Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Αναγνωστικό ημερολόγιο - Φεβρουάριος (9)

Είχα πάρει απόφαση να ανεβάζω το αναγνωστικό ημερολόγιο κάθε μήνα την τελευταία του μέρα. Παρασκευή για το Φεβρουάριο, δηλαδή. Αλλά... Ετούτον το μήνα διάβασα εννέα (9) βιβλία και μου άρεσαν όλα! Χρειάστηκε να τα κοιτάξω και να τα ξανακοιτάξω και να τα ξανακοιτάξω για να σιγουρευτώ ότι δε κάνανε πουλάκια τα μάτια μου. Τι καλά που ήταν, εννέα καλά βιβλία. Άραγε πότε θα μου ξανατύχει κάτι τέτοιο;


Από τη Σκόνη, Τέττη Θεοδώρου: Το τελείωσα, πότε, την προηγούμενη Τετάρτη; Ακόμη δε μπορώ να το κάνω να κατακαθήσει μέσα μου. Έχει σηκώσει σκόνη. Pun intented.
Δεν είναι μόνο ο καθορισμός του είδους δύσκολος. Είναι και η απόφαση που εσύ και μόνο εσύ, ως αναγνώστης πρέπει να πάρεις: είναι τελικά υπερφυσικό αυτό που βλέπεις ή όχι; Είναι κάτι που πατάει στις διάσημες συμπτώσεις της ζωής; Κι αυτές τις ξέμπαρκες φράσεις που πετάει η συγγραφέας εδώ κι εκεί, κυρίως στο τέλος όμως των ιστοριών της, τι ρόλο παίζουν; Γιατί μοιάζουν ξέμπαρκες; Μπορεί και να μην είναι;
Η Τέττη φαίνεται να κατέχει την τέχνη της ακροβασίας, την πιο τίμια στάση που μπορεί να κρατήσει ένας συγγραφέας. Σου παρουσιάζει αυτά που έγιναν ίσως κι αυτά που ένιωσε ο κάθε ήρωας, αλλά όχι τη δική της άποψη. Δε σου βάζει ποτέ τελεία εξηγώντας σου, όπως ακριβώς δε θα σου εξηγήσει ποτέ η ζωή γιατί έγινε ό,τι έγινε. Κατά κάποιον τρόπο διατηρεί τη μαγεία που έχει το παρελθόν: επειδή έχει πάψει να υπάρχει, το μυαλό το αντιλαμβάνεται σχεδόν αποσπασματικά, μέσα από εικόνες και συναισθήματα. Δεν υπάρχουν γεγονότα, μόνο αυτά που βλέπεις ή ακούς, όσο υποκειμενικές είναι οι αισθήσεις σου, τόσο υποκειμενικά θα είναι και τα συμπεράσματά σου. Η Τέττη διαλέγει να πάρει το ρόλο των ερεθισμάτων κι όχι των ίδιων των αισθήσεων. Σου στέλνει μηνύματα, αλλά τη μετάφραση πρέπει να την κάνεις εσύ.
Αναλυτικά:
- Ιερά μονοπάτια: Τα θαύματα και τη ίδια ιστορία περιγράφονται με τρόπο πλάγιο, μπερδεμένο, όπως ακριβώς θα τα άκουγε κανείς από έναν παππού ή μια γιαγιά, όπως θα τα θυμόταν κι ο ίδιος μεταφέροντάς τα σε κάποιο εγγόνι.
- Η αξιοπρέπεια ταιριάζει στον θάνατο: Ούτε διήγηση ούτε αφήγηση, απλά παράθεση γεγονότων. Το θαυμαστό και το μακάβριο αντιμετωπίζονται αδιάφορα, όλο το θέμα είναι οι τρεις γυναίκες, τα ρούχα τους, τα συνήθειά τους.
- Εκεί που ζούνε οι νεκροί: Ακόμα αναρωτιέμαι αν το βαριδάκι έπεσε από δική του βούληση στο πάτωμα της Κασσαντρίνας.
- Στο πέλαγος: Ακόμη και μετά το τέλος του (ένα από εκείνα τα ξέμπαρκα τέλη που ανέφερα προηγουμένως) νιώθεις ένα πλάκωμα που δε λέει να σηκωθεί.
- Ο ανθρακωρύχος: Κι αναρωτιέσαι: είναι ένα φυλαχτό που δίνει ακατάβλητη δύναμη ή ένα απλό θυμητάρι, ένα κοινό αντικείμενο που καθοσιώθηκε από την νοσταλγία της πατρίδας;
- Τρελή πορεία: Οι περιγραφές της τρέλας. Εκείνες οι περιγραφές της τρέλας;
- Τζιν φούστα: Δεν είμαι σίγουρη, αλλά νομίζω ότι είναι η αγαπημένη μου. Το τέλος της (και δεν αναφέρομαι στο λαχείο, αλλά στην συνάντηση μάνας και κόρης) είναι τόσο εμπρηστικά τερατώδες, τόσο εξοργιστικά ανθρώπινο, που δε μπορείς παρά να το λατρέψεις.
- Ζητιάνοι: Ασαφές, σε γυρίζει σε μέρη που πρέπει να τα δεις ξανά, να τα ξαναπερπατήσεις, ώστε να θυμηθείς κι εσύ τη δική σου Αθήνα. Κι ύστερα επιστρέφεις πίσω στον κινηματογράφο και συνειδητοποιείς ότι δεν ήταν η Αθήνα που έπρεπε να δεις. ήταν οι άνθρωποί της και μόνο αυτοί. Και ντρέπεσαι λιγάκι.
- Η εκκλησάρισσα: Εδώ, αντίθετα με το "Πέλαγος" κυριαρχεί ο ήλιος, παρά το σκοτεινό του θέμα. Ακόμη κι όταν βρέχει κι όταν γίνεται σεισμός, νιώθεις να τσουρουφλίζεσαι. Από τι, είναι άλλο ζήτημα.
- Το δέντρο: Υπάρχει ένα αίνιγμα, που μπορεί να το λύσει το κρασί τελικά.


Σε ξένο κόσμο, Γιάννης Μαργέτης: Ο συγγραφέας επιτέλους έκανε αυτό που περιμένουμε να δούμε στο δεύτερο βιβλίο του: βελτιώθηκε! Κι όχι απλά βελτιώθηκε, αλλά στραφτάλισε. Έλαμψε. Δε μπορώ να σας το πω αλλιώς. Η θεματική δεν είναι πλέον ο κεντρικός χαρακτήρας, ούτε και οι επιρροές ούτε και οι δοκιμές τεχνικής. Στον Ξένο Κόσμο, κεντρικός χαρακτήρας, αυτό που προσέχεις πρώτο απ' όλα είναι η ίδια η ιστορία. Σε ρουφάει, σε απορροφά. Ξεχνάς διαβάζοντας. Τρομάζεις. Τρία βιβλία τρόμου έχω αναγκαστεί να τα διαβάσω υπό το φως της μέρας και μόνο: Το Σάλεμς Λοτ του Στέφεν Κίνγκ, τη Νύχτα της Λευκής Παπαρούνας του Κωνσταντίνου Μίσσιου (συγκεκριμένα εκείνο το αναθεματισμένο του το Ρολόι) και τούτο 'δω. Καταλαβαίνετε τι σόι εντύπωση μου έχει κάνει; Δεν τολμώ να υποθέσω τι θα υπάρχει στο τρίτο βιβλίο. Δεν τολμώ. Απλά.
Αναλυτικά:
-Σε ξένο κόσμο: Η ιστορία που τη διάβασα μέχρι τη μέση και μετά την άφησα για να διαβάσω τις υπόλοιπες. Πρώτον γιατί οι υπόλοιπες αποκλείεται να ήταν καλύτερες και δεύτερον γιατί είχε πέσει το σκοτάδι και δεν ήθελα να φτιάξω τις εικόνες που ο συγγραφέας με καλούσε να φτιάξω. Δε θα κοιμόμουν με τίποτε μετά. Όταν ολοκληρώθηκε (μικρό αγκαθάκι, το εντελώς ασαφές κι όχι πολύ δυνατό σημείο των τελευταίων παραγράφων), ήθελα να βάλω τις φωνές, πώς μας αφήνει έτσι χωρίς να μας πει τουλάχιστον ότι αυτά δεν μπορεί να συμβούν σε μας; Πώς μας αφήνει να φοβόμαστε και μετά τους τίτλους τέλους;
-Τα αγκάθια μεγαλώνουν: Από τα κείμενα που τα διαβάζεις -εγώ τουλάχιστον- χωρίς να προσπαθήσεις να τα αποκρυπτογραφήσεις. Το νόημά τους μπορεί να είναι πολύ πιο φαρμακερό από τις εικόνες που σου περιγράφουν.
-Δύσκολη νύχτα: Μια μικρή αμαρτωλή απόλαυση, όπως ένα τσιγάρο ας πούμε. Πιθανόν η πιο ανάλαφρη στιγμή του βιβλίου, παρά το τρομερό της θέμα.
-Το χαμόγελου του κυρίου Μ: Λαμπρά γραμμένο, αλλά μετά τις ανατριχίλες ευχαρίστησης που πήρα από τον Ξένο Κόσμο, μου φάνηκε κάπως λίγο.


Αυλητής και Παππουλάνθρωπος - Μαγεμένες ιστορίες από τη Λέσβο και τη Λήμνο και Αυλητής και Παππουλάνθρωπος - Θρύλοι και ξωτικά του Αιγαίου, Κώστας Ζαφειρίου, Γιώργος Τυρίκος-Εργάς: Πιστοί στην αγάπη τους για τα λαϊκά παραμύθια, οι δύο συγγραφείς δημιουργούν ή αναπαράγουν (κατά τη γνώμη μου ποτέ δε μπορείς να είσαι βέβαιος με αυτά) τις ιστορίες της γιαγιάς και του παππού. Στο πρώτο βιβλίο τα καταφέρνουν μετά πολλών επαίνων. Στο δεύτερο βιβλίο ίσως όχι και τόσο, όμως εξακολουθεί να είναι κάτι που διαβάζεις ευχάριστα κι ακόμα πιο ευχάριστα το διαβάζεις και στα παιδιά σου.



Ο Δρακογέννητος, Οι Πύλες των Κόσμων βιβλίο πρώτο, Εριέλλα Χρυσού. Το είχα αγοράσει όταν πρωτοβγήκε. Ήταν και η παμμέγιστη έκπληξη, ελληνικό φάντασι από τον Αίολο; Γουάου! Ωστόσο υπήρχε εκείνο το θέμα της κόλλας. Βλέπετε, ο Αίολος είχε την φαεινή ιδέα να χρησιμοποιεί εκείνη την εποχή μια ψαρόκολλα για το δέσιμο των βιβλίων (και η δεύτερη έκδοση του "Ο Μέγας Θεός Παν" του Μάχεν το είχε αυτό το πρόβλημα) που βρωμούσε σαν εμετός. Μετά από πέντε χρόνια, το αντίτυπό μου εξακολουθεί να βρωμάει. Και δυστυχώς, γιατί το περιεχόμενο του βιβλίου άξιζε την ταλαιπωρία. Η ιδέα είναι έξυπνη, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπη, αλλά φρέσκια και διατυπωμένη με χαριτωμένο τρόπο και με ενδιαφέρουσες πινελιές. Η πλοκή είναι έντονη και η ανατροπές όμορφες και ενδιαφέρουσες. Οι χαρακτήρες πέφτουν λίγο στο φάουλ της αφήγησης, πάει να πει ότι ίσως μπορούσα να τους δείχνει να κάνουν πράγματα αντί απλά να περιγράφει τα συναισθήματά τους. Όμως ούτε και αυτό έλειπε, υπήρχαν στιγμές που η αφήγηση συνοδευόταν από καλά μελετημένη και σοφά επιλεγμένη πράξη. Η γλώσσα είναι απλή αλλά όχι φτωχή, λείπουν οι υπερβολικά δραματικές παρομοιώσεις και η κοινότυπες περιγραφές. Η τεχνική είναι αρκετά καλή, προκαλεί το ενδιαφέρον περνώντας από τη μία οπτική γωνία στην άλλη (αν και κάποιες φορές ξεφεύγει στις οπτικές γωνίες μέσα στο ίδιο "κομμάτι" της αφήγησης). Δύο πράγματα συνειδητοποιείς αφού το έχεις τελειώσει. Πρώτον έχει μια σταθερή και ώριμη κοσμοπλασία, στην οποία το κείμενο είναι πιστό από την αρχή ως το τέλος. Δεύτερον, και αληθινά το κατάλαβα αφού έφτασα στο μέσον του βιβλίου, μάλλον απευθύνεται σε young adult κοινό. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να σταθεί αντάξια σε μια ενήλικη βιβλιοθήκη, ούτε ότι γίνεται αφελές, το αντίθετο, πιθανόν να είναι ωριμότερο από τα κείμενα που τα οποία οι εκδοτικοί έχουν συνηθίσει να ταΐζουν τους εφήβους σήμερα. Το παράπονό μου είναι ένα κι ίσως να είναι και το σοβαρότερο πρόβλημα του βιβλίου: ένα από τα πιο σημαντικά σημεία του, η ύπαρξη των αερικών (δε θα πω περισσότερα, γιατί θα είναι σπόιλερ) αντιμετωπίζεται εξαρχής κάπως ελαφρά, με την έννοια ότι θα περίμενα, με μια τέτοια ενδιαφέρουσα ιδέα, να δω τη συγγραφέα να αναπτύσσει λίγο περισσότερο το θέμα αυτό, να μας δίνει περιγραφές, να αναφέρεται συχνότερα σε αυτά. Ομοίως και το θέμα της αναπηρίας του Κρίτωνα, περίμενα να του δώσει λίγη περισσότερη βάση, να τον κάνει λίγο πιο ευαίσθητο απέναντι στο τι συμβαίνει πέρα από τις Πύλες. Θα μπορούσε έτσι να κάνει το έργο ακόμη πιο βαθύ και με περισσότερες ακόμη προεκτάσεις ψυχολογικές. Κρίμα που ακόμα δεν έχουμε δει τη συνέχεια! Με έψησε να θέλω να διαβάσω το παρακάτω.


Ποιος παίζει με τον υπολογιστή του Σέρλοκ Χολμς; Σέργιος Μαυροκέφαλος, Διονύσης Παπαδόπουλος: Είμαι μεγάλη φαν του Διονύση Παπαδόπουλου, κι ας μην καταλαβαίνω πάντα τα θέματά του. Και έχω την εντύπωση ότι πλέον έχω και όλα του τα βιβλία. Δυστυχώς ετούτο είναι ένα πολύ μπερδεμένο ανάγνωσμα, όπου ακόμη κι εκείνη η περίφημη ευγλωττία του Παπαδόπουλου μάλλον δεν το σώζει. Κατανοώ το "ηθικό δίδαγμα" που καταλήγει, αλλά η διαδρομή μου είναι ξένη, όπως και οι χαρακτήρες και τα κίνητρά τους τελικά. Χοντρικά πρόκειται για μια περίπτωση όπου ένας συγγραφέας "ανταλλάσσει" θέσεις με τον ήρωά του (έναν ντετέκτιβ που ασχολείται με έναν φόνο) κάπου στη μέση του βιβλίου. Μπλέκουν εκεί και μια γυναίκα πραγματική, μια γυναίκα φανταστική, το Δίκτυο, κάποιες ηλεκτρονικά εκδιδόμενες που της λένε whorenettes ή cyber-whores και μια Αθήνα που μοιάζει πιο πολύ με το Λονδίνο.


Η Δεξιά Τσέπη του Ράσου, Γιάννης Μακριδάκης: Εξαιρετική γραφή, λίγο ιδιαίτερη τεχνική (με την έννοια ότι μπερδεύει ή κουράζει κάποιες φορές), άπλετο συναίσθημα. Δίνει την εντύπωση ότι ενός κόσμου περίκλειστου, που περιέχει τον εξής έναν ένοικο. όλα τα υπόλοιπα (η Εκκλησιαστική αρχή, οι προσκυνητές, ακόμη κι ο Μάρκος) είναι εκεί απλά για να πλαισιώνουν τον κόσμο του μοναχού Βικέντιου, όχι για να αποτελούν μέρος του.



Υπόγεια Κίνηση, Νικ Μαμάτας: Του έβαλα τέσσερα αστέρια στο goodreads και πιθανόν να κέρδιζε πέντε αστέρια, αν είχα κάποια επαφή με τους μπίτνικ. Ωστόσο η ροή του λόγου είναι εξαιρετική κι η σχέση με τους Μεγάλους Παλαιούς αδιαμφισβήτητη.


Ο Μπόρχες και οι αιώνιοι ουραγκοτάγκοι, Luis Fernando Verissimo: Ένα παράξενο βιβλιαράκι, γραμμένο στο δεύτερο πρόσωπο (πιθανόν το πρώτο βιβλίο γραμμένο στο δεύτερο πρόσωπο που διαβάζω). Είναι σίγουρα αστυνομικό, αλλά ανακατεύει τον Πόε, το Μπόρχες, το Λάβκραφτ και μια ολόκληρη σημειολογία σχετικά με τους τρεις αυτούς στα όρια της ερωτικής μονομανίας. Η ιδέα είναι έξυπνη και στέκεται μέσα στον κυκεώνα των υποθέσεων που κάνουν οι λογοτεχνικοί ντετέκτιβ. Η γραφή είναι σπιρτόζικη, γεμάτη με πνεύμα, και αυτά που περιγράφονται μπορεί να μην είναι κραυγαλέα ανατριχιαστικά, αλλά σε κάνουν να σαλεύεις στην καρέκλα σου. Το τέλος είναι ταυτόχρονα αιωρούμενο και καταληκτικό, με την έννοια ότι ξέρεις ότι η υπόθεση λύθηκε, αλλά δεν ξέρεις αν είναι στ' αλήθεια αυτή η υπόθεση που διάβασες, ή αυτό το τέλος της. Γενικά σε κάνει να εκτιμάς και το συγγραφέα και την επιλογή της φόρμας του και κυρίως να μη μπουκώνεις από το πειραματικό του ύφος. Πάει να πει, μπορεί όντως να πειραματιζόταν με το ύφος του, αλλά στο σερβίρει σαν κάτι εύκολο, κάτι που το κατέχει.