Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Αναγνωστικό ημερολόγιο 2012 - Ξενόγλωσσο Φανταστικό (17)

Γενικά το ξενόγλωσσο φανταστικό αντιμετωπίζεται από τους εγχώριους αναγνώστες ως το κάτι εξαιρετικό, και πολλές φορές αυτό είναι αλήθεια, μιας και για να εκδοθεί και να γίνει γνωστό κάτι στο εξωτερικό έχει πάρει την έγκριση μεγαλύτερου ποσοτικά κοινού. Από την άλλη, το τι μεταφράζεται ή το τι διαφημίζεται είναι μάλλον άσχετο με την ποιότητα του εκάστοτε κειμένου.


Για τη διασκέδασή σας έχω χωρίσει το ξενόγλωσσο φανταστικό σε τρία μέρη: τους καλούς, τους μέτριους και τους γελοίους. Γιατί γελοίους κι όχι κακούς; Ε, διαβάστε και θα μου δώσετε κι εσείς το δίκιο, βεβαίως-βεβαίως.



ΟΙ ΚΑΛΟΙ



On the Beach, Nevil Shute Norway: Μάλλον το ωραιότερο βιβλίο που διάβασα φέτος. Not for the weak of heart. Μια πόλη της Αυστραλίας, ένα πυρηνικό υποβρύχιο, έξι μήνες ζωής και μετά θα έρθει το πυρηνικό νέφος από το βόρειο ημισφαίριο και θα πεθάνουμε όλοι. Στο μεταξύ το μεγάλο μέρος των ανθρώπων εξακολουθεί να μιλάει λες και πρόκειται να ζήσουν για πάντα. Ένας γιατρός χειρουργεί μια γυναίκα με όγκο στο στομάχι γιατί "θα της δώσει ακόμη δυο-τρία χρόνια ποιοτικής ζωής". Ένας Αμερικανός καπετάνιος αγοράζει παιχνίδια για την κόρη και το γιο του, δεδομένου ότι στο βόρειο ημισφαίριο δεν υπάρχει πια κανείς ζωντανός. Μια νοικοκυρά αγωνιά για την κόρη της γιατί μπορεί μεγαλώνοντας να γίνει στραβοκάνα. Αγρότες αναρωτιούνται αν πρέπει να φτιάξουν ένα φράγμα για να συγκρατεί τη βροχή. Ένας φυσικός κερδίζει το Γκραν Πρι Αυστραλίας. Μια ασύδοτη κοπέλα δίνει εξετάσεις για να μάθει στενογραφία. Παράνοια. Αλλά δε μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, βρε παιδί μου. Μπορεί να θυμώσεις μαζί του, να φωνάξεις, να κλάψεις, αλλά δε θα το αφήσεις ως το τέλος. Κι όταν τελικά καταλαβαίνεις τι σημαίνει ο τίτλος, τότε και μόνο τότε το παίρνεις απόφαση κι εσύ ότι το βιβλίο έχει τελειώσει οριστικά. Συστήνεται μόνο σε όποιους δε φοβόνται την κατάθλιψη (γιατί αυτό το βιβλίο σε αφήνει λιγάκι καταθλιπτικό στο τέλος). Αν πάλι δε θεωρείτε ότι θα το αντέξετε αναγνωστικά, ρίξτε μια ματιά στις δύο του μεταφορές στη μεγάλη οθόνη. Ειδικά τη νεώτερη με τον Αρμάντ Ασάντε, που θες να σπάσεις την τηλεόραση, ξερω-‘γω.

Ο τρίτος αστυφύλακας, Φλαν Ο' Μπράιαν: Οιαδήποτε προσπάθεια να το περιγράψω θα ήταν σπόιλερ, οπότε σας προειδοποιώ ότι ακολουθούν σπόιλερ μέχρι την επόμενη εικονίτσα. You have been warned.

Πρόκειται για έναν λόγιο τύπο στην (όπως υποθέτω) Αγγλία του 1930-1950, που κάνει έναν φόνο. Όταν αργότερα γυρίζει να μαζέψει τα κλοπιμαία αρχίζει η παράνοια κι ο παραλογισμός: ο πεθαμένος τού πιάνει φιλοσοφική συζήτηση, αρχίζει να έχει διαλείψεις αμνησίας, απευθύνεται στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής για να βρει τα κλοπιμαία, όπου συναντά δύο θεοπάλαβους στα όρια του φρικιού αστυνομικούς κι έναν αόρατο τρίτο, που μόνο στο τέλος εμφανίζεται. Γίνεται πολύ κουβέντα για ποδήλατα, για μηχανικά κουτιά και για τρόμπες ποδηλάτων, όπως επίσης και για κουτσούς με ξύλινο πόδι, για την εσωτερική φωνή του αφηγητή που του πάει αρκετές φορές κόντρα, για μια μηχανή που μετράει το όμνιουμ -μη ρωτήσετε τι είναι αυτό, γιατί θα με αναγκάσετε να σας απαντήσω!-.

Η πιο κουφή κι η πιο αστεία κι η πιο ενδιαφέρουσα (λέμε τώρα) πλευρά του βιβλίου είναι η μανία του συγγραφέα με τον φανταστικό φυσικοφιλόσοφο ντε Σέλμπυ, για χάρη του οποίου διαπράττει και το έγκλημα. Οι αναφορές στα έργα του, οι υποσημειώσεις με τις προσωπικές των σχολιαστών του, η ίδια η ζωή του ντε Σέλμπυ και οι ιδέες του, που μπορούν να σε ρίξουν κάτω γελώντας με λυγμούς, είναι μια σπάνια απόλαυση που κανείς δεν πρέπει να την στερηθεί. Αν και το τέλος είναι σχετικά προβλέψιμο, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί το 'χουμε ξαναδεί και ξαναδεί και ξαναδεί γραμμένο από άλλους, λιγότερο ενδιαφέροντες συγγραφείς, είναι γραμμένο με τρόπο που θα σας μείνει για καιρό.
Κρυστάλλινος Κόσμος, J. G. Ballard: Όπως και κάθε άλλο του βιβλίο που έχω διαβάσει έχει τις εμμονές του και τις καταπληκτικές στιγμές του, τις απίστευτες εικόνες καταστροφής (ή μήπως δημιουργίας;) και ερωτικά του τρίγωνα και τις αμφισημίες του, τις πολικότητές του μέσω συμπεριφορών που μοιάζουν μάλλον γκρίζες. Πολλές φορές δεν ξέρεις αν αυτό που διαβάζεις σου αρέσει ή όχι, αν σε ενοχλεί ή όχι, αν σου είναι αδιάφορο ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, εγώ προσωπικά για ένα πράγμα μένω πάντα σίγουρη: ότι θα διαβάσω και το επόμενό βιβλίο του που θα πέσει στα χέρια μου.

Σάλεμ’ς Λοτ, Stephen King: Ευπειθώς αναφέρω το πρώτο βιβλίο του Στήβεν Κίνγκ που διαβάζω. Πριν με φάτε ζωντανή, έχετε υπόψην σας ότι πρώτον, έχω ακούσει άπειρα καλά πράγματα για τον Κινγκ (οπότε προσπαθώ να μην τον διαβάσω για να μην τρομάξω πολύ) και δεύτερον, έχω ακούσει πολλά άσχημα πράγματα για τον Κινγκ (ότι δεν ξέρει πώς να κλείσει ένα βιβλίο, ότι έχει εμμονές με τους ήρωές του, ότι η πολύ εμπορικότητα τον έχει ξεφτίσει). Διάλεξα το Σάλεμ’ς Λοτ για όλους αυτούς τους λόγους κι ένιωσα ανακούφιση που τελείωσε. Όχι γιατί δε μου άρεσε, αλλά γιατί οι εικόνες που δημιουργεί ήταν τόσο έντονες που μαγαρίστηκε ο ύπνος μου για τουλάχιστον μια εβδομάδα μετά.

Αποκάλυψη, Bentley Little: Άλλο ένα βιβλίο τρόμου, που διάβασα πρακτικά μονορούφι, περιμένοντας στο ιατρείο για να εξεταστώ. Περίμενα να με ζορίζει κάπως η ιδέα ειδικά εκείνη που αφορά τα μωρά, αλλά μάλλον με βοήθησε και το περιβάλλον και δεν επηρεάστηκα όσο περίμενα. Γενικά ενδιαφέρον, απλά χωρίς καμιά (για μένα) έκπληξη στην πλοκή του.

Η Πόλη των Βαμπίρ, Paul Feval: Το πρώτο βιβλίο mush-up λογοτεχνίας. Αστειεύομαι φυσικά, αλλά θα μπορούσε. Η Ανν Ράντκλιφ λαμβάνει κάποια γράμματα την παραμονή του γάμου της και ξεκινάει σε ένα βαμπιροφονικό κουέστ across Europe, παρακαλώ. Πολύ βικτωριανό αλλά και πολύ διασκεδαστικό, παρά την ηλικία του.



ΟΙ ΜΕΤΡΙΟΙ



Έτος Μηδέν, Jeff Long: Μελλοντολογική περιπέτεια. Γενικά, περίμενα να εκμεταλλευτεί με το γνωστό, τον εκνευριστικό τρόπο το τέρμα μη-πρωτότυπο εύρημα της εύρεσης οστών στο Γολγοθά (Τζίζαζ Κράιστ, γουίνκ-γουίνκ). Τελικά έδωσε περισσότερη βάση στους χαρακτήρες του, κρατώντας ταυτόχρονα σε ενδιαφέροντα επίπεδα την πλοκή. Θα το σύστηνα σαν ενδιαφέρον ανάγνωσμα και σε εκείνους που δε διαβάζουν πολλές περιπέτειες.


The Erevis Cale Trilogy, Paul S. Kemp: Μιας και κάθε καλοκαίρι πλέον διαβάζω κι από ένα πακετάκι τέτοιο, είπα φέτος να το ρίξω στην κουλτούρα. Γενικά, από τις τρεις σειρές Forgotten Realms που έχω διαβάσει, είναι εκείνη με την οποία δε γελούσα δυνατά στις δραματικές στιγμές. Καλό αυτό. Το Πέπλο του Λυκόφωτος μού φάνηκε λίγο καλύτερο από τις συνήθεις σαλβατοριές, αν και είχε ακόμη το φίλινγκ των φου-ρου. Η Βασιλεία της Νύχτας συνεχίζει να είναι λίγο καλύτερο από τις συνήθεις σαλβατοριές και να διατηρεί το φίλινγκ. Η κλιμάκωση των κακών είναι πολύ χαριτωμένη τελικά, στο πρώτο κακός ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε να γίνει θεός-ξερω-‘γω με βοήθεια από τρία-τέσσερα μαγικά πλάσματα, στο δεύτερο οι κακοί είναι τα μαγικά πλάσματα και στο τρίτο που το ξεκίνησα κιόλας, υποθέτω ότι κακός θα είναι ο ντάντυς των μαγικών πλασμάτων. Η Μάσκα του Μεσονυχτίου είναι ένα χαριτωμένο βιβλίο, αρκετά σκληρότερο απ' ό,τι περίμενα. Κλείνει λογικά την τριλογία και αφήνει δυνατότητες για περαιτέρω ανάπτυξη των χαρακτήρων σε πιθανές επόμενες τριλογίες. Α, διάβασα και μια καταπληκτικά πραγματική ατάκα σε αυτό το βιβλίο. Κάποια στιγμή εκείνος λέει σε εκείνη: "Μη με περιμένεις." Κι εκείνη του απαντάει: "Αν θα σε περιμένω ή όχι είναι δικός μου λογαριασμός". Πού είναι τα εμότικον με τις καρδούλες;

Ο κυρίαρχος των ίσκιων, Γκράχαμ Π. Τέιλορ: Ένα πολύ παράξενο βιβλίο. Από τη μία μπορούσα να δω ότι ο άνθρωπος ήξερε να χειρίζεται τα υλικά του, να κλιμακώνει την ένταση και την αγωνία και να στήνει σκηνές και ατμόσφαιρα. Από την άλλη έχει ένα σωρό στοιχεία που θα τα έλεγα ενοχλητικά: α) είναι εφηβικό ανάγνωσμα, αλλά έχει πάρα πολύ ενοχλητικές σκηνές, σκηνές που ξεπερνούν τα όρια του young adult και περνάνε ίσως στον τρόμο. β) Η αληθοφάνειά του είναι πολύ ενοχλητική. Συγκεκριμένα μιλάει εν έτη 1700-κάτι οπότε και υπάρχουν κορίτσια που τα σαπίζει στο ξύλο ο πατέρας τους, κληρικοί που κάνουν μάγια, ομαδικό πλιάτσικο των χωρικών σε βυθισμένα καράβια και πεντάχρονα αγόρια που παρακολουθούν λυντσαρίσματα, τα οποία και περιγράφει on screen. γ) Η άποψή του για τη συγκεκαλυμμένη θρησκευτική προπαγάνδα -αντί να λέει Χριστός λέει Ριάθαμους κι ο Σατανάς λέγεται Πυρραθέων- είναι μάλλον ύποπτη, μέχρι που γυρνάς και βλέπεις ότι ο συγγραφέας είναι ιερωμένος. Και πάλι όμως δε μπορείς να του τη δικαιολογήσεις έτσι εύκολα, γιατί είναι τόσο έντονη που βγάζει μάτι.

Η κόρη της ονειροκλέφτρας, Michael Moorcock: Με ήρωα τον Έλρικ από σπόντα αλλά κεντρικό τον Φον Μπεκ, η ιστορία του Αιώνιου Πρόμαχου συνεχίζεται ή μάλλον διανθίζεται με νέες καταπληκτικές εικόνες και συγνώμη κιόλας, βαρετές περιπέτειες. Ο Μούρκοκ έχει μεγαλώσει ή εγώ έχω μεγαλώσει και δεν τα βρίσκουμε πια οι δυο μας.

Shadow Blizzard, Chronicles of Siala book 3, Alexey Pehov: Εξακολουθεί να έχει τα προβλήματά του, αλλά η περιπλάνηση στο Χραντ Σπέιν και το μυστικό του Κλι-Κλι είναι αρκετά για να σε κρατήσουν. Δεν είμαι σίγουρη ότι τελειώνει έτσι, πάντως κλείνει κάποιες πλοκές ικανοποιητικά κι άλλες με αστεία τεχνάσματα, π.χ. πρέπει να δείξει από κοντά τη μεγάλη μάχη, στην οποία ο Χάρολντ δε συμμετέχει και τι κάνει; Τον βάζει να τη βλέπει... στο όνειρό του. Καταπληκτικό εύρημα, τι να σου πω τώρα κι εσένα. Τουλάχιστον στο Prowler δεν ήταν οράματα που κρατούν, ξέρω 'γω, είκοσι σελίδες και μοιάζουν με κάποιο κείμενο από άλλο μυθιστόρημα, που για να μην το πετάξει, το κοτσάρησε εκει πέρα. Δε φαίνεται καν ο Χάρολντ κάπου στα οράματα αυτά, σαν αόρατος παρατηρητής. Είναι μια απλή, σκέτη, ξεροσφύρι βρε παιδί μου, αφήγηση μιας μάχης, με εναλλαγές οπτικής γωνίας και δραματικούς διαλόγους και εμβάθυνση στο χαρακτήρα κάποιων Αγνώστων Στρατιωτών. Παντελώς άκυρο με το υπόλοιπο βιβλίο.


Giant Thief, David Tallerman: ένα ημι-επικό, ημι-νουάρ φάντασι, που ελπίζω να μην έχει follow-ups, και που με ταλαιπώρησε σχεδόν τρεις μήνες. Η ιστορία έχει να κάνει με τον παμπόνηρο κατά το συγγραφέα κλέφτη Easie Damasco, που κλέβει έναν γίγαντα από το στρατό του evil overlord Moaradrid. Γενικά οι περιγραφές των τοπίων είναι χαριτωμένες, αλλά η πλοκή είναι βαρετή (ένα κυνηγητό πέρα δώθε στη χώρα) και οι χαρακτήρες ή προκάτ (ο κακός Μοαράντριντ, ο γενναίος λοχαγός, η έξυπνη και δραστήρια δημαρχίνα) ή εντελώς αλλοπρόσαλλοι (ο ίδιος ο Ίζι δεν φαίνεται να έχει ηθικούς φραγμούς, κάνει τη μία μ@λ@κι@ μετά την άλλη και πού και πού θυμάται να έχει και μια δυο στιγμές ανωφελούς μετάνοιας). Δεν είναι τόσο κακό όσο η τριλογία με τα γκόμπλιν του Jim C. Hanes, αλλά μέχρι να τελειώσει μου έβγαλε την πίστη.

Κραυγή από την Κόλαση, Ramsey Campbell: Πρόκειτα για μια νουβέλα τρόμου, κατά την οποία διάφοροι άνθρωποι περπατάνε μέσα σε εγκαταλελειμμένα σπίτια όπου κάτι τους παρακολουθεί, φρικτά βασανιστήρια υπονοούνται (και μόνο υπονοούνται, σπλάττερ φάκτορ μηδέν εις το πηλίκο) και φυσικά ήρωες που ασχολούνται με τα βιβλία. Το δε τέλος είχε φάει μια πιστολιά όταν ήταν μικρό, κι από τότε δε συνήλθε. Έχει μια ιδέα που ίσως και να μη με ενδιαφέρει και το 50% της πρόζας αποτελείται από πρακτικώς αδιάφορες περιγραφές του τοπίου, αστικού ή μη. Μία σκηνή είχε πού πήγε να με τρομάξει κι όταν αποφάσισε να ξεμπερδεύει με τη μάρτυρα (γουίνκ-γουίνκ) με είχε ήδη ξενερώσει.




ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΛΟΙΟΙ



(Ευτυχώς είναι μόνο δύο.)



Η ανασκαφή, James Rollins: Μια από τις Κυριακές του Ιουλίου πήγα παραλία και για τους γνωστούς λόγους, δε μπόρεσα να βουτήξω. Πήρα λοιπόν μαζί μου ένα βιβλιαράκι να μου κρατήσει συντροφιά, ένα μικρό. Την Ανασκαφή του James Rollins. 519 σελίδες.

Ήταν από μια παρτίδα βιβλίων που είχα αγοράσει σε κάτι προσφορές, πρακτικά κοψοχρονιά. Αλλιώς οι κινηματογραφικές περιπέτειες συνήθως δε με ενθουσιάζουν. Τα είχα αγοράσει ακριβώς γι' αυτόν το σκοπό, για να τα διαβάσω κάποιο καλοκαίρι στην παραλία. Κι αποδείχτηκαν (γουέλ, η Ανασκαφή τουλάχιστον) άξια των προσδοκιών μου. Γιατί το καλό βιβλίο παραλίας, εκτός από μεγάλο και διασκεδαστικό, πρέπει να σου δίνει και κάτι να κουβεντιάζεις με τους φίλους σου που επιστρέφουν από τη βουτιά τους να λιαστούν. Πρέπει να σου δίνει κάτι να τους διασκεδάσεις.

"Πώς είναι; με ρώτησε ο φίλος μου τυλιγμένος στην πετσέτα του.
"Κοίτα", του είπα, "έχεις δει τον Κώδικα Ντα Βίντσι;"
"Αμέ", μου απάντησε αρχίζοντας να χαμογελά.
"Κάποιο από τα Ιντιάνα Τζόουνς, έχεις δει;" τον ξαναρώτησα.
"Και τα τέσσερα" μου απάντησε κι ευτυχώς, αλλιώς θα έπρεπε να τον χωρίσω και δεν το θέλω. "Νομίζω όμως ότι μάλλον θα ήθελες να έχω δει σίγουρα το τελευταίο, με τα κρυστάλλινα κρανία, ε;"
"Έχεις δει επίσης" συνέχισα με την τελευταία μου ερώτηση χωρίς να απαντήσω στη δική του, "κάτι τηλεταινίες από αμερικάνικα επαρχιακά κανάλια, με την οργή της μούμιας και δομινικανούς μοναχούς και τον ηρωικό παλικαράκι και την κοπέλα που είναι και ψυχικώς τραυματισμένη από την ιρλανδική της καταγωγή;"
"Έχει και ρατσιστή μαύρο και γκέι δημοσιογράφο;" με ρώτησε.
"You betcha."

Εκεί τον έχασα γιατί άρχισε να μου χασκογελάει και κατάλαβα ότι η ευκαιρία μου να τον ρίξω αναίσθητο είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Ανασήκωσα τους ώμους μου και ανακοίνωσα την απόφαση του δικαστηρίου.

"Ε, βάλε και μια γεροντοκαψούρα και μια τζούρα από την ταινία Evolution, αυτή που παίζει ο Ντουκόβνι, και το έδεσες το συκαλάκι."

Ο φίλος μου εξακολούθησε να χασκογελά, είναι ο δυστυχής καλά εκπαιδευμένος σε τέτοιες καταστάσεις. Τον τυπάκο με την κοπέλα του, όμως, στην διπλανή ξαπλώστρα, δεν κατάφερα να τον σώσω.

Anonymous Rex, Eric Garcia: Εκπληκτικής μπουρδολογίας νουβέλα, τάχαμου-νουάρ, τάχαμου-εναλλακτική ιστορία, τάχαμου-επιστημονική φαντασία. Ενημερώνω και απεκδύομαι πάσης ευθύνης ότι ακολουθεί η υπόθεση, μην και το δει κανείς και του αποκολληθεί ο αμφιβληστροειδής και μετά μου ζητάει και τα ρέστα. Πάμε.

Ο Βίνσεντ Ρούμπιο είναι ξεπεσμένος ντετέκτιβ στο Λος Άντζελες. Έχει πρόβλημα με ναρκωτικά και οικονομικά κι ο συνεργάτης του έχει σκοτωθεί κι ακόμη δεν το έχει ξεπεράσει. Η μόνη διαφορά με τους εκάστοτε Μάρλοου είναι ότι ο Βίνσεντ είναι Βελοσιράπτορας. Κι όταν λέω Βελοσιράπτορας, εννοώ ακριβώς αυτό που θα βγει όταν γκουγκλάρετε τη λέξη Velociraptor.

Δηλαδή αυτό.


( Η εικόνα παρμένη από εδώ.)

Πάρτε μια βαθιά ανάσα. Άλλη μία. Ξεθόλωσαν τα μάτια; Εντάξει; Θα αντέξετε το παρακάτω;

Διότι οι δεινόσαυροι (λέει) δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά πριν από τρία εκατομμύρια χρόνια (λέει) αποφάσισαν να κρατήσουν μυστική την ύπαρξή τους από τα δίπολα ζωντόβολα (λέεει). Και γι' αυτό τώρα ζουν ανάμεσά μας, σε ένα ποσοστό επί του γενικού πληθυσμού 5% κι επί του αμερικανικού πληθυσμού 12-15%. Μασκαρεμένοι κάτω από πλαστικές στολές και γάντια.

Και ναι, το θέαμα όπως το φαντάζομαι, θα πρέπει να είναι περίπου αυτό

( Η εικόνα παρμένη από εδώ.)


Δεν πιστεύω να θέλετε ν' ακούσετε παρακάτω;

Ότι οι δεινόσαυροι δεν μπορούν να μεταβολίσουν το αλκοόλ ή τα αλκαλοειδή και κάνουν κεφάλι με βασιλικό, μαντζουράνα και ρίγανη; Ότι δεν τίθεται θέμα διασταύρωσης (!) με τους homo αλλά τελικά ο Βίνσεντ τα φτιάχνει με μια ανθρωπίνα (!!) που του προκύπτει τελικά δεινοσαυρίνα (!!!) και που στο τέλος καταφέρνει να κάνει, μέσω ανίερων πειραμάτων παιδί (πόσα θαυμαστικά να χωρέσουν πια...!) με έναν άνθρωπο που το παίζει δεινόσαυρος; (λυπούμεθα, αλλά το θαυμαστικό μόλις παραιτήθηκε και βρίσκεται καθ' οδόν για Κανάριες Νήσους, για west and wewaxation at wast.)

Δεν έχω άλλες ερωτήσεις για τον μάρτυρα, κύριοι δικασταί. Διότι μάρτυρας υπήρξα όσο το διάβαζα. Τουλάχιστον είχε μια στρωτή ροή, μια κάποια συνέπεια στη γραφή και στην πλοκή του και χαρακτήρες στα όρια του αρχετυπικού. Πολλά πράγματα ακριβώς επειδή δεν υπάρχει περίπτωση να βρει τρόπο να τα δικαιολογήσει, ο Γκαρσία τα αφήνει στον αέρα. Σα να σου κλείνει το μάτι, γουίνκ-γουίνκ, "ξέρω ότι αυτό που λέω δε στέκει, αλλά άμα έστεκε δε θα ήταν πολύ κουλ τα πράγματα, ε, ε, ε;" Ευτυχώς λέω, ευτυχώς, που τουλάχιστον τα πήρε πρέφα πριν τους αναγνώστες του.

Και για όσους αναρωτιούνται, όχι, δεν είναι χιουμοριστικό σαν το Ντερκ Τζέντλυ, ούτε και σατιρίζει κάτι. Αντίθετα ο ήρωας, αν αποστασιοποιηθείς από τα δεινοσαυρικά, είναι ένα ζάκι που μασουλάει συνεχώς τη δόση του. Ειδικά στις πρώτες σελίδες δεν κάνει τίποτε άλλο, συνεχώς ασχολείται με τη ντρόγκα. Το ότι η ντρόγκα αυτή είναι βασιλικός και ρίγανη δεν κάνουν την υπόθεση λιγότερο creepy.