Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Τα 20 (21...) πέμπτα

Αυτή η εικοσάδα περιέχει εικοσιένα βιβλία… Ναι, δε σας γελούν τα μάτια σας. Απλά στο στοίχημα δε μετράνε τα μη-λογοτεχνικά βιβλία, οπότε το 21ο είναι προσφορά του καταστήματος…

Οι Νεφοκαλικάντζαροι, Μάριος Βερέττας: Παραμύθι, που προέκυψε από θεατρική παράσταση. Τολμώ να πω εξαιρετικό, το καλύτερο από τα τρία του Βερέττα που έχω διαβάσει (τα άλλα δύο ήταν το Αυγό του Παλιατζή και η Εισβολή στη Μυρμηγκάνα).

Ίμερος και Αστραία, το μυστικό της σιωπηλής χώρας, σειρά Ουρανός βιβλίο πρώτο, Δημήτρης Βαρβαρήγος: Ηρωικό φάνταζι για παιδιά το λέει ο συγγραφέας του και παρ’ όλο που σε κάποιες στιγμές έχει φοβερό δυναμικό, ωστόσο κάνει το λάθος να ανακατέψει ετεροχρονισμούς, όπως η ραδιενέργεια και άλλα χαριτωμένα και να το κάνει βαρύτερο απ' ό,τι έπρεπε. Το αποτέλεσμα πιστεύω ότι θα μπέρδευε τα παιδιά, και φυσικά δεν θα ικανοποιούσε καθόλου τους μεγάλους.

Ακόμη και τα Πουλιά, Μάκης Πανώριος: Το βιβλίο αυτό το έχω τουλάχιστον δέκα χρόνια στη βιβλιοθήκη μου και έχω δοκιμάσει άπειρες φορές να το διαβάσω, πάντα όμως χωρίς επιτυχία. Αυτή τη φορά τα κατάφερα κυρίως γιατί δεν το παράτησα στις πρώτες 30 (από τις 100) σελίδες του, οι οποίες αναλίσκονται στην ασαφή περιγραφή της βόλτας ενός παράξενου παιδιού. Είναι πολύ μυστήριο βιβλίο, σου δίνει την εντύπωση ότι έχει προβλήματα ρυθμού. Όσο το Αγόρι είναι μόνο του στη φύση, το κάθε ένα πράγμα περιγράφεται αναλυτικότατα, σε κουραστικό βαθμό. Αργότερα που προστίθενται πρόσωπα στο δράμα, κυρίως με την είσοδο του Άντρα και του Νόνου, αρχίζει να τρέχει, για να καταλήξει σε τρεις ή τέσσερις σελίδες διαλόγου ανάμεσα στη Μητέρα και τον Πατέρα του Αγοριού, που έρχονται να τον πάρουν (χωρίς να είναι σπόιλερ, σας λέω ότι το Αγόρι είναι τελικά εξωγήινος. Το καταλαβαίνεις από την πρώτη σελίδα αυτό.)

Το Οριζόντιο Ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, Αργύρης Χιόνης: Μικρά παραμυθάκια που παίζουν με το σουρεάλ και την ποίηση, χωρίς όμως να χάνουν το βηματισμό τους. Για μεγάλα και λίγο μικρότερα παιδιά. Όχι γιατί τα μικρά-μικρά δε θα τα ευχαριστηθούν, αλλά καλό είναι να προστατεύουμε την παιδική ηλικία από την άμεση απαισιοδοξία.

Τα βρωμόλογα των Αρχαίων Ελλήνων, αρχαίες χυδαιότητες, προστυχιές και βωμολοχίες, του Μάριου Βερέττα: Λίγο σκέτο, σε μορφή λεξικού. Περίμενα κανένα σκαμπρόζικο αστείο να πω την αλήθεια, αλλά είναι αρκετά εκτεταμένο και μπορείς ν' ανακαλύψεις μέσα και πράγματα που τα λέμε μέχρι και σήμερα. Η φυσική συνέχεια της γλώσσας, υποθέτω.

Το Λυχνάρι του Αλαντίν, Λουίς Σεπούλβεδα: Δώδεκα μικρά διηγήματα που αφορούν την ζωή στη Χιλή ή έξω από αυτήν, αναλόγως σε ποιο χρονικό σημείο της ιστορίας της αναφέρονται. Ο Σεπούλβεδα εκτός από τους πλέον αγαπημένους μου συγγραφείς (μόνο ένα από τα περίπου δεκαπέντε βιβλία του δεν έχω) δεν παύει κάθε φορά να με τσακίζει. Οι ιστορίες του έχουν πάντα να κάνουν με τον άνθρωπο και την αξιοπρέπειά τους, όπως αυτοί την εννοούν κάθε φορά, άσχετα αν τη διατηρούν ή τσακίζονται από αυτήν ή την τσακίζουν. Πολλές από τις ιστορίες στο Λυχνάρι του Αλαντίν έχουν έναν σουρεαλιστικό τόνο που δεν υπήρχε στα προηγούμενα βιβλία του ή μάλλον για να το πω καλύτερα, όχι σουρρεάλ, αλλά προς το μαγικό ρεαλισμό. Δε με χάλασε αυτό, γιατί η προσέγγιση είναι πολύ τρυφερή, σχεδόν ανύπαρκτη και ασφαλώς είναι και μια φρέσκια νότα στη γραφή του Σεπούλβεδα.

Shadows Linger, book 2 of The Black Company & The White Rose, Chronicles of the Black Company Book 3, Glen Cook: Είχα διαβάσει παλαιότερα, πέρσι συγκεκριμένα, το πρώτο βιβλίο το The Black Company (military fantasy, που περιγράφει τις περιπέτειες μιας μισθοφορικής «εταιρίας») και το είχα βρει χαοτικό αλλά πολύ ενδιαφέρον. Αν μη τι άλλο, ο ήρωας Croaker μένει πιστός στο παρατσούκλι του. Κάθε φορά που τον στριμώχνουν και μιλάει, αναφέρεται στον εαυτό του ως "I croaked"... Κατάφερα λοιπόν να τελειώσω και το δεύτερο και το τρίτο βιβλίο, το Shadows Linger και το The White Rose. Είχα μεγάλο πρόβλημα αρχικά, είχα διαβάσει τις πρώτες είκοσι σελίδες του Shadows Linger πάνω από πέντε φορές χωρίς να καταλαβαίνω και πολλά. Το ξαναξεκίνησα περισσότερο γιατί είχα αποφασίσει να τελειώνω μαζί του παρά γιατί ήθελα πραγματικά να το διαβάσω.
Και κόλλησα. Το βιβλίο είναι γραμμένο μισό-μισό, με εναλλαγές κομματιών όπου ο Croaker είναι ο αφηγητής και κομματιών όπου η αφήγηση είναι σε τρίτο πρόσωπο και παρουσιάζει την πλευρά ενός άλλου ήρωα, έξω από την Εταιρία. Είχα παραξενευτεί αρχικά για αυτήν την αλλαγή στην αφήγηση, μιας και θυμόμουν ότι κάποια στιγμή αλλάζουν οι Annalists, αλλά περίμενα να διαβάσω κάτι σε πρώτο πρόσωπο. Εκεί όμως που το πήρα απόφαση ότι θα είναι άλλη μια αντίφαση ο Croaker έρχεται να εξηγήσει ότι το έκανε αυτός, γιατί πίστεψε ότι άξιζε τον κόπο η καταγραφή των γεγονότων από την οπτική γωνία του Maron Shed.
Η μαγεία είναι καταπληκτική, όλο πολύχρωμες και ηχηρές αναφορές. Το τι αντιμετωπίζει ο καθένας τους τούς έρχεται συνήθως κατακέφαλα, και δεν έχει και πολλές-πολλές εξηγήσεις. Έχει και τις συγκινητικές του στιγμές, έχει και τις ματσό στιγμές. Αλλά κυρίως έχει πολλούς άντρες που πολεμάνε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.
Όσο για το τρίτο της σειράς, το The White Rose, δείχνει να κλείνει υποδειγματικά τα πάντα, ακόμη και τις σχέσεις μεταξύ των ηρώων, δίνοντας υποσχέσεις για κάποια πρίκουελ. Λάτρεψα τον μάγο Silent για λόγους που θα είναι σπόιλερ αν τους αναφέρω.
Τελικά, μπορεί να είναι καραμπινάτο military fantasy, αλλά έχει κι εκείνα τα soft spots που θα κάνουν μια γυναίκα να το διαβάσει. Ή μάλλον για να το πω καλύτερα, να εκτιμήσει το συγγραφέα, παρά τα τεστοστερόνικα ξεσπάσματα που έχει σε τακτά χρονικά διαστήματα. Το παράξενο που παρατήρησα και στο White Rose αλλά και στο Shadows Linger είναι ότι ενώ περιμένεις τα πράγματα να τελειώσουν σε κάποιο σημείο, κοιτάς κι ανακαλύπτεις ότι έχεις ακόμη πενήντα σελίδες. Αναρωτιέσαι, τι στο καλό έχει ακόμη να πει; και τελικά σου αποκαλύπτει ότι όλος ο χαμός που περιέγραφε ως τώρα ήταν μόνο τα προεόρτια, για να σου εξηγήσει αυτό που πρόκειται να γίνει στην τελική μάχη.

The Ten Thousand, Paul Kearney: Κι αυτό military fantasy, βασισμένο στην ιστορία των Μυρίων του Ξενοφώντα. Εξαιρετικά αληθοφανές και καταπληκτικό στις περιγραφές των μαχών και των συνήθειων των στρατιωτών, όπως επίσης και στη σύλληψη της θεάς των "Ελλήνων" που λέγονται Macht. Μια ελαφριά αγαρμποσύνη στις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών κι επίσης μια αναμενόμενη και τετριμμένα δραματική σκηνή για να κλείσει το βιβλίο. Πάντως με άριστα το εκατό έχει το ενενήντα πέντε στο τσεπάκι του. Και παρά που είμαι γνωστή αρνητίς της στρατιωτικής λογοτεχνίας, αυτό το άτιμο με κέρδισε.

Feet of Clay, Terry Pratchett: Ενδιαφέρον και αστείο όπως και όλα τα υπόλοιπα του Δισκόκοσμου και ειδικότερα εκείνα που ασχολούνται με τους μπάτσους... Αγάπησα τον Wee Mad Arthur, που μου θύμισε λίγο τους Nac McFigle του «Χιλιάδες νάνοι κι ένα τηγάνι», καθώς και τον Ρόμπερτ και τον Κηθ, του δύο γηραλέους ιπποπόταμους. Αγαπημένη σκηνή, στο τέλος, εκεί που το γκόλεμ τρώει έναν κεραυνό για βλασφημία και... /χε, δε σας λέω, θα είναι μέγα σπόιλερ!!!

Hogfather, Terry Pratchett: Λογικά, όπως και οι περισσότεροι, το κατατάσσω στα δύο ή τρία καλύτερα του Δισκόκοσμου. Το μόνο κακό ήταν ότι είχα δει πρώτα την ταινία και τώρα απλά πρόσεχα λεπτομέρειες στην πλοκή. HO.HO.HO.

Η Ψυχή της Νύχτας, Ulrike Schweikert: Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο που διακρίθηκε στα πλαίσια ενός διαγωνισμού που έγινε στη Γερμανία με κεντρικό θέμα την περίφημη «Ιστορία Χωρίς Τέλος», του Μίκαελ Έντε (το πρώτο που διάβασα κι είχε διακριθεί στον ίδιο διαγωνισμό ήταν «ο Βασιλιάς των Τρελών» της Τάνια Κίνκελ, εκπληκτικό βιβλίο και μάλλον θα το ξαναδιαβάσω). Γενικά έχει μια μικρή ελαφρότητα που κάποιες στιγμές δεν περνάει απαρατήρητη, όμως είναι αρκετά αξιοπρεπές, χωρίς κενά και με αρκετή αληθοφάνεια. Κάποιες φορές γλιστράει διακριτικά σε άχρηστες περιγραφές, αλλά ευτυχώς όχι εκτεταμένες. Γενικά ένα βιβλίο για να περάσει κανείς μερικές ευχάριστες ώρες.

ΑΡΡΓΓΚ! (Αδιάφοροι Ροκ Ρυθμοί Για Γρήγορα Κέρδη), Douglas Adams :Το διάβασα για άλλη μια φορά (το είχα διαβάσει στην εφηβεία μου) και το βρήκα όπως και τότε, σπιντάτο και παρανοϊκό σε σημείο που τελικά όλη η παράνοια βγάζει νόημα. Αγαπημένο σημείο η σχέση του Ντέρκ Τζέντλυ με το παλιό του ψυγείο και ο Θεός των Ενοχών που γεννιέται από αυτό...

Η Νιάλ από τη Γη των Ανέμων, Το Χρονικό του Αναδυόμενου Κόσμου, βιβλίο πρώτο, Licia Troisi: Ήταν ένα βιβλίο που το περίμενα με πραγματική λαχτάρα, γιατί ήλπιζα ότι θα το διάβαζα στα ιταλικά. Γενικά δεν είναι μόνο οι Έλληνες αλλά κι άλλες εθνικότητες συγγραφέων του φανταστικού που θα ήθελα να διαβάσω και οι Ιταλοί ήταν η πρώτη μου διερευνητική προσπάθεια. Ευτυχώς, ω, ευτυχώς που δεν έδωσα ένα σκασμό λεφτά για να μου το φέρουν από το e-bay τότε. Γιατί το βιβλίο που διάβασα είναι κάτω του μετρίου.
Το ίδιο το βιβλίο σαν αντικείμενο, η ελληνική έκδοση δηλαδή, είναι απ’ έξω ένα μπιζού: Σκληρό εξώφυλλο, ντυμένο με χαρτί, εξαιρετικό artwork και πολύ προσεγμένο. Όταν όμως φτάνουμε στο δια ταύτα… Καταρχήν, το βιβλίο δεν έχει περάσει από επιμέλεια. Δε μπορώ να δεχτώ ότι παρά που το έχει επιμεληθεί κάποιος, λείπουν καμιά εικοσαριά τελείες (!), υπάρχουν τόσα κι άλλα τόσα τυπογραφικά και ορθογραφικά και σε μια από τις πρώτες σελίδες (συγκεκριμένα στη σελίδα 26), λείπει μια ολόκληρη λέξη. Όλα αυτά με έκαναν να νιώσω δυσφορία. Το ίδιο το κείμενο είναι αρκετά βατό, απλό, χωρίς σκαμπανεβάσματα στην ποιότητα της γραφής, η οποία είναι σε ικανοποιητικό επίπεδο. Υστερεί όμως σημαντικά στην αληθοφάνειά του, στη λογική και στην πλοκή. Πέρα από το ότι μιλάμε για ένα καθαρά τολκινικό υπόβαθρο πλοκής (ο Τύρρανος που κατασκευάζει τα άσχημα φαμμίν, για να κατακτήσει όλον τον υπόλοιπο κόσμο) που φτάνεις να χαμογελάς συγκαταβατικά, το μεγάλο πρόβλημα του βιβλίου είναι το ότι (και δεν το πιστεύω ότι το λέω αυτό) η συγγραφέας γράφει «γυναικεία». Και εξηγούμαι πριν με κάψετε στην πυρά: Οι γυναίκες συγγραφείς του φανταστικού που έχω γνωρίσει, μπορούν και ρεγουλάρουν το γυναικείο τρόπο γραφής τους επιλέγοντας θέματα τα οποία κατέχουν. Όταν κάτι δεν το κατέχεις, δε μπορείς να συνειδητοποιήσεις την πραγματικότητά του και τη λογική του, καταντάς γραφική. Και ακόμα κι εγώ, που δεν έχω και πολλά πάρε-δώσε με τη λογική του επικού φάνταζι, ενοχλήθηκα από τον αφελέστατο τρόπο με τον οποίο η Τροΐζι προσεγγίζει το θέμα του πολέμου και του στρατού. Ακόμα κι εγώ αναρωτήθηκα αν τα τόσα που κάνει η πρωταγωνίστρια Νιάλ, ενώ είναι Ιππότης και στρατιώτης εκλεκτός κλπκλπκλπ, δεν θα της είχαν εξασφαλίσει μια αργή και επώδυνη εκτέλεση για παραδειγματισμό. Συν το ότι η ανεξαρτησία της είναι τόσο έντονα σκιαγραφημένη που καταντάει αντί για ηρωίδα με την οποία συμπάσχεις, μια εκνευριστική καρικατούρα παλιόπαιδου που κάνει ότι του καπνίσει. Κι ακολουθούν βεβαίως-βεβαίως όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες, οι οποίοι όταν κάνει μια βλακεία, τη μαλώνουν αλλά τη συγχωρούν αμέσως, μέχρι να κάνει την επόμενη βλακεία, στην οποία θα τη μαλώσουν και θα τη συγχωρήσουν αμέσως και πάει λέγοντας.
Γενικά έχω παρατηρήσει πως όταν περιμένω να διαβάσω με λαχτάρα ένα βιβλίο πάντα απογοητεύομαι. Γιατί καλέ μου κύριε; Ε;

Το Βιβλίο της Ζούγκλας, Ρούντιγιαρ Κίπλινγκ: Το να διαβάσεις το αυθεντικό κείμενο μιας ιστορίας που την έχεις διαβάσει εκατό φορές σε κόμικ και την έχεις δει εκατό φορές στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο, ενώ περιμένεις να σου μεταφέρει τη μαγεία του αυθεντικού, τελικά σε κάνει να ξεφουσκώσεις. Χωρίς αντίρρηση το κείμενο είναι σκέτη μαγεία, όλο χρώματα, ήχους και μυρωδιές, όμως η λέξη προς λέξη μεταφορά του μου κατέστρεψε την απόλαυση της ανάγνωσης… Και φυσικά αξίζει τον κόπο και για τις δύο «εμβόλιμες» ιστορίες που περιέχει, που δεν αφορούν το Μόγλη, τον Τουμάι των Ελεφάντων και την Άσπρη Φώκια. Συμβουλή στους γονιούς: Δώστε το στο παιδί σας να το διαβάσει πριν το δει πολλές φορές στην τηλεόραση και το μπουχτίσει. Είναι κρίμα, γιατί το βιβλίο… τα σπάει. Απλά.

Δράκοντες και άλλα μυθικά τέρατα, Joseph Nigg: Μικρό βιβλιαράκι, με παράξενη εικονογράφηση, αλλού ωραία κι εντυπωσιακή κι αλλού εντελώς κοινότυπη ή και κακόγουστη. Έχει αρκετές πληροφορίες για τα πλάσματα του τίτλου, αρκετά πυκνές όμως.

Ένας τάφος σε περιμένει, Peter Cheney: Ο Τζι-Μαν (πράκτωρ του Εφ-Μπι-Αι στην αργκό του μεσοπολέμου) Λέμμι Κώσιον αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο και σε ενεστώτα με όλες τις φιοριτούρες που μπορεί να σκεφτεί, την υπόθεση δυο χημικών που ανακάλυψαν έναν νέο επικίνδυνο αέριο και βρίσκονται σε μπελάδες. Τελικά παραμεγάλωσα. Φράσεις όπως οι επόμενες:

Δε θέλω να με παρεξηγήσετε. Εσείς μπορείτε να πάτε στο Μεξικό. Κι αν πάτε έχετε τις καλύτερες ευχές μου. Όσο για μένα, δε θέλω να βλέπω ούτε τη σκόνη του στα παπούτσια μου. Θα πείτε, είμαι προκατειλημένος,. Μπορεί... Όμως σας λέω πως θα προτιμούσα να βρίσκομαι σ' ένα κλουβί με μια λυσσασμένη τίγρη, παρά να ξαναμπλέξω με τους Μεξικανούς που έμπλεξα. Κι ακόμη θα προτιμούσα να τραβάω από την ουρά ένα ζευγάρι κροκοδείλων παρά να πω σε μια Μεξικανή κούκλα ότι βαρέθηκα και δεν έχω πια όρεξη για έρωτες μαζί της. Όχι, δε θέλω να με παρεξηγήσετε. Όμως σας το δηλώνω με τιμή πως αν ο "γέρος" θελήσει να με ξαναστείλει στο Μεξικό για υπηρεσία -για να βρω λόγου χάρη κανέναν εξαφανισθέντα πράκτορα, καλή ώρα όπως τούτη τη φορά- θα παραιτηθώ από το FBI...


δε με κάνουν να γελάω ή να ενθουσιάζομαι πια. Πάντως ήταν ένα ευχάριστο, λίγο μπερδεμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, με μπόλικο ουίσκι και μπόλικες μπεμπέκες...

Ιστορίες Μυστηρίου και Φαντασίας: το βιβλίο ανήκει στη σειρά Φαντασία και Τρόμος, την οποία εξέδιδε ο εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη εν έτη 1993. Η ερώτησή μου είναι η εξής: όταν μια ανθολογία τιτλοφορείται "φαντασίας" και "μυστηρίου" τότε τι δουλειά έχει μια εντελώς κοινωνική ιστορία ανάμεσα στις υπόλοιπες; Μιλάω για το διήγημα Πολύ Όμορφη Μέρα Για Να Πεθάνεις, του Ουίλιαμ Άιρις, η οποία, εκτός από ένα τυχαίο τηλεφώνημα και ένα δραματικό τουίστ στο τέλος δεν περιέχει τίποτε που να την κάνει "φαντασίας" ή έστω "μυστηρίου". Κάτι που επίσης μου έκανε εντύπωση σε αυτό το βιβλίο, ήταν το εξής παράδοξο: ενώ όλοι οι παρουσιαζόμενοι συγγραφείς έχουν το βιογραφικό τους, ο κατεξοχήν συγγραφέας φαντασίας που υπάρχει ανάμεσά τους, δεν έχει! Δηλαδή μου γράφεις πέντε λόγια για τον Αντόλφο Μπιόι Καζάρες, για την Πατρίτσια Χάισμιθ, για τον Στέφεν Βίνσεντ Μπενέ, για τον Λιριό Χοράκ και τον Ντόναλντ Γουάντρεϊ και τον Γ. Γ. Τζέικομπς, αλλά για τον Φρίτς Λάιμπερ;;; Ούτε κουβέντα;;; Δε γεννήθηκε αυτός, φύτρωσε; Τον βρήκαν στα λάχανα; Τέλωσπάντων, για να πούμε και πέντε πράγματα που έχουν σημασία, πέρα από τις γκρίνιες, το βιβλίο διαβάζεται άνετα. Ξεχώρισα το διήγημα Εκεί Που Πεθαίνει Ο Αστράγαλος, του Λιριό Χοράκ (μια απίστευτη περιγραφή φυγής των ανθρώπων μέσα σε ένα μετακαταστροφικό τοπίο), το υπέροχο και πάντα ανατριχιαστικό Ποδαράκι του Πιθήκου (Monkey's Paw) του Τζέικομπς, που το διαβάζω τουλάχιστον μια φορά κάθε δύο χρόνια και το Στα Νερά Της Βαβυλώνας, του Στέφεν Βίνσεντ Μπενέ, επίσης μετακαταστροφικό, που πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό να δώσει μια αληθοφανή διάσταση και οπτική γωνία παρουσίασης σε όσα ξέρουμε ότι έχουν πιθανότητα να συμβούν.

Ιστορίες από το Αχανές Διάστημα, Ωρόρα/45: Μέτριότατο. Οι περισσότερες ήταν καλούτσικες, όμως η ιστορία με το ντουλάπι του Όλιβερ Νέιλορ, ήταν από μόνη της ένας λόγος να μην το προτίνω σε κανέναν.

Ιστορίες με σκεπτόμενες μηχανές, Ωρόρα/54: Εκτός από το Δισεκατονταετή Ανθρωπο του Ασίμοφ, τον οποίον τον είχα διαβάσει παλαιότερα και μου είχε φανεί απλά εξαιρετικός, τα άλλα τρία διηγήματα (Τζόν Βάρλει-Ανάληψη από την Τράπεζα Μνήμης, Φράνκ Χέρμπερτ-Το Ον Μηχανή, Τομ Μάντοξ-Φιδίσια Μάτια) δε με ενθουσίασαν. Και σημειωτέον ότι και το Μάντοξ και το Χέρμπερτ τους παραδέχομαι στο ότι μπορούν να φτιάξουν πραγματικούς και στέρεους χαρακτήρες για να ντύσουν τις ιδέες τους. Αυτή τη φορά μου φάνηκαν πολύ ακαταλαβίστικοι για να χαλαρώσω και να απολαύσω τη γραφή τους.

Ιστορίες με το Χρόνο και το Θάνατο, Ωρόρα/72: Μέτριο έως αδιάφορο. Σίγουρα όχι κακό όμως.

4 σχόλια:

nihilio είπε...

Τις "Ιστορίες Φαντασίας και Μυστηρίου" τις είχα διαβάσει στην αρχή της χρονιάς και μου είχαν αφήσει μια χλιαρή εντύπωση. Περισσότερο σε sci-fi/slipstream μου έκανε το αποτέλεσμα, αν και έχει μερικές πολύ καλές ιστορίες μέσα.

Επίσης πρέπει να διαβάσω τα Black Company

Γιάννης Πλιώτας είπε...

Αργύρης Χιόνης, "Το οριζόντιο ύψος".
Πολύ καλή επιλογή.

Ευθυμία Δεσποτάκη είπε...

Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας, κύριοι. Και στο ότι το "Ιστορίες Φαντασίας και Μυστηρίου" είχε μερικές πολύ καλές ιστορίες μέσα, και στο ότι το Οριζόντιο Ύψος ήταν καλό (χα, Γιάννη, από σένα το είδα και το τσίμπησα, δεύτερο βιβλίο μετά το "Μυστικό της Τελευταίας Σελίδας" που μου προτίνεις και το βρίσκω ενδιαφέρον), κι επίσης Νιχ, ναι, πρέπει να το διαβάσεις το Black Company. Πιστεύω ότι σε σένα θα φανεί πολύ καλυτερο απ' ό,τι σε μένα, ή ότι, τουλάχιστον, θα το εκτιμήσεις καλύτερα από μένα. Πάντως μην περιφρονήσεις και το Ten Thousand.

nihilio είπε...

Glen Cook νομίζω είχα δει στο Second hand bookstore που λεηλατώ κατά καιρούς. Για αυτό το λέω.