Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Αναγνωστικό Ημερολόγιο 2011 - Οκτώβριος (9)

Κάτι που γενικά δεν είναι και πολύ εμφανές ή έκδηλο σε αυτές τις σελίδες του αναγνωστικού μου ημερολόγιου είναι ότι η σειρά με την οποία παρουσιάζονται τα βιβλία δεν είναι τυχαία. Σε γενικές γραμμές προσπαθώ να βάζω πρώτα τα βιβλία που ανήκουν στο ελληνικό φανταστικό, έπειτα τα ελληνικά βιβλία  γενικής λογοτεχνίας (της επονομαζόμενης και mainstream), μετά τα ξένα φανταστικά και τέλος εκείνα που είναι είτε μελέτες είτε δοκίμια, που γενικά δεν ανήκουν στη λογοτεχνία καθεαυτή.

Επίσης προσπαθώ πολύ σκληρά να βάζω εντός της κάθε κατηγορίας πρώτα εκείνα που μου άρεσαν κι ύστερα εκείνα που δε μου άρεσαν. Αυτό φυσικά δε γίνεται πάντα. Αλλά προτιμώ πραγματικά να ξεκινάω με τα καλά νέα.

Η μέρα που η Αμερική εξαφανίστηκε, Γιώργος Ζαρκαδάκης. Είχα διαβάσει και παλιότερα Ζαρκαδάκη, τα «Μυστικά των Χωρών Χωρίς» και το «Πέρασμα» και τολμώ πλέον να τον καταχωρίσω ξεκάθαρα στην ελληνική επιστημονική φαντασία. Πρόκειται για συλλογή διηγημάτων. Έχει πολύ ωραία γλώσσα, πολύ ωραίους και κομψά σκιαγραφημένους χαρακτήρες, ενδιαφέρουσες πλοκές και μήνυμα στα κείμενά του. Νομίζω ότι είναι κατάφορα αδικημένος από μας που διαβάζουμε ελληνική φανταστική λογοτεχνία. Κατάφορα.

Η Τέφρα της Ψυχής, Γιάννης Γιαννακαρώνης. Πολύ μικρά κείμενα, με αλλοπρόσαλλη δομή και γραμματική (ένα μπέρδεμα με τους χρόνους υπάρχει σε όλα, και στα 18) και πολλές φορές χωρίς σαφή κεντρική ιδέα, ή με ελλείψεις σε σημαντικά τεχνικά σημεία (π.χ. κάποια δεν έχουν αρχή, κάποια δεν έχουν μέση, κάποια δεν έχουν τέλος και πολλά δεν έχουν σύνδεση μεταξύ πρώτου και δεύτερου μέρους). Γενικά όλη η καλή πρόθεση να συνδεθεί η λογοτεχνία φαντασίας με τραγούδια μέταλ, αλλά από αποτέλεσμα, μηδέν.

Μπόραθ, Το μυστικό όπλο, Μέρος Πρώτο: Συνωμοσία, Γιάννης Καμπουρόπουλος. Κακό sixties pulp, εφηβική αντίληψη του πώς φτιάχνεις μια πλοκή, άπειρες, ανούσιες κι αδιάφορες και info-dump υποσημειώσεις, χαρακτήρες-καρικατούρες, τρεις σελίδες διαλόγου σε τεχνητή γλώσσα* και τύπου Τζεντάι Φύλακες του μυστικού. Το καθαρά λογοτεχνικό κομμάτι (με την κυριολεξία της λέξης, όπου λογοτεχνία είναι η τέχνη του να χρησιμοποιείς σωστά το λόγο) είναι ανύπαρκτο και η πλοκή είτε εξαιρετικά πολύπλοκη, είτε υποτυπώδης.

* Ένα παράδειγμα τριών φράσεων από το διάλογο που κρατάει, επαναλαμβάνω, τρεις σελίδες. Διατήρησα την ορθογραφία, τον τονισμό και τα τυπογραφικά λάθη.

"Νόετ νι χούμοεθ Κρίστανιι σεφίιλ νίιφεο;" [Γιατί οι Κριστάνιοι έχουν τέτοια ανοιχτά σκάφη;] απόρησε δείχνοντας τη μία άκατο.
Η Λούλα την κοίταξε.
"Εμ... Κρίσταν'ι... ε... Νέμ οσόχθεε τίι Κρίστανιι αλούσεφ ίι..." [Δεν τους επιτρέπουν οι άλλοι να κοιτούν σκαφιστά...] αποκρίθηκε κομπιάζοντας.
Η Χετ την κοίταξε. Χαμογέλασε ζεστά κι έγειρε το κεφάλι της στο πλάι μορφάζοντας ευγενικά, σαν να εννοούσε ότι κάτι ήταν λάθος.
'Νέμ 'αλούσεφ ίι'... Ετ: αλόο σέφ ιν!" [Όχι "να κοιτούν σκαφιστά". "Να έχουν κανονικά".]
"Αυτό..." είπε γελώντας η Λούλα.

e-drugs, Θοδωρής Καραγεωργίου. Απλή στρωτή γλώσσα, ενδιαφέροντες χαρακτήρες (αν και θα χρειαζόταν λίγο tell ακόμη, αντί του show, αλλά σαφώς σε μεγαλύτερο κείμενο), ντελικάτες διασυνδέσεις μεταξύ των διηγημάτων, και λίγο εξεζητημένες πλοκές. Από τη μία ξέρω ότι θέλει λίγο δουλειά ακόμη. Από την άλλη διαβάζεται πάρα πολύ ευχάριστα και πάρα πολύ εύκολα και με όλες του τις συναισθηματικές διακυμάνσεις. Η σκηνή όπου μαθαίνουμε ότι ο τραγικός ήρωας ενός διηγήματος είναι στην πραγματικότητα ο sim ήρωας ενός άλλου προσώπου είναι από τις πιο δυνατές, παρά τις τρυπούλες αληθοφάνειας.

Ο Βομβιστής του Παρθενώνα, Χρήστος Χρυσόπουλος. Ένα παράδοξο κείμενο, που μάλλον δεν ανήκει στην Εναλλακτική Ιστορία όπως πίστευα, αλλά έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον. Δε μπορώ να πω ότι ξετρελάθηκα ή ότι εκτίμησα την ιδιόρρυθμη τεχνική, αλλά ήταν κάτι διαφορετικό. Δε νομίζω -ειρήσθω εν παρόδω- ότι θα διαβάσω άλλο βιβλίο του όμως.

Ο Ιούλιος και το Γκόλεμ και κάποια άλλα μικρά κείμενα, Γιάννης Θ. Μάζης. Νομίζω ότι είναι ο ίδιος που έγραψε τα «Μυστικά Ημερολόγια της Νήσου Σολέμνις», που είχα αγαπήσει πολύ. Ετούτο, αν και το πήρα για φανταστικό, δεν είναι. Από την άλλη η γραφή είναι πολύ ενδιαφέρουσα, σχεδόν αυτόματη κάποιες φορές, αλλά και μεστή από συναισθήματα. Το μόνο μειονέκτημα, αν μπορεί να θεωρηθεί μειονέκτημα, είναι μια κάποια υπερβολικά ρομαντική διάθεση των ηρώων του. Υποθέτω ότι είναι θέμα γούστου, από ένα σημείο κι έπειτα.

Η Αμάντα και ο Εξωγήινος, Ρόμπερτ Σίλβερμπεργκ. Αρχίζω (μετά από χρόνια) να καταλαβαίνω τι με ενοχλεί στον Σίλβερμπεργκ: μια εμμονή με το θάνατο και τη αποξένωση, με την απομόνωση και το προσωπικό κουκούλι του καθενός. Νομίζω ότι το Γεννιόμαστε με τους Νεκρούς είναι σημαδιακό σχετικά με τον τρόπο σκέψης του, που απλά διαρρέει στα άλλα του έργα.

Άγρια νύχτα, Νόρμαν Σπίνραντ, την έκδοση του ΠαραΠέντε, από τη σειρά In Orbit. Το ομώνυμο το είχα διαβάσει σε μια άλλη έκδοση, πάλι του ΠαραΠέντε, οπότε διάβασα μόνο το μικρό διήγημα Η Παλιά Καλή Εποχή. Ο Σπίνραντ, τελικά είναι πάντα ο Σπίνραντ: σκληρός και ταυτόχρονα τρυφερός.

Maori Religion and mythology, Edward Shortland. Είναι μάλλον αρχαίο (1882), αλλά πέντε πράγματα που ήθελα να τα πιάσω, τα έπιασα.