Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Εορτολόγιον Αναθάι

Πριν από αρκετό καιρό (ίσως και δύο χρόνια) σε μια παρόμοια περίσταση (Πάσχα) είχα γράψει το παρακάτω διήγημα σαν μια ματιά στις πανανθρώπινες γιορτές σχετικά με το θάνατο και την ανάσταση της φύσης. Η τοποθέτησή της σε φανταστικό περιβάλλον και ολόκληρος ο κόσμος που προσπαθώ να χωρέσω στις ελάχιστες λέξεις αυτού του διηγήματος ίσως το κάνουν λίγο βαρύ, όμως θεωρώ ότι οι τακτικοί μου αναγνώστες είστε συνηθισμένοι σε βαριά αναγνώσματα.


Ο Ροζτόκιγιε άνοιξε το σουγιαδάκι με μια απαλή κίνηση. Πήρε ένα από τα φτερά που χουζούρευαν στη μολυβοθήκη του κι έξυσε την άκρη του με το σουγιά, μέχρι που την έκανε όσο λεπτή την ήθελε. Έπειτα έκλεισε το σουγιαδάκι, το άφησε δίπλα στη μολυβοθήκη και φύσηξε τα κομματάκια του φτερού να πέσουν στο πάτωμα.

Είχε κάποιες πολυτέλειες η τωρινή του δουλειά. Ας πούμε, τα φτερά του γραψίματος ήταν φτερά αετών, φερμένα από τις Δυτικές οροσειρές. Το μελάνι ήταν μελάνι χταποδιού ουάρακ κι όχι σουπιάς –πιο παχύ, στεγνώνει γρηγορότερα, δεν στάζει. Οι πάπυροι ήταν παλαιωμένοι, θρόιζαν σαν πέπλα χορεύτριας, κομμένοι στο σωστό μέγεθος, με τρύπες στην αριστερή πλευρά για να δεθούν σε βιβλίο, αντί να τυλιχτούν σε ρολό όπως ήταν ο πιο φτηνός τρόπος. Πολυτέλειες που θα ζήλευε ο κοινός καλλιγράφος, αν και όχι ο καλλιγράφος των αριστοκρατικών οίκων.

Αναστέναξε. Άνοιξε το μελανοδοχείο, βούτηξε την άκρη του φτερού στο μελάνι, τίναξε το περίσσιο να ξαναπέσει μέσα κι ακούμπησε τη μελανωμένη μύτη του φτερού στον πάπυρο.

Μια από τις γνωστότερες και ιερότερες εορτές της Αναθάι είναι η Κινήλλε.

Σταμάτησε κι απομάκρυνε το φτερό από τον πάπυρο. Μια από τις επόμενες λέξεις ήταν περίεργη στην ορθογραφία και ο συγγραφέας του κειμένου που αντέγραφε την είχε λάθος. Ο άντρας πήρε ένα μολύβι και έγραψε τη λέξη όπως την ήξερε, για να σιγουρευτεί ότι θα την έγραφε σωστά κι ύστερα ξανάπιασε το φτερό και συνέχισε την καλλιγραφία.

Ασφαλώς, ο απλός κάτοικος της Αναθάι βλέπει στις εορτές μόνο μια ευκαιρία να ξεφύγει από την καθημερινότητά του. Όμως η αλήθεια είναι ότι κάποιες από τις εορτές αυτές έχουν τόσο μεγάλη σημασία, που οι περισσότεροι θα έτρεμαν στην ιδέα ότι μπορεί κάποτε να τις ξεχάσουμε, τις ίδιες ή το τελετουργικό τους.

Άθελά του ο Ροζτόκιγιε ανατρίχιασε. Να ξεχαστούν…; Τι μεγαλύτερη συμφορά θα μπορούσε να βρει την Αναθάι; Κι ύστερα γέλασε πικρά, εκείνο το σιωπηλό, αδιόρατο γέλιο των ανθρώπων που ξέρουν. «Υπάρχουν ήδη γιορτές της Αναθάι που έχουν ξεχαστεί, γεροξεκούτη,» είπε στον εαυτό του. «Κι εσύ είσαι η ζωντανή απόδειξη.» Αναστέναξε βαθιά. «Ευτυχώς όχι από όλους.»

Η εορτή Κινήλλε για παράδειγμα, ενώ φαίνεται πως είναι ο τρόπος των προγόνων μας να γιορτάζει τον ερχομό της άνοιξης, στην πραγματικότητα κρύβει πίσω της ένα φοβερό μυστικό.

Σταμάτησε ακόμη μια φορά, καθώς συνειδητοποίησε τη σύμπτωση. Να γράφεις για την Κινήλλε, να ξέρεις για την Κινήλλε κι έξω από το παράθυρό σου να χορεύουν αυτοί που τη γιορτάζουν… Σηκώθηκε, πήγε ως το παράθυρο, χάζεψε για λίγο το πολύχρωμο πλήθος των κοριτσιών και των αγοριών, τα λουλούδια που τους πετούσαν οι μανάδες τους από τα παράθυρα, την πένθιμη μουσική από κάποια μπάντα κρυμμένη στα στενά. Ύστερα μ’ έναν αναστεναγμό γύρισε στο γραφείο του, ξαναπήρε την πένα του από φτερό αετού, συνέχισε να αντιγράφει το κείμενο:

Υπάρχει ένα χειρόγραφο, χαμένο στις σκονισμένες βιβλιοθήκες της Αζόρου, όπου γίνεται ένας υπαινιγμός για τη μυστική σημασία της Κινήλλε. Το χειρόγραφο είναι ανυπόγραφο, όμως η γραφή είναι αρχαΐζουσα και ο γραφικός χαρακτήρας μοιάζει με εκείνον των Αστερούσιων Χειρογράφων, όπου περιγράφονται μερικές από τις πιο αιματηρές τελετές μαγείας της πρώιμης περιόδου της κλασσικής Αζόρου. Ώστε είναι μάλλον βέβαιο ότι μπορούμε να χρεώσουμε και το χειρόγραφο αυτό, το λεγόμενο Πάπυρο Κινήλλε, στον μεγάλο μύστη των μαγικών τελετών Αρτεβάλη, στον οποίο χρωστάμε μια μεγάλη ποικιλία από επωδούς και επικλήσεις, που αλλιώς θα είχαν χαθεί στην ανυπαρξία.

Ο Ροζτόκιγιε αναστέναξε με δυσφορία. Κακή γραφή, αυτό θα έλεγε αν κάποιος του ζητούσε τη γνώμη του για το κείμενο που αντέγραφε. Αλλά δεν είχε αυτήν την πολυτέλεια, μετά από τα γεγονότα πριν από δεκαπέντε χρόνια, οπότε κι είχε παραιτηθεί από το αξίωμα του, το μόνο που μπορούσε να κάνει για να βγάζει το ψωμί του ήταν να καλλιγράφει τα κείμενα άλλων, πολύ κατώτερών του. Πολύ λυρικό, πολύ δραματικό για τα γούστα του. Ο κάθε εμποράκος που νόμιζε ότι είχε δει πέντε πράγματα έπιανε ένα μολύβι, έγραφε πέντε κουταμάρες σ’ έναν πάπυρο και μετά τον φώναζε να το καθαρογράψει σε πέντε αντίτυπα και να το καταθέσει στις βιβλιοθήκες της Αναθάι και της Αζόρου. Φουκαρά Ροζτόκιγιε, σκεφτόταν κάποιες φορές. Φουκαρά.

Στον Πάπυρο Κινήλλε, λοιπόν, αναφέρεται καθαρά ότι δεν είναι ο θάνατος κι η ανάσταση της Κινήλλε, της θεάς της φύσης που γιορτάζεται τις μέρες πριν και μετά την εαρινή ισημερία. Ο γράφων είναι αρκετά κατηγορηματικός ως προς αυτό. Επί λέξει λέει: «Θα ήταν ανοησία να πιστεύουμε κάτι τέτοιο». Τι είναι όμως αυτό που γιορτάζεται τελικά αυτές τις μέρες;

Άλλη μια δύσκολη λέξη. Ξαναπήρε το μολύβι την έγραψε πρόχειρα σ’ ένα πρόχειρο κομμάτι παπύρου, σιγουρεύτηκε για την ορθογραφία της, ξανάπιασε το φτερό, το βούτηξε στο μελάνι.

Προς τη μέση του Παπύρου, αναφέρεται ότι τις ίδιες μέρες πρέπει να τελείται ακόμη μια εορτή, μια τελετουργία μυστικιστικής φύσης που έχει να κάνει με κάποια θαμμένη θεότητα, ίσως έναν δαίμονα από τις Έξω Αβύσσους. Αναφέρεται κι ένα όνομα, Αβαζούλ. Όμως δεν ξεκαθαρίζει, το τι και το πώς, απλά αναφέρεται σε αυτό το όνομα.

«Αν το έγραφα εγώ, θα απέφευγα να πως τη λέξη ‘αναφέρεται’ τέσσερις φορές στην ίδια παράγραφο,» σκέφτηκε ο Ροζτόκιγιε. Ύστερα χαμογέλασε πικρά. Αν το έγραφε αυτός, δε θα ξεκινούσε από την Κινήλλε, αλλά από μια άλλη τελετή, πιο σπάνια και πιο σοβαρή. Και με πιο δραματικά αποτελέσματα.

Ξαφνικά αποφάσισε να μη γράψει άλλο από το κείμενο αυτό, αλλά να ασχοληθεί με τον τίτλο του συγγράμματος. Πήρε μια καθαρή σελίδα, τράβηξε μια αχνή γραμμή με το μολύβι και το χάρακα, ύστερα σχεδίασε με πολύ όμορφα, καταστόλιστα γράμματα τον τίτλο και τέλος ζωγράφισε με κόκκινο και μπλε μελάνι τον τίτλο.

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΝ ΑΝΑΘΑΪ
υπό
Ιμιρκίν της Αναθάι
Έτος 1252 από κτίσεως Μαυσωλείου


Εορτολόγιον Αναθάι! Πφ! Τι μπορεί να ξέρει ο εμποράκος ο Ιμιρκίν για τις γιορτές της Αναθάι; Τίποτε περισσότερο από όσα του είπε η γιαγιά του, όταν ήταν μικρός. Τίποτε περισσότερο από αυτά που του υπέδειξαν να γράψει οι τέσσερις κατώτεροι μάγοι που είχε στη δούλεψή του. Ο Ροζτόκιγιε αμφέβαλλε αν είχε ποτέ δει με τα μάτια του τα Αστερούσια Χειρόγραφα, πόσο μάλλον το δυσεύρετο Πάπυρο Κινήλλε. Κι είχε κι άποψη για τον συγγραφέα του Παπύρου!... Τι να πει κανείς… Σε ποιων τα χέρια ξέπεσαν οι γιορτές της Αναθάι…

Αναστέναξε για πολλοστή φορά και ξανάπιασε το κείμενο. Η προσωπική του άποψη δε μετρούσε, το μόνο που ενδιέφερε τον Ιμιρκίν ήταν η καλλιγραφική του δεινότητα.

Όμως το όνομα Αβαζούλ αναφέρεται και στο τελετουργικό της Κινήλλε. Όταν ο Μέγιστος Ιερέας θυμιατίζει το άγαλμα της Κινήλλε Κεκοιμημένης, λίγο πριν βγει στους δρόμους πάνω στο άρμα με τα άνθη της αμυγδαλιάς για την αναγγελία της ανάστασής της, ψέλνει την παρακάτω επωδό:

Και πήγαινε πέρα, Μάνα Που Κοιμάσαι,
πέρα από τα Βουνά του Χάους,
πέρα από τις Ομίχλες του Κενού,
πέρα από τη λάρνακα του Αβαζούλ
και πριν προσπεράσεις
ρίξε το πύρινο βλέμμα σου στο Κακό
κι εξόρκισέ το για έναν χρόνο
όπως όρισαν οι θεοί.


Τον ανόητο. Θα μπορούσε να μάθει καλά τη σημασία της εορτής Κινήλλε, αρκεί μόνο να ρωτούσε τον Ροζτόκιγιε. Αλλά ποιος δίνει σημασία σ’ έναν ιερέα που παραιτήθηκε από το αξίωμά του;

Ο καλλιγράφος έκλεισε τα μάτια, καθώς από μπροστά του πέρασαν τα γεγονότα εκείνης της εποχής, πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ξανάζησε τις μέρες πριν την επιλογή του Μέγιστου Ιερέα, γεύτηκε πάλι τη σιγουριά ότι θα ήταν ο ίδιος ο εκλεκτός του λαού, ο επιλεγμένος Μέγιστος Ιερέας της Αναθάι, ο προκαθήμενος όλων των ιερέων και των μάγων της πόλης. Κι ύστερα, σαν ένα βελόνι γεμάτο δηλητήριο, ένιωσε το τσίμπημα του τρόμου όταν έμαθε ό,τι έπρεπε να μάθει.

Ταράχτηκε στις θύμησες εκείνης της νύχτας. Σηκώθηκε τρέμοντας, πήγε ως το παράθυρο, είδε κάτω το πλήθος των κοριτσιών και των αγοριών να έχει σταματήσει και να περιμένει σιωπηλό, μαζί με ολόκληρη την πόλη την αναγγελία της ανάστασης της θεάς. Περίμενε ως να παρουσιαστεί το πρώτο παιδόπουλο που έφερνε το χαρούμενο μήνυμα. Τα παιδιά έκαναν ότι δεν τον πιστεύουν. «Πού είναι η αμυγδαλιά;» του φώναζαν, δήθεν δύσπιστα για την ανάσταση της θεάς. Και τότε πάνω σ’ ένα άρμα στολισμένο με άνθη αμυγδαλιάς διέσχισε τους δρόμους ο Μέγιστος Ιερέας.

Η καρδιά του Ροζτόκιγιε σφίχτηκε. Δεν ήταν μόνο η θέα του Μέγιστου Ιερέα, ενός άντρα απίστευτης ομορφιάς, που τον έκανε να κρατήσει την ανάσα του. Ήταν και το παιδί που οδηγούσε το άρμα, ένα όμορφο κορίτσι ούτε δεκαπέντε χρονών, με μαύρα μαλλιά και βαθιά μπλε μάτια, που τον έκανε να ταραχτεί. Ένα όνομα σχηματίστηκε στα χείλη του καλλιγράφου, όμως κανείς ήχος δεν τάραξε τη γαλήνη του δωματίου. «Έχουμε ευλογηθεί,» μουρμούρισε, «κι η ευλογία των θεών ήταν κατάρα για μας…»

Άφησε τον ανθοστόλιστο άρμα να χαθεί από τα μάτια του πριν γυρίσει στο γραφείο και την πένα του. Έξω όλη η φύση γιόρταζε την ανάσταση της θεάς κι αυτός αντέγραφε ανόητα δοκίμια ανόητων εμπόρων. Ξαφνικά τα πενήντα του χρόνια έπεσαν πάνω στους ώμους του σαν να ‘ταν πενήντα αιώνες. Κάθησε στην καρέκλα του, ακούμπησε τα χέρια του στα πόδια του, οι παλάμες γυρισμένες προς τα πάνω, θα μπορούσε να κλάψει τώρα δα, για όσα ήξερε πως έγιναν και για όσα μάντευε πως θα γίνουν, ω, ναι, θα μπορούσε να κλάψει.

Ποιο είναι τελικά το βαθύτερο νόημα της εορτής Κινήλλε; Τι ακριβώς γιορτάζουμε μαζί με την ανάσταση της θεάς της φύσης; Μήπως τελικά όλη η φασαρία γίνεται γι’ αυτήν την επωδό, για να θυμηθεί δηλαδή η θεά να εξορκίσει το Κακό για ένα χρόνο; Και μήπως το Κακό είναι στην πραγματικότητα ο Αβαζούλ;

Υπάρχουν χρονιάρικα ξόρκια, δηλαδή ξόρκια που κρατούν μόνο ένα χρόνο, όπως το ξόρκι της κοίμησης. Υπάρχουν ακόμη και προφητείες σε γριμμόρια που αφορούν τους θεούς και τις υποχρεώσεις τους απέναντι στον Κόσμο. Και μια από τις υποχρεώσεις της Κινήλλε είναι η φύλαξη της Πύλης των Έξω Αβύσσων. Και η θεά το κάνει αυτό χρησιμοποιώντας ένα χρονιάρικο ξόρκι. Πού καταλήγουν όλες αυτές οι πληροφορίες; Σε τι συμπέρασμα;


Ο Ροζτόκιγιε πέταξε το φτερό από το χέρι του. Η ταραχή του ήταν τόση που κόντεψε να λερώσει με μελάνι αυτά που είχε ήδη γράψει. Δε γινόταν να συνεχίζει να γράφει, τουλάχιστον όχι σήμερα. Στον αγύριστο ο Ιμιρκίν και το εορτολόγιό του! Στον αγύριστο…

Θυμήθηκε το όμορφο πρόσωπο του κοριτσιού στο άρμα, τα κορακάτα μαλλιά, τα μπλε μάτια. Πώς τα είχε ξεχωρίσει από τόση απόσταση; «Μάλλον επειδή ξέρω ότι πρέπει να έχει μπλε μάτια», σκέφτηκε. «Σαν τα δικά μου… Και τα μαύρα μαλλιά της μητέρας της.»

Ξανά η εποχή της επιλογής του Μέγιστου Ιερέα ήρθε στο μυαλό του. Ένα μήνα πριν την κρίση του λαού, οι τέσσερις υποψήφιοι κοιμόνταν στον ίδιο κοιτώνα. Θυμήθηκε πώς μια νύχτα ξύπνησε διψασμένος και ζήτησε λίγο νερό στην κρήνη στον κήπο του Ναού, κάτω από το μεγάλο ροδώνα. Κι όταν γύρισε, θυμήθηκε το τρομερό θέαμα του μισόγυμνου γυναικείου κορμιού που κοιμόταν σ’ ένα από τα κρεβάτια των υποψηφίων.

Στην αρχή είχε πιστέψει ότι ο Μουλ, ο πιο υπολογίσιμος από τους αντιπάλους του είχε φέρει συντροφιά για τη νύχτα. Είχε μάλιστα τρίψει τα χέρια του με σατανική ευχαρίστηση, αχα, ο Μουλ δεν είχε κρατήσει τη νηστεία από τον έρωτα, που προηγούνταν της επιλογής του Μέγιστου Ιερέα! Κι ύστερα τα μαλλιά του είχαν σηκωθεί από φρίκη όταν είδε ότι η γυναίκα που κοιμόταν ήταν ο ίδιος ο Μουλ, ο Μουλ με την απίστευτη ομορφιά. Όλες οι γυναίκες –αλλά και κάποιοι άντρες- στην Αναθάι ήθελαν να κοιμηθούν μαζί του, αλλά εκείνος τις αρνιόνταν ευγενικά, λέγοντας πως είχε τάξει τον εαυτό του στην Κινήλλε. Και τώρα, τι ανακάλυψη! Τι απάτη! Τι ιεροσυλία, μια γυναίκα να προσποιείται ότι είναι άντρας για να γίνει Μέγιστος Ιερέας!

Είχε θυμώσει τότε. Και μαζί με το θυμό του είχε έρθει κι η συνειδητοποίηση ότι ο Μουλ –ή καλύτερα η Μουλ- ήταν πολύ πιο όμορφή απ’ ό,τι έμοιαζε όταν έκανε τον άντρα. Είχε μείνει κάμποση ώρα να την κοιτάζει, παλεύοντας με τον εαυτό του. Τι να έκανε; Να την κατέδιδε; Να την εκβίαζε; Να την υποχρέωνε να παραιτηθεί από υποψήφια; Τι είχε οδηγήσει αυτή τη γυναίκα σε αυτή την επικίνδυνη θέση;

Και τότε η Μουλ ξύπνησε. Τον είδε σκυμμένο πάνω της να την κοιτάζει με άγριο βλέμμα, αλλά δε έδειξε να φοβάται. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της, τα μαλλιά της μακριά, όπως όλων των ιερέων, κατάμαυρα, έπεσαν μπροστά στο πρόσωπό της. Ο Ροζτόκιγιε θυμήθηκε το φεγγαρόφως που έλουσε τους στρογγυλούς της ώμους, τη λευκότητα των χεριών της κι ύστερα ήρθε στα ρουθούνια του απαλή η ρόδινη μυρωδιά της, η μυρωδιά μιας όμορφης γυναίκας, «αχ, έτσι πρέπει να μυρίζουν όλες οι γυναίκες,» είχε σκεφτεί άθελά του, «σαν ανθισμένες τριανταφυλλιές κι έτσι χλωμά πρέπει να είναι τα πρόσωπά τους, σαν της σελήνης…»

Έπιασε πάλι το φτερό, το βούτηξε στο μελάνι, να γράψει τις σκέψεις κάποιου άλλου, να μη θυμάται,

Μόνο ένα συμπέρασμα: τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως νομίζουν οι κοινοί θνητοί. Κι ακόμη πως καμμιά φορά ούτε καν οι ίδιοι οι θεοί δεν είναι σίγουροι ότι γνωρίζουν.

Του είχε μιλήσει τότε η Μουλ. Του είχε πει γιατί είχε πάρει αυτό το δρόμο, γιατί διέπραττε αυτήν την απίστευτη ιεροσυλία. Του είχε πει όλη την ιστορία της ζωής της. Κι όταν απόσωσε να μιλά, ο Ροζτόκιγιε είχε μείνει βουβός, όρθιος ακόμη, να τρέμει.

Μα πριν ακόμη βγάλουμε τα συμπεράσματά μας, θα πρέπει να πούμε κάτι ακόμη για την εορτή Κινήλλε. Κάτι που γνωρίζουν ελάχιστοι, τόσοι που μετρώνται στα δάχτυλα των χεριών, κι ίσως και λιγότεροι ακόμη. Θα πρέπει να αναφέρουμε μια αινιγματική φράση που είναι γραμμένη στο Ναό της Κινήλλε, στα πόδια του αγάλματος που παρουσιάζει τη θεά αναστημένη, να πατάει με το τρυφερό της πόδι τη γενειάδα του θεού Χειμώνα. Ο αρχαίος καλλιτέχνης, ασφαλώς ένας από τους μύστες των μυστηρίων της θεάς, έχει γράψει: «Θα στο θυμίζω κάθε χρόνο, ώσπου να βρεθεί μια γυναίκα και να μην χρειαστεί να το ξαναθυμηθείς.»

Πώς το πεπρωμένο σημαδεύει τη ζωή ενός ανθρώπου. Ο Ροζτόκιγιε ήταν ένας από αυτούς που ήξεραν. Γιατί η Μουλ του είχε πει εκείνη τη νύχτα, του είχε μιλήσει για τη σπάνια συζυγία των άστρων τη μέρα που γεννήθηκε, για το μάγο που τη μεγάλωσε, ορφανή από γονείς, για τη φυγή και τη μεταμφίεσή της όταν ο μάγος σκοτώθηκε από τη σκοτεινή αδελφότητα των πιστών του Αβαζούλ. «Μέσα στη γρανιτένια λάρνακα ο Καταβροχθιστής κοιμάται και φοβάται μόνο το χρονιάρικο ξόρκι και το παιδί των συζυγιών,» έλεγαν οι ύμνοι τους. Κι όταν ο άντρας παρατήρησε ειρωνικά ότι κι ο ίδιος όπως κι η Μουλ είχε γεννηθεί σε μέρα σπάνιας συζυγίας, τότε η γυναίκα δε μίλησε, μόνο τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και χαμογέλασε πικρά, «λες να μην το ξέρω;» έλεγε το βλέμμα της.

Δέκα μέρες έκανε να συνέλθει ο Ροζτόκιγιε. Δέκα μέρες έπεσε στο κρεβάτι με πυρετό από το βάρος της αποκάλυψης, τόσο ψηλό που οι υπόλοιποι ιερείς φοβήθηκαν ότι θα πεθάνει. Η Μουλ έμεινε δίπλα του όλες αυτές τις μέρες, με το μυστικό της φυλαγμένο στον πυρετό του. Όταν συνήλθε, το πρόσωπό της ήταν το πρώτο πράγμα που είδε. «Εσύ πρέπει να γίνεις Μέγιστος Ιερέας λοιπόν;» τη ρώτησε ψιθυριστά. Κι εκείνη είχε κουνήσει το κεφάλι της καταφατικά. «Για το καλό όλων μας.»

Σκοτεινά οράματα μισότρελων προφητών υπαινίσσονται ότι ο Αβαζούλ δεν είναι χωρίς πιστούς. Λέγεται ότι υπάρχει μια αδελφότητα, στην οποία σημασία δεν έχει τόσο η πίστη στον δαίμονα αυτό, όσο η θέση των άστρων τη μέρα της γέννησης. Η αδελφότητα αυτή έχει σκοπό να σκοτώνει όλους τους ανθρώπους που έχουν γεννηθεί σε μέρες σπάνιων συζυγιών των άστρων, γιατί λέγεται ότι το μόνο που φοβάται ο Αβαζούλ είναι τα παιδιά που θα κάνουν οι άνθρωποι αυτοί.

«Κι εγώ;» την είχε ρωτήσει μια νύχτα. «Εγώ τι πρέπει να κάνω;» Κι εκείνη του είχε δείξει, διστακτικά την αρχή, κι ύστερα με κάτι που έμοιαζε με αγάπη, στο τέλος με βουβό κλάμμα, γιατί ήταν όντως αγάπη, μια αγάπη γραμμένη στις συζυγίες της γέννησής τους. «Άραγε αν δεν ήταν η προφητεία, θα γύριζες να με κοιτάξεις;» την είχε ρωτήσει κάποτε, μέσα σ’ ένα φιλί, πάνω σ’ ένα χάδι. Κι εκείνη είχε πει απαλά: «Εύχομαι μόνο να πάρει τα μάτια σου, έχεις τόσο βαθιά μπλε μάτια…»

Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή κι ας προσπαθήσουμε να κάνουμε μια ιστορία φτιαγμένη από εικασίες και μόνο, γιατί η αλήθεια μάλλον δε θα μας γίνει ποτέ γνωστή. Ο Αβαζούλ, ένας από τους δαίμονες των Έξω Αβύσσων βρέθηκε στη δική μας διάσταση από κάποιο λάθος ξόρκι ή και επίτηδες –που κατάρα σ’ όποιον θέλησε να κάνει κάτι τέτοιο. Οι θεοί κατάφεραν να τον φυλακίσουν σε μια λάρνακα, κάπου ανάμεσα στα Βουνά του Χαμού και τις Ομίχλες Του Χάους, λίγο πριν τη Χώρα των Νεκρών. Η θεά Κινήλλε ορίστηκε φύλακάς του και φροντίζει να μείνει έτσι με το χρονιάρικο ξόρκι της κοίμησης.
Αυτό θα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, με τη βοήθεια του Μέγιστου Ιερέα που ψάλλοντας τη μαγική επωδό, θυμίζει στη θεά τις υποχρεώσεις της. Αυτό όμως που θα σώσει τον κόσμο από τον Αβαζούλ και τη θεά από το χρέος αυτό θα είναι ένα κορίτσι. Οι γονείς του κοριτσιού αυτού θα είναι και οι δύο γεννημένοι σε μέρες σπάνιων συζυγιών.

Η Μουλ έμεινε έγκυος λίγες μέρες πριν γίνει η επιλογή του Μέγιστου Ιερέα. Το κατάλαβε χωρίς να χρειαστεί άλλο σημάδι, μόνο από το πάθος εκείνης της νύχτας. Κι ο Ροζτόκιγιε το κατάλαβε, είχε πέσει εξουθενωμένος δίπλα της, πάνω στο χορτάρι του κήπου του Ναού, κάτω από τον τεράστιο ροδώνα και την είχε τραβήξει στην αγκαλιά του κλαίγοντας σιωπηλά. «Τώρα όλα έχουν πάρει το δρόμο τους,» του είπε σιγανά. «Μετά την επιλογή, θα φύγω να ασκητέψω για έναν ολόκληρο χρόνο, όπως ορίζει το τυπικό. Κι εκεί θα γεννηθεί η κόρη μας.» «Η κόρη μας…» «Που θα έχει τα μάτια σου. Και τα μαλλιά μου.» «Και τη μυρωδιά σου, αγάπη μου, και τη μυρωδιά σου…»

Βέβαια, μετά τη γέννηση του κοριτσιού, οι γονείς του θα πρέπει να εξαφανιστούν, γιατί η αδελφότητα των πιστών του Αβαζούλ θα τους κυνηγήσει και θα τους βρει αν μένουν μαζί. Γιατί λέγεται ότι όταν δύο άνθρωποι, γεννημένοι σε σπάνιες συζυγίες των άστρων παντρευτούν, τότε αποκτούν μια αύρα διαφορετική από τους υπόλοιπους κι η αδελφότητα μπορεί πολύ εύκολα να τους εντοπίσει, ενώ αν μείνουν χώρια, είναι πολύ πιο δύσκολο. Βλέπετε η δυστυχία τους για το χωρισμό τους –γιατί πάντα δύο άνθρωποι γεννημένοι σε σπάνιες συζυγίες ερωτεύονται και αγαπιούνται και είναι γραφτό τους να ζήσουν για πάντα μαζί- αμαυρώνει την αύρα τους και θολώνει την κρίση της αδελφότητας.

Η επιλογή έγινε, ο νέος Μέγιστος Ιερέας έφυγε να ασκητέψει έναν ολόκληρο χρόνο. Κι ο Ροζτόκιγιε αποσχηματίστηκε, τάχα γιατί δε θεωρούσε πια τον εαυτό του άξιο της θεάς. Έγινε καλλιγράφος και πουλούσε τις υπηρεσίες του σε εμπόρους και λόγιους που είχαν κάτι να καταθέσουν στις βιβλιοθήκες της Αναθάι και της Αζόρου. Κι από τότε είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια, τα μαλλιά του είχαν σχεδόν ασπρίσει, τα μάτια του είχαν χάσει το σκούρο μπλε τους χρώμα. «Και τα μαλλιά της δεν είναι πια τόσο μαύρα όσο τότε,» σκέφτηκε αφηρημένα. «Μα θα ‘ναι πόσο πιο μαλακά… και θα μυρίζουν τριαντάφυλλο.»

Και το παιδί; Το παιδί τους; Όμορφο κορίτσι, με τα μάτια του πατέρα σου και τα μαλλιά της μάνας… Όμορφο κορίτσι με βαρύ χρέος. Γεννημένο να ξέρει το πεπρωμένο του, γεννημένο να σιωπά, να μην μπορεί ούτε στην ίδια του τη μάνα να ομολογήσει τι θα ήταν αυτό που έπρεπε να κάνει για να διώξει το δαίμονα πίσω στις Έξω Αβύσσους. Όμορφο κορίτσι και θλιμμένο, παιδί μιας θλιμμένης αγάπης…

Ένα χτύπημα στην πόρτα τον έκανε να τιναχτεί. Οι σκέψεις του τον είχαν απορροφήσει τόσο που φοβήθηκε ότι θα φαίνονταν στο πρόσωπό του. Ατσαλώθηκε με το ήσυχο ύφος του καλλιγράφου και φώναξε να μπουν.

-Ένας ιερέας της Κινήλλε θέλει να σας δει, είπε η υπηρέτρια.

-Να περάσει, φυσικά και να περάσει.

Ο ιερέας δεν στάθηκε στα τυπικά, άλλωστε η αποστολή του ήταν μυστική, ήταν ο έμπιστος του Μέγιστου Ιερέα. «Η Αγιότητά του θέλει να τον επισκεφτείτε αμέσως μόλις μπορέσετε, ίσως και απόψε, αν είναι δυνατόν. Έχω ένα μήνυμα από την Αγιότητά του για σας, ‘όλα έγιναν’, μου είπε να σας πω ‘τώρα πια δεν πειράζει κι αν πεθάνουμε’.»

Ο Ροζτόκιγιε κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, ναι, αν όλα έγιναν, τώρα πια δεν πειράζει κι αν πεθάνουμε. «Θέλω να πεθάνω στα χέρια σου,» της είχε πει κάποτε, κάτω από το ροδώνα του κήπου του Ναού. Κι εκείνη είναι συμφωνήσει, «κι εγώ θέλω να πεθάνω στα χέρια σου, όταν όλα τελειώσουν θα στείλω να σε φωνάξουν, να σε φέρουν σε μένα.» Δεν είχε μείνει τίποτε άλλο πια, παρά μόνο να πεθάνουν ο ένας στα χέρια του άλλου. Έκανε να μαζέψει τους παπύρους και τα μελάνια, να τα ταχτοποιήσει, να τα στείλει στον έμπορο τον Ιμιρκίν. Θα του έγραφε ένα σημείωμα, «βρες άλλον καλλιγράφο, γιατί είναι η ώρα μου να πεθάνω.» Όπως ταχτοποιούσε το μάτι του έπεσε στο χειρόγραφο, στην παράγραφο που δεν πρόλαβε να αντιγράψει.

Όσο για το τι θα κάνει το κορίτσι αυτό για να ξαποστείλει τον Αβαζούλ στις Έξω Αβύσσους, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Λέγεται ότι μόνο η μητέρα της θα ξέρει να της πει ή ότι το παιδί θα γεννηθεί με αυτήν τη γνώση. Οπωσδήποτε όμως θα πρέπει να μεγαλώσει στο Ναό, για να μπορέσει να πάρει όλες τις γνώσεις που χρειάζεται. Επίσης ασαφής είναι και η ηλικία του παιδιού όταν θα γίνει ο εξορκισμός. Πάντως δε θα πρέπει να είναι μικρότερο από δέκα ετών, ούτε και μεγαλύτερο από είκοσι, οπωσδήποτε όμως θα πρέπει να έχει περάσει τα πρώτα της έμμηνα. Ίσως θα πρέπει να γίνει την ημέρα της ανάστασης της Κινήλλε, όμως ούτε αυτό είναι βέβαιο. Εικασίες πολλές, αλλά βεβαιότητα μία: όταν γίνει αυτό οι γονείς της θα είναι πια ελεύθεροι να ξαναβρεθούν μαζί. Όχι για πολύ βέβαια, γιατί η οργή της αδελφότητας του Αβαζούλ θα πέσει επάνω τους τρομερή. Τι κι αν ο θεός τους θα έχει εξοριστεί από τη διάστασή μας; Εκείνοι θα θέλουν να πάρουν εκδίκηση και θα τα καταφέρουν. Οι γονείς του κοριτσιού δε θα ζήσουν περισσότερο από ένα μήνα.

«Και τόσο θα είναι αρκετό για μένα,» της είχε πει τότε. «Ναι,» του είχε απαντήσει. «Και τόσο θα είναι αρκετό.» «Και τόσο θα είναι αρκετό,» είπε στον εαυτό του και ετοιμάστηκε να πάει στο Ναό.