Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Κλείνοντας λογαριασμούς


Η πιο τρομερή στιγμή μιας τριλογίας είναι το γράψιμο του τελευταίου βιβλίου.

Το συνειδητοποίησα μόλις πριν λίγες στιγμές, όταν έριξα για πολλοστή φορά μια ματιά στις σημειώσεις μου, σχετικά με το τι πρέπει να φροντίσω να περιέχει η Παρέσσα, το τρίτο βιβλίο της τριλογίας επικού φανταστικού με τίτλο Σκοτεινά Παρχάρια που γράφω αυτήν την εποχή.

Οι υποπλοκές (σε διεθνή γλώσσα subplots) είναι πολλές. Και κάθε μια τους φέρει διάφορα χαρακτηριστικά, που πρέπει οπωσδήποτε είτε να μην αμελήσω να τα χρησιμοποιήσω είτε να μην τα παραποιήσω σε βαθμό που να μη σώζεται ούτε εδώ ούτε εκεί. Πέρασα περίπου ένα μήνα διαβάζοντας τα δύο πρώτα βιβλία, την Ερεστή και τη Δεσίδα και κρατώντας λεπτομερείς σημειώσεις σχετικά με τούτο ή το άλλο. Κι αυτές οι σημειώσεις μου όσο λεπτομερείς κι αν ήταν, τις υπολόγιζα στις 10-15 δακτυλογραφημένες σελίδες. Μαντέψτε πόσες είναι στην πραγματικότητα.

60. Εξήντα, και ολογράφως. Εξήντα σελίδες, εντός των οποίων ελλοχεύει η φρίκη κι ο αποτροπιασμός: το δέντρο έξω από το σπίτι της ηρωίδας μου ξεκινάει ελάτη, γίνεται ελιά και καταλήγει συκιά, ο νεαρός ακόλουθος του Αυτοκράτορα ξεκινάει δεκατεσσάρων και μέσα σε ένα χρόνο γίνεται δεκάξι και τα τζαναβάρια, ένα είδος λυκανθρώπων, στο πρώτο βιβλίο δεν μπορούν να πληγωθούν από ατσάλι ενώ στο δεύτερο πεθαίνουν από αυτό.

Μπέρδεμα. Φυσικά όλο αυτό πρέπει να ξεμπερδευτεί μέσω ενός ή περισσοτέρων καλών χεριών διόρθωσης. Ωστόσο κάποιες από αυτές τις διορθώσεις μπορούν να αποφευχθούν, αν οι σημειώσεις μου καταφέρουν να με βοηθήσουν να ενσωματώσω όλες αυτές τις υποπλοκές στο τελευταίο βιβλίο. Κι οι υπόλοιπες μπορούν επιτέλους να ξεκαθαρίσουν ετούτη τη στιγμή, και να σημειωθούν εκ νέου στις σημειώσεις ώστε να διορθωθούν και στα προηγούμενα.

Γι’ αυτό και η Παρέσσα γράφεται σιγά-σιγά. (Γιατί σκέφτεται και τις άλλες δύο, Ερεστή και Δεσίδα και δεν τρέχει, για να την προλάβουν.) Ξεκινώντας κάθε σκηνή κι αναφέροντας ετούτο ή το άλλο, πρέπει να συνηθίσω να κοιτάζω τις σημειώσεις μου. Οι 150.000 λέξεις που (λέω ότι) πρέπει να γραφτούν (άσχετα αν πιάσουμε τις 200.000 αυτή τη φορά) θα μου πάρουν αρκετό καιρό. Πόσο;

Η Ερεστή μού πήρε από τις 13 Απριλίου του 2009 έως και τις 29 Αυγούστου. Σύνολο τεσσερισήμισι μήνες χοντρικά με πρακτικά καθημερινή αύξηση του αριθμού λέξεων. Η Δεσίδα έχει παράξενη ηλικιακή ιστορία. Ενώ ξέρω ότι την τελείωσα την 1 Ιουνίου του 2010, κι ότι την ξεκίνησα την 1 Νοεμβρίου του 2009, ο ενδιάμεσος χρόνος δεν είχε σταθερή συγγραφική συγκομιδή. Υπήρχαν μήνες ολόκληροι δεν την άγγιζα καθόλου κι ακολουθούσαν μέρες που έγγραφα 3 και 4 χιλιάδες λέξεις. Αν το πάρουμε αυστηρά μαθηματικά τότε μιλάμε για εφτά μήνες. Αν το μετρήσουμε με τις μέρες που ασχολήθηκα, τότε μιλάμε για δυόμιση μήνες.

Την Παρέσσα την ξεκίνησα στις 4 Αυγούστου τρέχοντος έτους. Αλλά το ότι μέχρι αυτή τη στιγμή που μιλάμε έχει μόλις 20.000 λέξεις είναι ενδεικτικό του ρυθμού με τον οποίο γράφεται. Έχω περάσει εβδομάδες μακριά της κι όμως όταν η έμπνευση επιστρέφει, όπως τη Δευτέρα που μας πέρασε, οι 3.000 λέξεις μοιάζουν μια χούφτα. Οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη ολοζώντανες μπροστά μου. Ιδέες για τα επόμενα κεφάλαια, κομμάτια διαλόγων που πρέπει να γίνουν, τοποθετούνται από τώρα σε στρατηγικά σημεία, ώστε να συμπεριληφθούν στο τελικό κείμενο αβίαστα όταν έρθει εκείνη η ώρα.

Κι όμως ξέρω ότι θα έρθει κι η νεκρή περίοδος. Θα ξεκινήσει σίγουρα το Νοέμβριο (για να γράψω το Ινδιάνικο NaNoWriMo) και πιθανότατα θα κρατήσει ως και τα μέσα της άνοιξης. Άλλωστε εμένα ο τεταρταίος την άνοιξη με πιάνει, εκεί, μέσα Απριλίου. Ελπίζω μέχρι τότε να έχω γράψει ένα κομμάτι της Παρέσσας, έως και 50.000 λέξεις. Αλλά και να μην το γράψω, τι έγινε; Ούτως ή άλλως θα έχω ένα σύνολο 500.000 λέξεων μέσα σε δύο (2) μόλις χρόνια. Πού οι καιροί που έγραφα 3 διηγήματα των 1.000 λέξεων το μήνα. Ελπίζω να μην έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Αλλά ακόμη, πριν αρχίσω τις κλάψες περί του πώς και πόσο, πρέπει να κλείσω τους λογαριασμούς μου με το ίδιο το κείμενο. Να το πάρω απόφαση, ότι σε λίγους μήνες, η ιστορία θα τελειώσει κι εγώ θα πρέπει να ασχοληθώ με κάποια άλλη (και τι ιδέες έχω ήδη…!) πως ό,τι είχα να πω για την εποχή και τον τόπο αυτό, για την Τρανή χίλια (ή εφτακόσια, δεν έχω ακόμη ξεκαθαρίσει τις σημειώσεις μου πάνω στο θέμα...) χρόνια μετά που οι θεοί κατέβηκαν στο ραχίν και συνάντησαν τις Πρωτομάνες, θα το έχω ήδη πει και δε θα υπάρχει κάτι άλλο να πω.

Θα πρέπει να αποχαιρετήσω την Ερεστή με τις αναποφασιστικότητές της, τη Δεσίδα με τις ειρωνίες της και την Παρέσσα με το κατσαρό της στόμα, που γλυκαίνει την αυστηρότητά της. Θα πρέπει να πάψω να ασχολούμαι με τις δολοπλοκίες του Σοφιανού και του Τιγκμαγκίρ και του Πλαταιού, να μην φρικιάσω με την κατάντια της Τηλεγόνης, να μην παραξενευτώ από τις σαμανιστικές πρακτικές του Νανάι και της Ουζούμ-Σαλκί. Να μην μπω ανάμεσα στον Παμίς και το Ντορντού, τα δύο αδέλφια, ούτε και να με νοιάζει τι κάνει ο Χρύσανθος και το αίσθημά του για τη Μελιτινή. Να μη λυπάμαι τον Έλενο όταν τον πονάνε οι παλιές του πληγές, να μη στεναχωριέμαι για τη μοναξιά του Πορφύρα, να μη θυμώνω με την ξεροκεφαλιά του Πάντζου. Και να μην ξαναδώ ποτέ πια το ραχίν, το Παλάτι του Ήλιου ή την Χιλιοτραγουδισμένη Ισαμάι. Να μην τρομάξω από τα πέτρινα μπαλμπάλ που κυκλώνουν τους τύμβους των Πού-Ήταν-Ιτσίν και να μη θαυμάσω την ανατολή του ήλιου από το Κερεντζί παρχάρι. Να μη με απασχολούν πια ούτε Μάνες, ούτε παρχαροκόρες, ούτε Μνήμες, ούτε Δόσες.

Είναι λίγο μελαγχολικό.

1 σχόλια:

Γιάννης Πλιώτας είπε...

Είμαι σίγουρος ότι θα το τελειώσεις με τον καλύτερο τρόπο Ευθυμία.
Και ναι όταν ολοκληρώνεις ένα έργο είναι λίγο μελαγχολικό.
Και μετά έρχεται ο φόβος : )
Τι θα γράψω τώρα;