλει με, δίχως να του ’χω φταίξει.»
Κι η Άμκος τον οδήγησε σε ταπεινό καλύβι
έξω απ’ τα τείχη της παλιάς και δοξασμένης πόλης,
τον έλουσε, τον έντυσε, του έβαλε να φάει
και το σκυφτό το σώμα του λίγο να ξεκουράσει
με ύπνο ευεργετικό, φάρμακο για τις έγνοιες
κι ύστερα του διηγήθηκε τα όσα είχαν γίνει
τους έξι μήνες που μακριά ο Ρούμπουντι βρισκόταν.
Κι όταν το λόγο έπαψε της Μπροκεμός η σκλάβα,
ζάρωσαν του καμπούρη γιου του Άκι τα δύο φρύδια
και με φωνή ψιθυριστή απ’ τον πολύ τον τρόμο
είπε της Άμκος: «Φίλη μου μοναδική στην πόλη,
ετούτος ο Καλίκι-γι είναι ο Μέγας Μάγος,
ο Μέγας Πανικοβλητής, ο Δαιμονοσπαρμένος.
Ο βασιλιάς των γητευτών, ο πεθαμένος Άκι
με μιας θα αναγνώριζε στον ταξιδιάρη ξένο
τον ύπουλο Κουρίκι-γι, θα τον πετροβολούσε,
προτού δείξει την πείνα του για γητευτών τη σάρκα
και πίνοντας το αίμα τους, τους πάρει την ψυχή τους.
Τώρα ο Άκι βρίσκεται στων Άσαρκων τη Χώρα
και πριν πεθάνει μυστική και φοβερή μαγεία
μ’ έμαθε, τον Κουρίκι-γι μακρυά εγώ να διώχνω,
αφού αυτός την τέχνη μου θέλει να αποκτήσει
παίρνοντας δίχως λύπηση τη νεαρή ζωή μου.
Έχ’ όμως ένα σχέδιο.» Και πριν το στόμα κλείσει
στον άνεμο σχημάτισε με το δεξί του χέρι
δύο σύμβολα πανάρχαια, απ’ όλους ξεχασμένα
ακόμα κι από γητευτές γέρους, ’καταχρονίτες,
ακόμα κι απ’ το δαίμονα που ‘θελε να νικήσει,
το έν’ αλλάζει τη μορφή, το άλλο τη φωνή του
και μπρος στην Άμκος στάθηκε, όχι πια σαν καμπούρης,
μα σαν πολέμαρχος παλιός, στη μάχη γερασμένος,
με έντεκα λαβωματιές στ’ άγριο πρόσωπό του.
Σάστισ’ η σκλάβα βλέποντας τη μεταμόρφωσή του,
μα ο Ρούμπουντι της μίλησε ημερωμένα λόγια
κι έτσι το ίδιο απόγευμα, το κάθισμα του Ούλι
προσκύνησε ο γητευτής, άλλη θωριά φορώντας,
τέτοια που ο Κουρίγι-γι να μην αναγνωρίσει
το θύμα του στον άγνωστο που έφερε η Άμκος
και ιστορία ψεύτικη άρχισε να διηγείται:
«Μακρυά, στα μέρη που την Εκ γλυκά-γλυκ’ αγκαλιάζουν
την πόλη που πιστεύεται πως ζει ο Θεός της Γνώσης,
πρι δεκαεφτά μερόνυχτα, συνάντησα έναν μάγο,
εγώ, του Μουσουμί ο γιος, ο Έγι ο αντρειωμένος,
κι ήτανε μάγος δυνατός αφού τα τραύματά μου
δίχως ’πιδέσμους κι αλοιφές γιάτρεψε σε μια νύχτα.
Τον ρώτησα για όνομα ποιο να του είχαν δώσει
κι είπε: “Μαέβι λέγομαι κι απ’ το Πουσού- Νελέλι
την πόλη την πανάρχαια είν’ η καταγωγή μου.
Γεννήθηκα παράνομα, με κρύψαν απ’ τον κόσμο
κι έτσι κανείς δεν έμαθε τ’ ότι εγώ υπάρχω.
Ήμουν μαθητευόμενος στο Ρούμπουντι το μάγο,
που με περίσσεια πονηριά την πόλη έχει μαγέψει
και ’γω κατέχω μονάχα γητεία να τη σώσω.
Μ’ αν δίκαια σε γιάτρεψα ξεπλήρωσέ με έτσι:
Πάρε το δρόμο δυτικά, ώσπου στη λίμνη φτάσεις
που Ζίμεμε αποκαλούν οι άμυαλοι χωριάτες
κι εκεί περίμενε να ’ρθει μια σκλάβα από την πόλη,
η Άμκος η γλυκόφωνη, του Ούλι περιουσία
και ζητά στον αφέντη της με βιάση να σε πάει,
και σαν ετούτα όλα συμβούν, γονάτισε μπροστά του
στον παντογνώστη, πάνσοφο κι ανοιχτοχέρη Ούλι
και μίλα του για το κακό που χτύπησε την πόλη
πες του για τα οράματα μα και για τα δαιμόνια,
για τους σεισμούς, που πανικό και τρόμο έχουν σπείρει
και για τις άλλες συμφορές στην πόλη που ’χουν πέσει.
Πες του να ψάξει και να βρει τον πιο καταραμένο
απ’ όλους όσους βρίσκονται μες το Πουσού-Νελέλι
και κάνοντας του χαρακιά με ιερό μαχαίρι
από γαγάτη και χρυσό, με πέρλες στολισμένο
ν’ αφήσει αίμα κόκκινο να τρέξει προς τη Δύση.
Και τότε μάγος δυνατός, μεγάλος ξορκοσπάστης
το αίμα το τρεχούμενο στο στόμα του ας βάλει
κι ας κάνει τις γητείες του, η συμφορά να φύγει.”
Κι εγώ αμέσως δέχτηκα, τι όντως του χρωστούσα
όχι μονάχα τη ζωή μα και τα λογικά μου.
Κι ήρθα σε σένα, άρχοντα, μπροστά γονατισμένος,
τον ευεργέτη φίλο μου για να ευχαριστήσω
και να προσθέσω: Αψήφιστα, ‘νος γητευτή τα λόγια
μην παίρνεις Ούλι, άρχοντα, μέγα κακό μη σ’ έβρει.»
Ο Ούλι πίστεψε του γιου του Μουσουμί τα λόγια
κι αμέσως διάτα έβγαλε τον πιο καταραμένο
στην πόλη την πανάρχαια να βρουν και να συλλάβουν
μα ο Έγι τον σταμάτησε και ρίχνοντας τα μάτια
πικρά-πικρά και ταπεινά του σιγοψιθυρίζει:
«Μην ψάχνεις άλλο, άρχοντα, τον πιο καταραμένο
αφού μπροστά σου φάνηκε με θέλημα δικό του.
Εγώ κατάρες έντεκα φέρω στην κεφαλή μου,
δύο από κύρη, δύο από γιο και πέντε από μάνα
και δύο απ’ τη γυναίκα μου που πολυαγαπούσα
και που μαγεία πρόστυχη την πήρε από κοντά μου.
Γι’ αυτό, ω Ούλι άρχοντα, πάρε ιερό μαχαίρι
και κόψε με, το αίμα μου να τρέξει προς τη Δύση.
Μα πριν τα κάνεις όλ’ αυτά βρες ένα άξιο μάγο
που τη γητεία να μπορεί, δίχως πολύ, να σπάσει
έχοντας μες το στόμα του το κόκκινο μου αίμα.
Τάξε μου όμως πως μπροστά στην τελετή ετούτη
θα ’ναι η ωραία κόρη σου, που Μπροκεμός φωνάζουν
κουβαλητή στο στρώμα της, όσο άρρωστη κι αν είναι
και πως το ιερατικό μαχαίρι θα κρατήσει
ο πιο ωραίος έμπορος, νομίζω Εγκερέκι
το όνομα του έδωσαν σαν ήρθ’ εδώ στον κόσμο
κι ακόμα πως θα ‘ναι μπροστά ολόκληρη η πόλη
νέοι και γέροι άνθρωποι, γυναίκες, τα παιδιά τους,
οι άντρες τους κι οι ιερείς όλων των αθάνατων.»
Σάστισ’ ο Ούλι, ακούγοντας τα όσα είπε ο ξένος,
μα δέχτηκε και όρισε το ξόρκισμα να κάνει
ο ίδιος ο Καλίκι-γι, ο αίτιος των όλων
κι ο Μέγας Μάγος είπε ναι, γιατί δεν είχε νιώσει
ο γιος του γέρο-Μουσουμί το θύμα του πως ήταν.
Και μες του Ούλι την Αυλή την αρχοντοχτισμένη
μαζεύτηκαν οι άνθρωποι το ξόρκι να θαυμάσουν.
Και σε κρεβάτι πλουμιστό, μ’ υφάσματα σκιασμένο,
ξάπλων’ η ωραία Μπροκεμός, η Μοσχαναθρεμμένη
μες τη βαριά αρρώστια της, ξεχνώντας όλα τα’ άλλα.
Κι ο Εγκερέκι ο έμπορος, ο πολυταξιδιάρης,
κρατώντας με το χέρι του ιερατικό μαχαίρι,
κι ο Ρούμπουντι με μαγικά ‘λλαγμένη τη θωριά του
Που ‘μοιαζε με πολέμαρχου, στη μάχη γερασμένου,
μαζί με τον Κουρίκι-γι, το Δαιμονοσπαρμένο,
κρυφά π’ αναρωτιότανε τι να ‘ναι αυτό το ξόρκι.
Κι έδωσ’ ο Ούλι εντολή ν’ αρχίσουνε τα μάγια
κι ο Εγκερέκι σήκωσε το ιερό μαχαίρι
και το κατέβασ’ απαλά στου Ρούμπουντι το μπράτσο.
Το αίμα έτρεξ’ άλικο από τη μαχαιριά του
και κύλησε στα δυτικά ως όριζε η μαγεία.
Τότε η σειρά του γητευτή ήταν να ενεργήσει
και σκούπισε τα αίματα με το δεξί του χέρι
κι αμέσως, δίχως άργητα, στο στόμα του τα φέρνει,
μα πριν προλάβει μαγικά άλλα να ξεστομίσει,
τα αίματα ταράχτηκαν μέσα στα σωθικά του
και του ‘δωσαν την όψη του αυτήν που πάντα είχε:
Μούρη ψαριού, μάτια φιδιού, γλώσσα από καλαμάρι,
χέρια και πόδια πίθηκου και σώμα από δράκο,
ελεφαντίσια η μύτη του κι ανθρώπινη η μιλιά του.
Κι όση ώρα με τα αίματα πάλευε και λυσσούσε
με μανιασμένη απελπισιά έλεγε του καμπούρη:
«Σκύλε, καμπούρη, ανίκανε μάγο να σε φωνάζουν!
Νομίζεις πως με νίκησες και μ’ έχεις του χεριού σου!
Όμως εγώ το πρόβλεψα πως θα μ’ ανακαλύψεις
κι άπρακτο στον πατέρα μου θα θέλεις να με στείλεις.
Μάθε λοιπόν της Μπροκεμός τα μάγια πως δε σπάνε,
αφού το ξόρκι ευλόγησε της Κόλασης ο Αφέντης
κι ως τα βαθιά γεράματα έτσι θα παραμείνει.
Τη μαγική την τέχνη σου, ψυχή και τη ζωή σου
ζητούσα εγώ να καρπωθώ, κι αφού δεν θα την έχω
θλίψη και πόνο και οργή σου δίνω χάρισμά σου
με μάγια που αρρώστησαν τη Μοσχαναθρεμμένη.
Κι εσένα Ούλι ανόητε κι ονειροφαντασμένε
χαρίζω σου την πόλη σου τι πλέον δε με νοιάζει.»
Κι ενώ όλοι κοιτούσανε το τέρας που μιλούσε
ο Ρούμπουντι απόχτησε ξανά την πρώτη όψη.
Δεν ήταν πια πολέμαρχος, ο αντρειωμένος Έγι
αλλά ο αγγελοπρόσωπος καμπούρης μάγος πάλι
και με πλατύ χαμόγελό πλησίασε το στρώμα
που κείτονταν η Μπροκεμός κι είπε αυτά τα λόγια:
«Λάθος Μεγάλε Γητευτή, ω Δαιμονοσπαρμένε,
το ξόρκι που ‘χω έτοιμο δεν έχει όμοιό του
και σπάει γητείες μυστικές και φανερές το ίδιο,
αφού καμπούρης είμαι εγώ, αγγελοπροσωπάτος,
στη μήτρα της μητέρας μου παράνομα σπαρμένος
και τα δικά μου μαγικά κανείς δεν τα νικάει!»
Είπε κι ευθύς πασάλειψε τον Εγκερέκι μ’ αίμα
και πρόσταξε τον έμπορο στη Μπροκεμός να σκύψει
με ματωμένο πρόσωπο φιλί να της χαρίσει.
Ο έμπορος υπάκουσε κι η Μοσχαναθρεμμένη
σηκώθηκε, τα μαγικά είχανε πλέον σπάσει.
Κι απ’ το κακό του έσκασε ο Δαιμονοσπαρμένος
και πήγε στον πατέρα του να γλύψει τις πληγές του.
Κι όλοι αναγνωρίσανε το λάθος που ‘χαν κάνει
το Ρούμπουντι νομίζοντας τις συμφορές σταλμένες
πως είχε. Κι ανθοστόλισαν τ’ Άγιο Πουσού-Νελέλι
για να γιορτάσουν πρέποντα το λυτρωμό της πόλης.
Κι ο Ρούμπουντι μη νιώθοντας πια έρωτα για κείνη
στη Μπροκεμός ευχήθηκε τον έμπορο να πάρει
κι ευτυχισμένη κι όμορφη τη ζήση να τελειώσει
στην πόλη την πανάρχαια χωρίς κόπο κανένα.

-Κι η Άμκος;
Ο γερο ζητιάνος γύρισε ξαφνιασμένος προς το μέρος της Διαλκός. Η έκπληξή του ελάχιστα φάνηκε πως ήταν προσποιητή.
-Η Άμκος; Η Άμκος τι, αρχόντισσά μου; είπε με απορημένο χαμόγελο.
-Τι απέγινε η Άμκος;
Ο Ζητιάνος της Φωνής έκανε ένα μυστηριώδη θόρυβο με τα κρόταλά του, δείχνοντας ότι κατάλαβε πολλά περισσότερα από τους υπόλοιπους.
-Η Άμκος… Ο άνεμος δε μου είπε τίποτε γι' αυτήν. Ίσως αν τον ρωτούσατε εσείς αρχόντισσά μου…

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008

NaNoWriMo 2008 τέλος...

... και μάλιστα με μια κάποια επιτυχία για μένα. Όχι ότι τελείωσα το μυθιστόρημα που ξεκίνησα (Κόμπες ο Ντερλικοτής, Επεισόδιο 11ο: το Αυγό του Δρακοαφέντη) αλλά τουλάχιστον έγραψα τις μισές περίπου από τις λέξεις που είχα πρόθεση να γράψω. Δηλαδή 50,004. Και για του λόγου το αληθές το επίσημο σάιτ μου παρείχε το εξής σηματάκι, να το βλέπω να το χαίρομαι.





(Είμαι μια ψωνάρα, το ξέρω. Αλλά τι να κάνετε, που με αγαπάτε έτσι; :Ρ)

Βασικά θα ήθελα πάρα πολύ να βάλω κι ένα μικρό κομματάκι της νουβέλας, έτσι για το καλό, αλλά δυσκολεύομαι να διαλέξω κάτι που να μην είναι major spoiler. Βλέπετε το Αυγό του Δρακοαφέντη είναι το 11ο και τελευταίο "επεισόδιο" της σειράς φαντασίας που γράφω εδώ και δύο χρόνια κι επειδή έχει κάποιους φανατικούς αναγνώστες (again, είμαι ψωνάρα, το παραδέχομαι, τι να κάνω, να καταπιεστώ;) αλλά κι επειδή έχει πάρει έναν μικρό δρομάκο προς την έκδοση (ελπίζω δηλαδή), δε θέλω να φέρω κανέναν σε δύσκολη θέση, ούτε τους αναγνώστες, ούτε τον (αν θέλει μελλοντικό) εκδότη, ούτε κι εμένα φυσικά, γιατί στην ταχύτητά μου επάνω όλο και κάποια μπούρδα θα έχω αμολύσει. Οπότε μάλλον θα πρέπει να περιοριστώ στο παρακάτω κομμάτι, που είναι οι πρώτες γραμμές και να σας αφήσω να υποθέτετε τα υπόλοιπα.

Α. ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΠΑΤΣΑΒΟΥΡΑ

Στη ζωή του καθενός υπάρχει ένα σκαλοπάτι.

Δεν είναι κακό πράγμα τα σκαλοπάτια. Πατάς επάνω τους κι ανεβαίνεις και φτάνεις στο επόμενο πάτωμα. Πατάς επάνω τους και κατεβαίνεις και γειώνεσαι και βλέπεις τα πράγματα από το ύψος του κεφαλιού σου κι όχι αφ’ υψηλού. Γενικά τα σκαλοπάτια –εντάξει, όχι όλα, αλλά σίγουρα τα μισά από αυτά- σου δίνουν κάτι να ‘χεις να πορεύεσαι και να ‘χεις να σκέφτεσαι.

Υπάρχουν όμως και τα άλλα μισά σκαλοπάτια, εκείνα που τα πατάς και κατεβαίνεις και δεν γειώνεσαι απλώς, αλλά θάβεσαι στη γη και σκάβεις και σκάβεις και σκάβεις, πατώντας αυτό το ένα σκαλοπάτι και φτάνεις στα μαύρα κι άραχλα παλάτια της Κολάσο-Χελλάρα, της θεάς του κάτω κόσμου, κι εκεί μονάχα σταματάς και θρηνείς την απώλεια όλων εκείνων που είχες πριν πατήσεις στο σκαλοπάτι.

Αναφορικά με τους δύο αυτούς τύπους των σκαλοπατιών, μύριες όσες λέξεις έχουν γραφτεί σε βιβλία και μελάνι πολύ έχει χυθεί κι επίσης και καμπόσο κρασί –ίσως περισσότερο από μελάνι- σε καπηλειά και σε φιλοσοφικές στοές και σε λογοτεχνικά σαλόνια της υψηλής κοινωνίας. Αλλά κανείς ποτέ δεν αμφισβήτησε ότι υπάρχουν σκαλοπάτια, στη ζωή του καθενός ένα τουλάχιστον, που μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή σου και την ψυχή σου και τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο και γενικά να σε φέρουν τα πάνω κάτω και να σε κάνουν να μαρτυρήσεις το γάλα της μάνας σου.

Τέτοια σκαλοπάτια υπήρξαν πολλά στη ζωή του Κόμπες του Ντερλικοτή, του πρώην έμπορου, νυν κλέφτη Σενίμ-Σοριένου, που διήγε βίον ελεύθερον και ελευθεριάζοντα στην πόλη του Ζουμζερί, την κρυμμένη στο φαράγγι της κοιλάδα του ποταμού Σογκούλ. Σκαλοπάτια προς τα πάνω, όπως όταν έγινε φίλος με έναν Καλομασουριανό ευγενή και την τσιγγάνα γυναίκα του, ή όπως όταν έσωσε τη ζωή του Μεγάλου Μάγιστρου, ψηλά σκαλοπάτια που τον έκαναν καλύτερο άνθρωπο και του έδειξαν πώς να σέβεται τους άλλους. Και σκαλοπάτια προς τα κάτω, όπως όταν αναγκάστηκε να σκοτώσει το δράκο Ζήση ή όπως όταν πίστεψε ότι ο φίλος και σύντροφος και συνεργάτης του μάγος Μνήμων Πετρεξού, είχε προδώσει τη φιλία τους, σκαλοπάτια που τον χαμήλωσαν, τον έκαναν να θλίβεται ή να αυτοοικτίρεται μυστικά ή να σκέφτεται κακό για τους άλλους, γενικά να βλέπει τη ζωή μαύρη κι άραχλη, σαν τα προαναφερόμενα παλάτια της θεάς.

Κανένα από τα παραπάνω σκαλοπάτια όμως δεν ήταν τόσο χαμηλό, τόσο βαραθρώδες όσο αυτό στο οποίο είχε πατήσει το προηγούμενο βράδυ. Όταν έφτασε στο Ζουμζερί, με την ψυχή στο στόμα, να προλάβει να σώσει τον Πετρεξού από την κακόβουλη γυναίκα Νταραντάε κι αντί να την βρει να παλεύει με το μάγο, είδε ότι η Ινολίκ, η όμορφη ταβερνιάρισσα που αγαπούσε, είχε χαθεί, αρπαγμένη από δυο Βαμπιρονυχτερίδες.

Αγωνία, θλίψη, μοναξιά, θυμός, μανία. Πέντε πράγματα μετρούσε ο Κόμπες όσο ο Πετρεξού προσπαθούσε να βρει ένα ξόρκι που να τους δείξει πού βρισκόταν η Ινολίκ κι αν ήταν καλά. Για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια, ο κλέφτης δε μπορούσε να μείνει άπραγος σε ένα καπηλειό ή ταβέρνα και να τα πίνει, όσο ο μάγος έψαχνε τα καθέκαστα. Με τα ρούχα του ταξιδιού ακόμη, χωρίς να φροντίσει να μάθει τι απέγιναν ο Γκαν-Βαγκάν κι η Σοσμιλόγκι που τον συντρόφευαν στο ταξίδι του από την Ελσικριχά και με το Κουβαδάκι Λάσπη παραπεταμένο σε μια γωνιά, ο Κόμπες στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα δίπλα σε έναν μανιακό Πετρεξού, που είχε σχεδόν χωθεί μέσα στην κασέλα του, αφήνοντας όλον τον κόσμο να νομίζει ότι επρόκειτο περί κάποιου μυθικού φρικαλέου πλάσματος που του έλειπε το από τη μέση και πάνω και πετούσε έξω διάφορα αντικείμενα, ψάχνοντας για διάφορα ξόρκια και σύνεργα.

-Πετρεξού, δε θέλω να σε ανησυχήσω, αλλά αν δε βρεις σύντομα αυτό που ψάχνεις, θα δοκιμάσω στο σβέρκο σου πόσο στόμωσε το Περέγκο όσο το χρησιμοποιούσα πάνω στους Γουρουνοκέφαλους Μυθομανείς.

-Κόμπες, δε θέλω να σε ανησυχήσω, αλλά αν ξαναπείς το όνομά μου αντί τον τίτλο μου, θα δοκιμάσω πόσο μικρό μπορεί να κάνει το πουλί σου η Σαγηνευτική Σμικρυντική Σιαγόνα Σκουληκαντέρας.

-Φιλαράκι, δε θέλω να σε προκαταβάλω, αλλά αν μου μικρύνεις το πουλί θα σου σπάσω την κεφάλα.

-Φιλαράκι, άσε τις απειλές και κοίτα μην ξεχαστείς και με πεις με το όνομά μου ξανά, γιατί θα έχω την τύχη του Μ’νάμπου και του Μ’νέντου.

Ο Κόμπες πολύ θα ήθελε να συνεχίσει αυτήν την μικρή συζήτηση μεταξύ φίλων, αλλά η ανάμνηση των δύο προηγούμενων Μεγάλων Μαγίστρων, ειδικά του Μ’νάμπου, τον έκανε να κατέβει ακόμη ένα σκαλοπάτι προς τα κάτω, εκεί όπου η αγωνία, η θλίψη, η μοναξιά, ο θυμός και η μανία καλωσόρισαν στην εύθυμη παρέα τους και μια ορδή πλιατσικολόγες ενοχές.

Εκείνη τη στιγμή βρήκε το Χαμίνι για να μπει μέσα πολύ-πολύ προσεκτικά, ανοίγοντας αργά την πόρτα και ξεμυτίζοντας γι’ αρχή μόνο το κεφάλι του πίσω της. Ένα ιπτάμενο μαντικό βελούδο, σαν κομήτης που τον ακολουθούν μερικά από τα κομμάτια του (τα βότσαλα της μαντείας) τον υποδέχτηκε, σκεπάζοντάς του το πρόσωπο όπως είχε κάνει κάποτε ένα τρομαγμένο χταπόδι. Τινάχτηκε φοβισμένο προς τα πίσω, αλλά η φυσική του περιέργεια το έκανε να ξαναχώσει το κεφάλι του στο άνοιγμά της πόρτας και να αποφύγει για ελάχιστα χιλιοστά έναν πορτοκαλί κρύσταλλο, που έσκασε στον τοίχο δίπλα στο αυτί του. Η τρίτη του προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή του Πετρεξού χωρίς να κινδυνέψει η σωματική του ακεραιότητα στέφθηκε με μια κάποια επιτυχία, γιατί πριν ο μάγος, εν αγνοία του, του πετάξει κάτι άλλο πιο επικίνδυνο στην γενική κατεύθυνση του κεφαλιού του, το Χαμίνι πρόλαβε να χωθεί στο εργαστήριο και να πιάσει στον αέρα ένα τσαγιερό από ασήμι που τα σκαλίσματα επάνω του ήταν ενδεικτικά ότι δεν είχε ποτέ χρησιμοποιηθεί σαν τσαγιερό.

-Αφέντη, έκανε κοφτά, για να τραβήξει την προσοχή του Πετρεξού.

-Όχι τώρα! μούγκρισε ο Κόμπες αντιλαμβανόμενος επιτέλους ότι υπήρχε κάποιος στο δωμάτιο εκτός από τον πισινό του Πετρεξού που προεξείχε από το σεντούκι.

-Τώρα! επέμενε το Χαμίνι, σκουπίζοντας την αιώνια μύξα του με το αιωνία βρώμικο μανίκι του, αλλά χωρίς σημάδι φόβου στο πρόσωπό του.

-Τι έγινε πάλι; μούγκρισε κι ο Πετρεξού από τα έγκατα του σεντουκιού, πετώντας έξω δυο ασημένια φλιτζάνια ασορτί με το τσαγιερό.

-Αφέντη, οι κοπέλες ρωτάνε αν θα μείνει για πολύ ώρα εκείνη η σφαίρα με τον αιωρούμενο κουβά δίπλα στην πόρτα, γιατί τις εμποδίζει στο σφουγγάρισμα.

Η αναφορά του κουβά, έκανε τον μάγο να σηκωθεί τόσο απότομα που το μελαχροινό του κεφάλι στούκαρε στο καπάκι του σεντουκιού μ’ ένα ηχηρό «ντουκ!», σαφή προάγγελο καρούμπαλου ηγεμονικών διαστάσεων.

-Όχι! Το Κουβαδάκι Λάσπη! Κόμπες, η ανοησία σου δεν έχει όρια! Άφησες το Κουβαδάκι Λάσπη στην πόρτα; Φέρ’ το μου γρήγορα εδώ! Γρήγορα!

Το Χαμίνι έφυγε τρεχάτο να φέρει το Κουβαδάκι στο νέο του αφεντικό, παίρνοντας μαζί του το τσαγιερό, ενώ ο Κόμπες σήκωνε τους ώμους του αδιάφορα.

-Έτσι όπως ήμαστε τώρα, τι ανάγκη το έχεις το Κουβαδάκι; Πότε θα κάνεις το φυλαχτό προστασίας που έλεγες;

Ο Πετρεξού κλώτσησε τα πασούμια του πέρα, αποτυγχάνοντας να πετύχει τον κλέφτη και κρατώντας το κεφάλι του που βούιζε ακόμη από το τράκο με το σεντούκι, έχωσε το κάθε γυμνό του πόδι ξεχωριστά σε ένα μικρό ξεσκέπαστο κασελάκι γεμάτο με άμμο, που καθόταν εδώ και πάρα πολλά χρόνια ανέγγιχτο, δίπλα στο σεντούκι. Με παράδοξη καθαρότητα σκέψης για τη στιγμή, ο Κόμπες αναγνώρισε στο περιεχόμενο της κασελίτσας την λευκότητα της σκόνης από τα τσόφλια του αυγού του Ζάχου. Ο μάγος δεν έδωσε εξηγήσει για το θέμα, καθώς σκέπαζε καλά τα πόδια του με τη σκόνη και ταυτόχρονα γύμνωνε το στήθος του. Μαύρες σγουρές τρίχες, όχι τόσες όσες συναγωνίζονταν για λίγο χώρο στο στήθος του Κόμπες έκαναν την εμφάνισή τους πίσω από το λινό ύφασμα, να σκεπάζουν το τατουάζ του Μεγάλου Μάγιστρου.

Για λίγο, και για έναν ακαθόριστο λόγο που σαφώς δεν είχε να κάνει με ένα παλιό συμβάν σχετικό με τον τρυπανιστή κρανίων, ο Κόμπες ένιωσε πάρα πολύ αισιόδοξος βλέποντας αυτό το τατουάζ. Το Χρίσμα του Πετρεξού σε Μεγάλο Μάγιστρο ήταν μια επιβεβαίωση ότι μέσα στο κεφάλι του μελαχροινού μάγου, εκτός από ένα σωρό ξόρκια λήθης και παμπόνηρα σχέδια, υπήρχαν και μεγάλες ποσότητες ικανοτήτων που τον είχαν οδηγήσει ως εδώ. Ίσως η ζωή της Ινολίκ να κρεμόταν από αυτό το τατουάζ. Ίσως κι η ζωή του Κόμπες του ίδιου γιατί αν η Ινολίκ πάθαινε τίποτε, ο Κόμπες θα σκότωνε πολύ κόσμο προκειμένου να την εκδικηθεί, κόσμο που ήταν σίγουρος ότι δε θα καθόταν να σκοτωθεί, αλλά πιθανότατα θα προκαλούσε ο ίδιος –ο κόσμος- τον θάνατο του Σενίμ-Σοριένου.

-Μην κάθεσαι εκεί σαν ηλίθιο αγγούρι, γρύλισε ο Πετρεξού, βοήθησέ με, μου έστειλες το βοηθό μου στην άλλη άκρη του κόσμου, τουλάχιστον πάρε εσύ τη θέση του αν θες να βρούμε την Ινολίκ.

Ο Κόμπες ξεσταύρωσε τα χέρια και τον πλησίασε.

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

NaNoWriMo 2008

Αυτές τις μέρες παίρνω μέρος σε ένα διεθνές παιχνίδι που λέγεται NaNoWriMo (και γι' αυτό έχω γενικά εξαφανιστεί...). Με λίγα λόγια, καλείστε μέσα στις 30 ημερολογιακές μέρες του Νοεμβρίου να γράψετε μια νουβέλα 50.000 λέξεων (κάπου 100-150 σελίδες). Αυτό σημάίνει ότι θα γράφετε σταθερά 1667 λέξεις την ημέρα ή 3 με 4 σελίδες...

Δύσκολο έως ακατόρθωτο για πολλούς, αλλά μερικοί τα καταφέρνουν. Πέρσι ας, πούμε στο sff.gr τερματίσαμε τέσσερις νοματαίοι, μαζί κι εγώ, σημειώνοντας προσωπικό ρεκορ για πρώτο σχεδίασμα τις 58,000 λέξεις. Φέτος είμαι λίγο άπληστη, είπα ότι θα το φτάσω τις 100.000 λέξεις, γράφωντας την τελευταία νουβέλα του Κόμπες του Ντερλικοτή.

Το επίσημο σάιτ του NaNoWriMo είναι εδώ και το καθημερινό μου σκορ είναι το παρακάτω.



Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Θύμνα-ένα απόσπασμα

Σας έχω πρήξει τόσον καιρό με το ελληνοκεντρικό μου φάνταζυ, τόσο που αποφάσισα να ανεβάσω κάτι για να καταλάβετε τι εννοώ.

Η ιστορία διαδραματίζεται στη Χερσόνησσο (το αντίστοιχο της Ελλάδας), στην οποία κυριαρχούν τέσσερα κράτη: η Ανατολία με μια αθηναϊκού τύπου δημοκρατία-παύλα-συμμαχία, το Κοινό της Ταυρίδας, που μοιάζει με τις Δελφικές αμφικτυωνίες, η Ηλιακή Πεδιάδα, παρόμοια με το βασίλειο της Μακεδονίας και μια κατάσταση ασαφής ακόμη και σε μένα (:Ρ) στα δυτικά, που ονομάζεται γενικά και αόριστα Εσπερία. Τα φυσικά όρια της Χερσονήσσου είναι στα νότια το Ακρωτήριο Μένη, στα βόρεια ο ποταμός Βούπατρης (τύπου Δούναβη), ανατολικά το Μήλειο Πέλαγος και δυτικά το Εσπέριο Πέλαγος. Η θάλασσα στο νότο μάλλον θα κρατήσει το αόριστο όνομα Πόντος. Πέρα από τη θάλασσα αυτή υπάρχει κάτι επίσης αόριστο που ονομάζεται Αιθιοπία.

Η πλοκή γυρίζει γύρω από έξι ανθρώπους: Η Επίτροπος της Πρωτογόνης (=>Δήμητρα) Θύμνα Ευφορίωνος, καθώς γυρίζει στις πόλεις της Ταυρίδας για δουλειές που φορούν τα Χθόνια Μυστήρια έχει ένα παράξενο ατύχημα. Οι συνοδοί της, Μύστες των Υδάτινων Μυστηρίων (αντίστοιχα με τα Χθόνια-Ελευσίνια, αλλά αφορούν το θεό της θάλασσας Υδρόκερω), την αφήνουν σε ένα χάνι και προσπαθούν να καταλάβουν τι συνέβει. Παρακολουθούμε τους τρεις Μύστες, Ορφέα Ευδώρου, Αμασεία Καλλινίκου και Πάνθηρα Μέττωνος στις περιπέτειές τους, καθώς και τις δύο γυναίκες που φιλοξενούν τη Θύμνα στο χάνι, τη Γαλάτεια του Γρύπα και το Μαρουλιώ.

Στην πορεία μπλέκονται στο θέμα θεοί και ημιθεα όντα, όπως Γρύπες, Κένταυροι, Άρπυιες, Νύμφες, Κάβειροι, Σάτυροι, Σιληνοί, Όνειροι, Νεφέλες, Οίστροι, ακόμα και οι Υπερβόρειοι. Επίσης μπλέκονται πολιτικές ίντριγκες και κατάσκοποι των γύρω κρατών, που επωφθαλμιούν τις εύφορες εκτάσεις της Ταυρίδας.

Η δομή είναι κάπως παράξενη, με την έννοια ότι σχεδόν όλοι οι ήρωες μιλούν σε πρώτο πρόσωπο. Έχω παλέψει σκληρά, όχι χωρίς πολύτιμη βοήθεια (σ' ευχαριστώ, ξέρεις εσύ) για να κάνω τον κάθε έναν τους να μιλάει με ξεχωριστό τρόπο, έτσι ώστε κάθε ύφος "ομιλίας" και αφήγησης να είναι διακριτό από τα υπόλοιπα, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Επίσης στην αρχή κάθε κεφαλαίου εμφανίζεται ένα κομμάτι από κάποιο φανταστικό σύγγραμα, το οποίο δίνει λίγες παραπάνω πληροφορίες για την κοσμοπλασία, ειδικά εκείνες που θα ακούγονταν πολύ info-bubble αν τις έβαζαμέσα στο καθεαυτό κείμενο. Στα κομμάτια αυτά, έχω κρατήσει ένα ύφος που θυμίζει τις μεταφράσεις των αρχαίων κειμένων του Κάκτου (μεγαλό στοίχημα αυτό με τον εαυτό μου, αλλά ήθελα από πάντα να γράψω κάτι τέτοιο..)

Το κομμάτι που ακολουθεί λοιπόν είναι ένα απόσπασμα λόγου. Γενικά, ενώ έχω κρατήσει τους μύθους που αφορούν τους ημίθεους -ελαφρά παραλλαγμένους-, έχω πειράξει τα ονόματα των θεών, καθώς και κάποια σημεία του μύθου που αφορούν τους ίδιους τους θεούς. Ας πούμε ότι "διόρθωσα" κάποια σημεία ώστε να φαίνονται πιο "μυθικά". Εντάξει, ακούγεται ενοχλητικό έτσι όπως το διαβάζετε εδώ, αλλά κάντε έναν κόπο να διαβάσετε το κομμάτι κι ίσως καταλάβετε τι εννοώ.

Έχω προσπαθήσει να είναι φανερή και εύκολα κατανοητή η αντιστοίχιση μεταξύ των Ολύμπιων θεών και των ονομάτων των θεών που εφηύρα. Αν δεν είναι, τότε ρωτήστε. Οπωσδήποτε, κάποιο σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο.

[...]

Τώρα, για να καταλάβετε, άνδρες , ακριβώς τα γεγονότα και το γιατί εγώ και οι σύντροφοί μου κάναμε αυτά, θα πρέπει να σας μιλήσω για τη Ζαντέ το χάνι πιο διεξοδικά. Οι περισσότεροι στην Ταυρίδα γνωρίζουν αυτά που θα σας πω, αν και όχι σε τόσο βάθος, όσο τα έμαθα εγώ αργότερα, όταν μυήθηκα στα Χθόνια Μυστήρια. Βέβαια δε θα μπορέσω να σας τα πω όλα, γιατί με δεσμεύει η μύησή μου, αλλά αυτά που θα σας πω είναι εκείνα που στην Ταυρίδα γνωρίζουν κι οι αμύητοι.

Λέγεται δηλαδή ότι σε εκείνο το σημείο που είναι χτισμένο το χάνι, έγινε μια παράξενη πράξη. Κάποτε, ο Υδρόκερως τυφλώθηκε από τη Φιλομήδεια, γιατί την είχε κοροϊδέψει ότι κοιμάται με θνητούς κι εκείνη ήθελε να τον εκδικηθεί. Κατέβηκε ο θεός των νερών από τα χρυσά Αργινά παλάτια και περπατούσε μέσα στο Δάσος των Πυγών, παρέα με τους Σατύρους και του Σιληνούς, αναστενάζοντας, γιατί η γλυκοχέρα Φιλομήδεια είχε βάλει στην καρδιά του πόθο για την Πρωτογόνη, την πιο τιμημένη ανάμεσα στις θεές. Κι όρισαν η Τύχη κι οι Μοίρες να τη δει να λούζεται στα νερά της Μεγάλης Συμβολής. Όρμηξε λοιπόν, επάνω της να την κάνει δική του, αλλά η Νύμφη Κέλη, που λουζόταν μαζί της με άλλες Αμαδρυάδες, έσυρε μια φωνή και ειδοποίησε τη θεά. Τότε άρχισε ένα φοβερό κυνηγητό, η Πρωτογόνη να τρέχει μπροστά γυμνή κι οι Νύμφες να τη βοηθούν κι ο Υδρόκερως πιο πίσω με τους Σατύρους και τους Σιληνούς σε διέγερση, να τρέχουν μαζί του, προσπαθώντας να τσακώσουν κάποια Νύμφη, γιατί αυτός είναι ο πόθος κάθε Σατύρου, να χαρεί τον έρωτα μιας Νύμφης.

Τρέχοντας, λοιπόν, η Πρωτογόνη έφτασε στο σημείο που είναι σήμερα χτισμένο το χάνι κι εκεί βρέθηκε να μην μπορεί να ξεφύγει, γιατί τα δέντρα ήταν πολύ πυκνά. Ο Υδρόκερως την είδε και παρουσιάστηκε μπροστά της σε όλο του το μεγαλείο, μοίρασε την υπόστασή του σε τρία ίσα μέρη και κάθε μέρος μεταμορφώθηκε σε θηριώδες ζώο, άλογο η μία υπόσταση, ταύρο η δεύτερη και φίδι η τρίτη και αυτά περικύκλωσαν τη θεά. Η Πρωτογόνη στην αρχή αντιστάθηκε, αλλά είχε εντυπωσιαστεί από την επιμονή και τη μεγαλοπρέπεια του θεού και τελικά ανταποκρίθηκε στον έρωτά του. Και λένε ότι τότε συνέλαβε μια κόρη, που το πραγματικό της όνομα το μαθαίνουν μόνο όσοι μυούνται στα Χθόνια και που οι αμύητοι την αποκαλούν είτε απλά Κόρη είτε Ταυρίδα.

Ο μύθος λέει ότι την ώρα που οι δυο θεοί χαίρονταν τα έργα της αγάπης, ο Φιλήτης ήρθε κρυφά και τους είδε, γιατί οι φωνές των Σατύρων και των Σιληνών, που είναι παιδιά του, τον είχαν αναστατώσει. Κι όπως δεν προλάβαινε από τη λαγνεία του να επιτεθεί σε κάποια Νύμφη και να σβήσει τον πόθο του, βρήκε μια πέτρα και κάθισε κι άφησε το θεϊκό του σπέρμα να πέσει πάνω της. Εκεί που έπεσε το σπέρμα του θεού, σχηματίστηκε το σύμβολο του θηλυκού και δίπλα η λέξη Ζαντέ, που στη γλώσσα των ανθρώπων πέρα από το Μήλειο Πέλαγος θα πει «τρελέ». Τότε οι Σάτυροι κι οι Σιληνοί που το είδαν ρώτησαν τον πατέρα τους τι σήμαινε αυτό το σημείο.

Κι εκείνος τους είπε να καλέσουν όλους τους ημίθεους και τους διγενείς, Κένταυρους, Καβείρους, Νύμφες και Γρύπες κι ακόμη και τις Άρπυιες από το απάτητο βουνό τους κι όταν μαζεύτηκαν, τους είπε να χτίσουν ένα χάνι, από το ίδιο του το σπέρμα ανακούφιση και προστασία να δίνει σε ταξιδιώτες κι εμπόρους, τους προστατευόμενούς του. Κι όρισε με τη θεϊκή του πνοή και στα ύδατα της Στυγός πήρε όρκο, μέσα στους τοίχους του χανιού να μην πιάνουν τα μάγια και κανείς να μη μπορεί να κάνει κακό σε κανέναν. Και σκεπτόμενος ακόμη και του άλλους του προστατευόμενους, τους κλέφτες, όρισε το χάνι να μην έχει θυρόφυλλα καμωμένα από ξύλο, αλλά κάθε πόρτα και παράθυρο να κλείνει από παραπετάσματα στολισμένα με ξύλινες χάντρες, που τα έπλεξαν οι Αμαδρυάδες με τους πόνους των κορμιών τους. Ώστε καθένας που βρίσκει στο χάνι ξεκούραση να βρίσκει και προστασία, αλλά και να μπορεί να ξεφύγει εύκολα, αν το θελήσει κι αν χρειαστεί να τρέξει γρήγορα μακριά.