Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Μισός μήνας και κάτι

Πω-πω, πώς πέρασε.

Η τελευταία ανάρτηση του ιστολογίου ήταν λίγο ανάρτηση της ανακουφίσεως. Ένα ηχηρό ουφ! που κατάφερα να βγάλω από το μυαλό μου το δεύτερο κομμάτι μιας ιστορίας που με τριβελίζει εδώ και χρόνια. Γενικά, όταν γράφω -τον τελευταίο καιρό τουλάχιστον- έχω πάντα την αίσθηση μιας πίεσης, μια αγωνίας: θα προλάβω να τα πω όλα; Θα προλάβω να γράψω αυτά που μου έρχονται, πριν τα ξεχάσω; Ή ακόμη χειρότερα, πριν βαρεθώ;

Αυτό το σβήσιμο του αρχικού ενθουσιασμού είναι που με κατατρέχει από το πρώτο διηγηματάκι που έγραψα: φαίνεται πως είμαι άνθρωπος ενθουσιώδης κι όπως όλοι ξέρουμε (σοφία μεταβιβασμένη από τον εκνευριστικό Μιγκουελίτο, το σύντροφο στα παιχνίδια της Μαφάλντας*) οι ενθουσιώδεις άνθρωποι βαριούνται κι εύκολα. Μόλις λοιπόν, μου περάσει ο ενθουσιασμός με μια ιστορία, με μια ιδέα, με ένα εύρημα, το βαριέμαι και θέλω να το παρατήσω.

Και συνήθως το παρατάω. Εξ ου και τόσο η Θύμνα, όσο και τα Παρχάρια γράφτηκαν μέσα σε μια φρενίτιδα, έναν αγχωμένο αγώνα δρόμου να ολοκληρωθούν πριν μου περάσει ο ενθουσιασμός. Κι όταν φτάνω στο τέλος, τα συναισθήματα που απομένουν είναι η ανακούφιση (που τελικά τα κατάφερα και πρόλαβα τον κακό μου εαυτό), η κούραση (γιατί η φρενίτιδα των 1000 με 3000 λέξεων την ημέρα είναι εξοντωτική) και η κεκτημένη ταχύτητα.

Όπως όλοι ξέρουμε -χα! κάποιος θα με μισήσει που γράφω αυτή τη φράση- όταν ο δρομέας ταχύτητας φτάνει στη γραμμή του τερματισμού, ποτέ, μα ποτέ δεν σταματάει απότομα εκεί. Συνεχίζει να τρέχει για λίγο, επιβραδύνοντας σιγά-σιγά μέχρι να σταματήσει εντελώς, να λυγίσει στα δύο και να στηρίξει τα χέρια του στα γόνατά του. Να, κάπως έτσι:




Εγώ δεν έχω φτάσει ακόμη σ' αυτό το στάδιο. Εγώ ακόμη επιβραδύνω. Κι επιβραδύνοντας έχω φτάσει σε σημείο να... ξεκινήσω ένα καινούργιο βιβλίο.

Υπάρχει ήδη ο τίτλος, "Θαλασσινά Κοχύλια", οι τέσσερις κεντρικοί ήρωες (ο Άνθρωπος-Πουλί, η Γυναίκα-Αραποσίτι, η Γκα-Ντα-Γουάχι η Λίμνη και ο Αγκατενό ο Ιχνηλάτης), το θέμα (η περηφάνια) και το υπόβαθρο, μια φανταστική χώρα που ομοιάζει με την προκολομβιανή Βόρεια Αμερική.

Χα-χα-χι-χα, όπως θα έλεγε και το Γελαστό Περδίκι.**



Είδατε τι κάνουν τα πολλά ντοκιμαντέρ; Αιτία κι έμπνευση για τα Θαλασσινά Κοχύλια, ήταν ένα ντοκιμαντέρ, νομίζω του BBC, σχετικά με την πόλη Cahokia, η οποία βρισκόταν στα προάστια του Σεντ Λούις, στο Ιλινόις, ανάμεσα στο 7ο και τον 15ο μ.Χ. αιώνα. Οι περιγραφές της ζωής, της πόλης, των ανθρώπων και της ιδιοσυγκρασίας τους με γοήτευσαν. Το μυαλό, ον εις την προαναφερομένη ταχύτητα, πήρε στροφές κι άρχισε να επιταχύνει και πάλι.



Κι είναι ένα υπόβαθρο, ένα setting όπως είναι η αργκό του χώρου***, πολύ-πολύ-πολύ φρέσκο κι ενδιαφέρον. Ένα σκηνικό που σου δίνει τη δυνατότητα να κάνεις παπάδες, να δημιουργήσεις χαρακτήρες, τοποθεσίες, κοινωνίες, έθιμα, μυθικά τέρατα, θεούς, ομαδικά παιχνίδια, φανταστικά όντα, φαγητά, ρούχα, σκεύη, ναούς, γεωγραφίες, έχθρες κι έρωτες, μαγικά τριπάκια, ταμπού, ποτάμια, λίμνες και βουνά. Κόσμους ολόκληρους.

Και σε αυτή τη διαδικασία έχω μπει εδώ και περίπου πέντε ή δέκα μέρες. Δεν ξέρω να σας πω αν πάει καλά, πάντως είναι ένα κείμενο που θέλω πολύ να το ολοκληρώσω κάποια στιγμή. Ακόμη τα Παρχάρια με καλούν να τα ξαναεπισκεφτώ, αλλά θέλω να τα αφήσω λίγο να με περιμένουν. Να με αποζητήσουν. Ώστε και τα Κοχύλια να καταφέρουν να βγουν σε συγγραφική ξηρά και τα Παρχάρια να ολοκληρωθούν με ανάλογη ορμή και όρεξη με εκείνη που ξεκίνησαν να γράφονται.





*κι εδώ η επίσημη σελίδα της



**μαθητευόμενος σαμάνος στο Λούκυ Λουκ. Δε θυμάμαι σε ποιο τεύχος εμφανίζεται, όμως ο μάγος της φυλής τού βάζει τιμωρία να χορέψει για να φέρει "δυο νεροποντές και λίγο χαλάζι". Και ο χορός της βροχής ακολουθεί αυτόν τον γνωστό ρυθμό: χα-χα-χι-χα, χα-χα-χι-χα, χα-χα-χι-χα...



***Να που θυμήθηκα και το Διογένη Δασκάλου και τους Monie & Monie Conniente. Είχε πει κάποτε σε ένα live: "Για κοίτα. Κάποτε 'ο χώρος' ήταν το ΚΚΕ-ΜΛ. Τώρα..."