Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Αναγνωστικό Ημερολόγιο 2010 - Τα τελευταία: μέρος B - Ζουζούνια

Αυτή τη στιγμή, στα φανταστικά λογοτεχνικά και εκδοτικά δρώμενα της αλλοδαπής (αλλά και της ημεδαπής) είναι της μόδας οι μεγάλες σειρές. Μάρτιν (10; 12;), Τζόρνταν (12), Μπρουκς (άγνωστος ει ο αριθμός…), ο Φάιστ με τις τριλογίες που ακολουθούν η μια την άλλη, ο Γκεμμέλ εφταλογία, ο Γκουντκάιντ, του οποίου Σπαθιού της Αλήθειας ουκ ει τέλος, και άλλοι πολλοί. Γιατί λοιπόν να ξεκινήσει κανείς να διαβάζει ακόμη μια ν-λογία;


Γιατί είναι φρέσκια, με προοπτική, με καλή γραφή, στέρεους χαρακτήρες και δείχνει πάνω απ' όλα να σέβεται τους αναγνώστες της.


Ο λόγος για την σειρά Shadows of the Apt, του Βρετανού Πολωνικής καταγωγής συγγραφέα Adrian Tchaikovsky. Της οποίας σειράς το πρώτο βιβλίο, το «Empire of Black andGold», τελείωσα πρόσφατα. Μιλάμε δυστυχώς για δέκα προγραμματισμένα βιβλία, εκ των οποίων έχουν κυκλοφορήσει τα πέντε πρώτα (Empire in Black and Gold, Dragonfly Falling, Blood of the Mantis, Salute the Dark, The Scarab Path) και το έκτο (The Sea Watch) αναμένεται το Μάρτιο του 2011. Το καλό είναι ότι ο τύπος ξεπετάει ένα βιβλίο κάθε έξι μήνες, οπότε ελπίζουμε ως το 2013 η σειρά να έχει ολοκληρωθεί.




Από τις πρώτες φράσεις του βιβλίου ο Τσαϊκόφσκι μας δείχνει τι πρόκειται να επακολουθήσει. Βλέπουμε τις τελευταίες στιγμές της πολιορκίας μιας πόλης, τις στιγμές όπου τα τείχη της υποχωρούν και οι εχθροί την καταλαμβάνουν. Βλέπουμε αυτά μέσα από τα μάτια μιας παρέας ανθρώπων, που ενώ δεν ανήκουν στους πολίτες, ωστόσο έχουν φτάσει εκεί για να βοηθήσουν. Και βλέπουμε πως κάποιος τους προδίδει και πως κάποιοι από αυτούς καταφέρνουν να το σκάσουν.


Μέχρι αυτή τη στιγμή, που έρχεται μόλις στη σελίδα 19 από τις 612 (!) του βιβλίου, έχουμε πάρει μερικές ιδέες σχετικά με το τι σόι κόσμος είναι αυτός στον οποίο βρισκόμαστε. Μιλάμε για ένα μέρος όπου οι άνθρωποι είναι χωρισμένοι σε kinden (Είδη, ας πούμε μια πρόχειρη απόδοση), το κάθε ένα από τα οποία φέρει τα χαρακτηριστικά ενός εντόμου. Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου ο Stenwold Maker είναι Beetle-kinden. Στην πολιορκία, οι κάτοικοι της πόλης είναι Soldier Beetles και οι επιτιθέμενοι είναι Wasps. Κι επίσης μαθαίνουμε και για Mantis-kinden και για Ant-kinden, καθώς κι ότι κάθε Είδος έχει το κατιτί που το ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα: τα Σκαθάρια είναι ανθεκτικά και έχουν κλείση στη μηχανική και τις κατασκευές, οι Μάντιδες είναι τέλειοι πολεμιστές, τα Μυρμήγκια έχουν νοητικό δεσμό μεταξύ τους και συνεννοούνται χωρίς μιλάνε, οι Σφήκες μπορούν να πετάξουν.


Η ιστορία πηδάει από αυτό το σημείο δεκαεφτά χρόνια μπροστά. Ο Στένγουολντ έχει γεράσει κάπως, είναι καθηγητής στο Μεγάλο Κολέγιο στην πόλης Κολλέγκιουμ, στο νότο (την πατρική του πόλη), κι έχει πάρει τέσσερις νέους υπό την προστασία του, προσπαθώντας να τους κάνει πράκτορές του, ώστε στην επόμενη κίνηση της Αυτοκρατορίας των Σφηκών, που απειλεί να κατακτήσει όλον τον κόσμο, εκείνος να είναι έτοιμος και να αντιδράσει. Τα πράγματα όμως δεν πηγαίνουν όπως τα υπολόγιζε με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ν’ αφήσει το Κολλέγκιουμ κυνηγημένος από τους πληρωμένους δολοφόνους των Σφηκών, που τον θεωρούν πολύ επικίνδυνο.


Θα σταματήσω εδώ τα της πλοκής. Μπορεί να ακούγεται απλοϊκή, γεμάτη με ανθρωπάκια που μοιάζουν με ζουζούνια, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο. Κυρίως διότι τα σημαντικά πράγματα γίνονται μετά από αυτά που σας λέω εγώ εδώ.


Αυτό που προσωπικά βρήκα να με κεντρίζει να διαβάσω παρακάτω είναι ότι το θέμα με τα Είδη δεν αναλώνεται στα τρία τέσσερα πράγματα που είδα στην αρχή. Αντίθετα το πράγμα πηγαίνει πολύ βαθιά. Σιγά-σιγά, με ρυθμό που να τα βάλεις καλά στο μυαλό σου και να μη χρειάζεται κατεβατό με fanta-bubble για να τα εμπεδώσεις, ο Τσαϊκόφσκι μας λέει ότι στην ουσία υπάρχουν δύο ειδών Είδη, οι Ικανοί και οι Ανίκανοι (Apt και Inapt): οι Ικανοί είναι εκείνοι που μπορούν να χειριστούν και να κατασκευάσουν μηχανές αλλά δεν έχουν και ούτε και πιστεύουν στην ύπαρξη της μαγείας, ενώ οι Ανίκανοι είναι οι παλιές φυλές, εκείνες που πριν την Επανάσταση είχαν τους Ικανούς για σκλάβους και οι οποίες φυλές ενώ κατανοούν και μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη μαγεία, όταν πρόκειται για κατασκευές είναι εντελώς… ανίκανοι. Πολλές φορές αυτό φτάνει στα όρια της υπερβολής, όπως ας πούμε οι Ανίκανοι δε μπορούν να διαβάσουν χάρτες, ούτε και να χρησιμοποιήσουν βαλίστες.


Επίσης μαθαίνουμε σιγά-σιγά, μέσα από τα διάφορα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι τέσσερις νεαροί κι ο Στένγουολντ, ότι κάθε Είδος έχει την Τέχνη του (Ancestral Art) η οποία όμως δεν είναι άμεσα εμφανίσιμη στον καθένα, και πρέπει να την κερδίσει ή του αποκαλυφθεί μετά από διαλογισμό. Τα Σκαθάρια μπορούν να πετάξουν αδέξια και συνήθως μόνο από ψηλά προς τα χαμηλά, κι επίσης έχουν και κάποιο είδος περιορισμένης νυχτερινής όρασης. Οι Αράχνες μπορούν να μπουσουλίσουν σε κάθετους τείχους. Οι Σφήκες μπορούν να πετούν μπάλες φωτιάς από τα χέρια τους -το κεντρί τους.


Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και πάλι σιγά-σιγά, ο Τσαϊκόφσκι μας εισαγάγει σε έναν κόσμο όπου τα Είδη έχουν και διαφορετικά σωματικά χαρακτηριστικά: Ξεκινώντας από τα Σκαθάρια που δεν έχουν και πολλές διαφορές από μένα ή εσάς, περνάει σταδιακά σε αλλιώτικες μορφές, όπως οι Μύγες, που είναι μισό μέτρο ψηλές, οι Μάντις που έχουν αγκάθια στους αντιβραχίονες, οι Σκώροι που έχουν γκρίζο δέρμα και λευκά μάτια για να φτάσει κάποια στιγμή να περιγράψει τις Πεταλούδες, τις οποίες και θα αφήσω απερίγραπτες προς τέρψην σας όταν το διαβάσετε. Αξίζει τον κόπο.


Ωραία, μιλήσαμε για την πλοκή, μιλήσαμε για την κοσμοπλασία, μένει η γλώσσα και οι χαρακτήρες, νο;


Ε, λοιπόν, ούτε κι εκεί υστερεί ο κύριος αυτός. Ενώ δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα να διαβάσω το βιβλίο, παρά τις 612 σελίδες του, ωστόσο έχει εδώ κι εκεί λέξεις πιο δύσκολες, που τις απόλαυσα, κάποιες φορές ακόμη κι ελληνικές, όπως ο sycophant ή οι Aristae, μια από τις άρχουσες τάξεις των Αραχνών. Ακόμη, κι ελπίζω να μην κάνω λάθος, υπάρχει ένας χαρακτήρας που λέγεται Achaeos. Δεν ξέρω γιατί κι ούτε πρόσεξα κάποιο άλλο όνομα του Είδους του, νομίζω ότι είναι ο μόνο Σκώρος που ονομάζεται. Αλλά το έχω στα υπόψην μου.


Κι οι χαρακτήρες… Ω, Θε μου οι χαρακτήρες. Αδυνατώ να τους περιγράψω καν, τόσο πολύπλοκοι και φοβερά γραμμένοι είναι. Κι ενώ το βιβλίο είναι γεμάτο με δράση, δράση ζουλιγμένη σε κάθε σελίδα σχεδόν, που κάποιες φορές καταντάει και κουραστικό -για μένα τουλάχιστον- φτάνεις κάποια στιγμή, στη σελίδα 542 για να κλάψεις από χαρά, γιατί βλέπεις του χαρακτήρες να κατορθώνουν εκείνο που ούτε εκείνοι, αλλά ούτε κι εσύ πίστευες ότι θα γίνει ποτέ.


Δε θυμάμαι να έχω ποτέ κλάψει από χαρά σε κάποιο βιβλίο. Ακόμη κι αν τα υπόλοιπα δεν είναι τόσο καλά, αυτή η σειρά θα μου μείνει γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Γιατί αντί για ζουζούνια, μπορείς τελικά να δεις και το κάτι άλλο, το κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον, που αποδεικνύει την εκτίμηση στην οποία έχει ο συγγραφέας τους αναγνώστες του.