Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Αναγνωστικό Ημερολόγιο 2010 - Τα τελευταία: μέρος Α

Όπως και πέρυσι, τα τελευταία αναγνωστικά σχόλια για το 2010 θα γίνουν μέσα στο 2011. Τι να κάνουμε. Φαίνεται ότι το να ιστολογώ δεν είναι το πιο δυνατό μου σημείο. Ωστόσο και αυτή τη φορά, όπως και με τα προηγούμενα 30 βιβλία, θέλω να δώσω περισσότερη έμφαση σε κάποια -δύο, για την ακρίβεια. Και μου φαίνεται ότι μάλλον αδικώ όλα τα υπόλοιπα κάνοντας αυτό. Μήπως τελικά πρέπει να γράφω μια ανάρτηση για κάθε βιβλίο που διαβάζω; Ή να κάνω σούμα στο τέλος κάθε μήνα αντί να περιμένω να συμπληρώσω είκοσι ή τριάντα βιβλία για να τα σχολιάσω; Χμμ. Θέλει σκέψη εδώ. Ας βάλω τελεία στα του 2010 και το 2011 θα πρέπει να περιμένει λιγάκι μέχρι να δούμε πώς θα το σουλουπώσουμε.


Το καλοκαίρι μου έξω απ' το Θόλο, Δήμητρης Βανέλλης. Ο Δημήτρης Βανέλλης ήταν, είναι και θα είναι ο ευγενικός Συρανό του Ελληνικού Φανταστικού. Ένας ήρεμος κι ευχάριστος άνθρωπος που οι πνευματικές του εξάρσεις έχουν δημιουργήσει τρομερά διαφορετικά πράγματα. Από το Φανούρη Άπλα και την ποδιά του μάγειρα «I Y Prasoryzo» (κόμικ) έως το Έξω από την Γκρίζα Χώρα (παιδικό παραμύθι με ξωτικά) κι ως το Γερονήσι και τον Ασμόλ (διηγήματα επιστημονικής φαντασίας και φαντασίας αντίστοιχα), καταφέρνει κάθε μα κάθε φορά να με εκπλήσσει, και πάντοτε ευχάριστα. Το «Καλοκαίρι μου έξω από το Θόλο» είναι κι αυτό μια από τις εκπλήξεις που μου κρατούσε φυλαγμένη. Μια ερωτική ιστορία ταξιδιού στο χρόνο, ειδομένη από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες, χρησιμοποιεί το παράδοξου του δολοφονημένου παππού* για να δείξει ότι τελικά εμείς και μόνο εμείς είμαστε υπόλογοι των επιλογών μας και της μοίρας μας. Προτείνεται σε όλους, ανεξαιρέτως, είτε αγαπάτε την επιστημονική φαντασία είτε όχι.
Όφης και Λύγκας, Γαβριήλ Ναχμίας. Ποιητικό κείμενο; Πεζό ποίημα; Μάλλον πρέπει να μην χαρακτηρίσω καθόλου αυτό το βιβλίο, γιατί σίγουρα θα καταστρέψω την ομορφιά του καλουπώνοντάς το σε κάποιο είδος της λογοτεχνίας. Όπως όλα τα κείμενα του συγκεκριμένου συγγραφέα -που έχω την τιμή να γνωρίζω ηλεκτρονικά-, δεν ξέρω αν το κατάλαβα, αλλά οπωσδήποτε το απήλαυσα. Για να πω την αμαρτία μου, έχω την εντύπωση ότι κάτι ψυχανεμίστηκα, αλλά η ερμηνεία ενός τέτοιου κειμένου είναι μια απόλαυση από μόνη της και καλό θα ήταν να το δοκιμάσετε χωρίς άλλα σχόλια.
Το Μουσικό Κουτί στο Υπόγειο, Αντώνης Νικολάου. Μικρά διηγήματα τρόμου, κάποιες φορές οριακά υπερφυσικού. Διαβάζονται πολύ ευχάριστα και ενώ κάποιες φορές δεν τρέμεις κιόλας από το φόβο σου, ωστόσο έχει τις στιγμές του. Καλή γραφή, που μετά από τόσα χρόνια (του '99 είναι η έκδοση) θα έχει εξελιχθεί, θεωρώ κι ελπίζω, σε κάτι εξαιρετικό.
Ιστορίες Υπερβολής, Κυριάκος Αθανασιάδης. Το αστείο είναι ότι μόλις πριν λίγες μέρες είδα ότι το βιβλίο (εκδόσεις Ροές, 1987) κυκλοφόρησε και πριν ένα μήνα περίπου, από τις εκδόσεις Δήγμα, απείραχτο, όπως δηλώνει ο συγγραφέας του. Το ίδιο το βιβλίο αποτελείται από 10 παράξενα διηγήματα, που ενώ αγγίζουν το φανταστικό με απτό τρόπο, ωστόσο είναι γραμμένα με παράξενη σουρεαλιστική σχεδόν γραφή. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα. (Η φωτογραφία του εξώφυλλου είναι από την νέα έκδοση του 2010 από τις εκδόσεις Δήγμα.)

Sa Raja Meura, Λίζα Κωνσταντοπούλου. Φετινό βιβλίο. Ένα αλληγορικό παραμύθι, με πολύ συγκινητική πλοκή (τουλάχιστον για τις γυναίκες αναγνώστριες). Η γραφή της είναι πολύ όμορφη και καθαρά κατέχει την τέχνη της αφήγησης ενός πεζού σα να είναι ποίημα. Νομίζω ότι οι λεπτές ψυχές που αγαπούν την ποίηση θα το αγαπήσουν απεριόριστα. Εκδόσεις Ιωλκός, και το αναφέρω γιατί νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το διαβάσετε.
Το νησί του νου, Βίκυ Γεωργοπούλου. Συλλογή μικρών διηγημάτων, που παίζουν πολύ με το σουρεαλισμό. Οι ιδέες είναι συχνά εξαιρετικές, όμως υπάρχει ένας μικρός λόξιγκας στην εκτέλεσή τους. Πολλές φορές μπλέκεται η σύγχρονη ορολογία στην αφήγησή της πράγμα που δεν είναι πάντα κακό, το αντίθετο, απλά κάποιες φορές πρέπει να γίνεται με περισσότερη προσοχή.
Το τετράδιο και άλλα διηγήματα τρόμου, Κυριάκος Χαλκόπουλος. Είχα διαβάσει το πρώτο διήγημα της συλλογής, το "Διαγωνισμό", στο sff.gr που το είχε ανεβάσει ο συγγραφέας του, και όπως και τότε, έτσι και τώρα, θα πω ότι υπάρχουν ωραίες ιδέες, καφκικές θα έλεγα, οι οποίες όμως πνίγονται κάτω από το βάρος μιας τρομερά λόγιας και (αν μου επιτρέπετε την έκφραση) παλαιομοδίτικης γλώσσας. Οι προτάσεις είναι τεράστιες, και ενώνονται σε αχανείς παραγράφους που κουράζουν (εμένα τουλάχιστον) αφάνταστα.
Οι Αργοναύτες του Χρόνου, Άννα Κουππάνου. Εφηβικό φάντασυ ανάγνωσμα (με σήμανση στο οπισθόφυλλο "από 13 ετών"). Ξεκινάει καλά, με τα μικροπροβληματάκια του, αλλά το δεύτερο μισό είναι μάλλον κατώτερο των προσδοκιών, όχι ως προς την έμπνευση ή την ιδέα, αλλά ως προς την εκτέλεση. Λείπουν περιγραφές, και ομαλές μεταβάσεις μεταξύ των σκηνών, όπως και μεταξύ των μεταβολών της ιδιοσυγκρασίας των πρωταγωνιστών. Για τις ηλικίες που απευθύνεται είναι όντως μια γενναία και όμορφη εισαγωγή στη λογοτεχνία του φανταστικού.
Ο Τάφος του Διγενή, Τάσος Ρούσσος. Μου φάνηκε ένα απλό πασάλλειμα λίγων πραγμάτων για το Διγενή Ακρίτα, καμπόσης μεταφυσικής και τριών αντρών που τρώνε μεζέδες, πίνουν καφέ και δροσιστικά και μιλάνε όλοι ελληνικά. Δεν έχασα και την ώρα μου, αλλά μάλλον παρά που είναι τόσο μικροσκοπικό δε θα το ξαναδιαβάσω.
Μια βόλτα με τον Τιτανικό, Γιώργος Ανταλέν. Καλή γραφή, διασκεδαστικό ως βιβλίο, αλλά έρχεται από το τίποτε και πάει στο πουθενά, περιγράφοντας τα όσα συνέβησαν σε κάποιον που δεν πήρε τον Τιτανικό και την κατοπινή του ζωή.
Nifft the Lean, Michael Shea. Λίγα μπορώ να πω για τη γραφή του Σι, που είναι τρομερή, όπως επίσης λίγα μπορώ να πω και για τη φαντασία του που οργιάζει. Αναρωτιέμαι αν και τι ακριβώς έπαιρνε για να τα γράψει αυτά, όπως επίσης αναρωτιέμαι αν είμαι αυτή τη στιγμή πράσινη από τη ζήλια μου. Το βιβλίο περιέχει τέσσερα διηγήματα με τον ομώνυμο ήρωα, ένα εκ των οποίων, «Τα μαργαριτάρια της βασίλισσας βρυκόλακα», έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά, στις συλλογές της Ωρόρα (Ιστορίες με Δαιμόνιους Κλέφτες, τόμος 36)
Elantris, Brandon Sanderson. Ο νεαρός τούτος έχει αναλάβει τη συγγραφή (από τις σημειώσεις του μακαρίτη του Τζόρνταν) του τελευταίου βιβλίου του Τροχού του Χρόνου. Αυτό αρχικά δε με είχε πείσει ότι άξιζε τον κόπο να διαβάσει κανείς κάτι εντελώς δικό του. Ωστόσο, όταν είδα ότι το Ελάντρις ήταν εξαντλημένο κι όταν επίσης είδα το φίλο Αντώνη Πάσχο να το διαβάζει με πάθος, ζήλεψα και του ζήτησα να μου το πάρει κι εμένα από 'κει που το είχε βρει.
Κι είμαι ευτυχής που του έχω τέτοια υποχρέωση.
Η ιστορία είναι κάπως περίπλοκη: Στη χώρα Άρελον υπάρχει μια πόλη η Ελάντρις στην οποία όλα είναι μαγικά. Κάποιοι από τους κατοίκους, μια μέρα χωρίς προειδοποίηση, ξυπνούν και μεταμορφώνονται σε υπερφυσικά, μαγικά πλάσματα, που μέσα στους τοίχους της Ελάντρις προσπαθούν να δημιουργήσουν μια ουτοπία.
Αυτά μέχρι δέκα χρόνια πριν το παρόν. Γιατί κάτι συνέβη στον κόσμο και ξαφνικά οι Ελαντρινοί αντί να μεταμορφώνονται σε μαγικά, πανέμορφα και πανίσχυρα πλάσματα, σχεδόν θεϊκά, άρχισαν να μοιάζουν με θύματα κάποιας φοβερής ασθένειας. Από το χάος και τον εμφύλιο, προέκυψε μια νέα τάξη πραγμάτων, με το βασιλιά Iadon, πρώην έμπορο, να διοικεί με σιδερένια πλέον πυγμή.
Η ιστορία ακολουθεί τρεις χαρακτήρες. Ο ένας είναι ο γιος του βασιλιά, ο Raoden, που λίγες μέρες πριν το γάμο του με την πριγκίπισσα του φιλικού κράτους Teod, Sarene, ξυπνάει ως Ελαντρινός. Ο δεύτερος είναι η ίδια η Sarene, μια πολύ δυναμική (ακόμη και για τα πραγματικά δεδομένα) κοπέλα, που τρελαίνεται για την πολιτική και ανακατεύεται σε χίλια πράγματα με απρόσμενα αποτελέσματα. Ο τρίτος και σκοτεινότερος, είναι ο Hrathen, ένας από τους ανώτερους ιερείς του γειτονικού θεοκρατικού κράτους του Fjorden, ο οποίος έχει σταλεί από τον αρχιερέα να προσηλυτίσει με όποιον τρόπο μπορεί την Άρελον μέσα σε τρεις μήνες.
Μέσα σε αυτούς τους τρεις μήνες και τις 620 περίπου σελίδες του βιβλίου, το τι γίνεται είναι απερίγραπτο. Κυριολεκτικά. Το μόνο που θα μπορούσε να δώσει μια εικόνα είναι το ότι περίπου κάθε 10 σελίδες, από τη μέση και μετά, τρως κι από μια σφαλιάρα-παύλα-twist της πλοκής. Τόσο που προς το τέλος άρχισα να αναφωνώ μόνη μου "Α, το μπαγάσα!" εννοώντας το συγγραφέα που πήγε και σκέφτηκε τέτοιο πράγμα.
Γενικά η πολιτική ίντριγκα δίνει και παίρνει. Οι σκηνές μάχης είναι μάλλον λίγες, αλλά οι χαρακτήρες είναι εκπληκτικοί, τόσο αληθινοί, που πάμπολλες φορές ταυτίστηκα με τη δολοπλόκα και γλωσσού Sarene. Τα πράγματα που δεν κατάλαβα ή δε μου άρεσαν είναι τρία (3) και μπορώ και να σας τα πω, αλλά δε θα το κάνω για λόγους σπόιλερ (ούτως ή άλλως είναι σε τέτοια σημεία της πλοκής που θα πρέπει να σας πω και όλα τα προηγούμενα για να καταλάβετε και δεν έχω το κουράγιο). Η γλώσσα είναι σχετικά απλή, έχει όμως κάποιες ταιριαστές κορώνες και για μία φορά όλοι οι χαρακτήρες μιλάνε με το δικό τους τρόπο. Σχεδόν ακούς τις φωνές τους στο κεφάλι σου!
Blood of Ambrose, Jame Enge. Πρόκειται για το πρώτο από μια σειρά βιβλίων με ήρωα τον Μόρλοκ Αμπρόσιους, έναν απόγονο του Μέρλιν σε μια φανταστική όμως χώρα (με τρία φεγγάρια αν θυμάμαι καλά). Ο Μόρλοκ αναφέρεται συχνά ως The Crooked Man, γιατί οι ώμοι του δεν είναι ίσιοι μεταξύ τους.
Η υπόθεση χοντρικά είναι η εξής: ο δωδεκάχρονος, όχι πολύ υψηλής ευφυΐας βασιλιάς Λάθμαρ φυγαδεύεται από την αυταρχική γιαγιά του, Αμπρόζια Βιβιάνα, για να γλιτώσει από τα νύχια του κηδεμόνα του που θέλει να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Δυστυχώς συλλαμβάνεται κι η γιαγιά του καταδικάζεται σε θάνατο για προδοσία. Λόγω του ότι είναι ευγενικής καταγωγής έχει δικαίωμα όμως, να κερδίσει την ζωή της, αν βρεθεί κάποιος να την υπερασπιστεί στην αρένα. Εμφανίζεται ο αδελφός της, ο Μόρλοκ Αμπρόσιους με το νάνο βοηθό του, τον Γουίρθ και τη σώζουν και μετά γίνεται της μουρλής, καθώς ο μικρός βασιλιάς αρχίζει να χρησιμοποιεί το μυαλό του, το σκάει και πάλι, ξαναπέφτει στα χέρια του κηδεμόνα του, καταφέρνουν τρεις άνθρωποι κι έναν νάνος να καταλάβουν το παλάτι και να ξωπετάξουν τον κηδεμόνα, ο οποίος όμως γυρνοβολάει απ’ έξω με τους δικούς του και τους κάνουν τη ζωή δύσκολη, μπλέκεται κι ένας νεκρομάντης, εμφανίζονται κάτι κοράκια, γκόλεμ, μεταλλικές αράχνες-παύλα-μεταφορικά μέσα που λειτουργούν με μαγεία, τέρατα και θηρία και ζόμπι και τελικά γίνεται το έλα να δεις και το στάσου ν’ ακούσεις. Δι χάπι έντ.
Η προσωπική μου γνώμη για το βιβλίο; Χμ. Όχι πολύ κακό, αλλά ούτε και τέλειο. Για την ακρίβεια είναι ένα βιβλίο που δεν ξέρεις αν σου αρέσει ή όχι, που δεν ξέρεις αν το βαριέσαι ή όχι, αν θες να σπάσεις τα μούτρα του ήρωα ή όχι κι αν τελικά κλαις τα λεφτά σου ή όχι.
Κατά καιρούς η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας γίνεται δύσκολη (το διάβασα στο πρωτότυπο, οπότε μπορώ να το επιβεβαιώσω). Οι διάλογοι μπορεί να είναι είτε εξαιρετικά αληθοφανείς, είτε (δυστυχώς τις περισσότερες φορές) πιο ξύλινοι κι από, τι να πω, κι από ένα δάσος με γιγάντιες σεκόγιες. Έχει δράση και τέλειες περιγραφές στις σκηνές μάχης, με πολύ ενδιαφέρουσες οπτικές γωνίες και ταυτόχρονα, περνάνε σελίδες και σελίδες με φλυαρίες και δήθεν ανάπτυξη. Οι χαρακτήρες, άλλο μανίκι αυτοί. Από τη μια οι πρωταγωνιστές είναι πραγματικά στέρεοι, τους ξεχωρίζεις χωρίς να χρειάζεται να ξέρεις τα ονόματά τους. Κι από την άλλη, κάνουν πράγματα που σίγουρα δε θα μας περνούσαν από το μυαλό. Η αίσθηση του χρόνου είναι κάπως διαστρεβλωμένη, τεντωμένη πέρα απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Δείχνει, ας πούμε, τέσσερις ανθρώπους να επιζούν επί έξι μήνες (κάνοντας ταυτόχρονα και μαθήματα μαγείας και ξιφασκίας) μέσα στους μυστικούς διαδρόμους του παλατιού του εχθρού τους. Γουάτ; Και την ίδια στιγμή έχει κάτι απίθανες ιδέες, κάτι φαντασμαγορικές εκρήξεις φαντασίας κι ένα λεπτότατο χιούμορ μέσα στη μαυρίλα, που αναγκάζεσαι να διαβάσεις παρακάτω για να δεις τι άλλο έχει αυτός ο χριστιανός στο κεφάλι του μέσα. Όπως ας πούμε το ότι ο μάγος ανεβάζει την αδελφή και το βοηθό του πάνω σ’ ένα κοινότατο άλογο κι ύστερα του βάζει στις οπλές μια ειδική αλοιφή. Η αλοιφή κάνει το άλογο να κάνει κάθε βήμα του διακόσια μέτρα ψηλό και κανένα χιλιόμετρο μακρύ. Κι όταν προσγειώνεται πρώτη φορά, το άλογο βγάζει μια τρομερή, φρικτή κραυγή. «Τι έγινε;» ρωτάει η γυναίκα ανήσυχη. «Φοβάται τόσο πολύ που ουρλιάζει;» και λίγο μετά έρχεται η απάντηση. «Μπα. Μου φαίνεται ότι το φχαριστιέται τόσο πολύ που ουρλιάζει.» Κι αμέσως εσυ ως αναγνώστης βάζεις στο νου σου μια εικόνα, με το άλογο να χλιμιντρίζει «γουίιιιιιιιι!» χαμογελώντας, λες και παίζει σε ταινία Λούκυ Λουκ.
Κι ενώ είναι το βιβλίο γεμάτο από τέτοια απίθανα ευρήματα, ταυτόχρονα έχει κάτι στιγμές που λες ότι θα βγάλεις τα μάτια σου με το πιρουνάκι του φρούτου, μόνο και μόνο για να σταματήσεις να διαβάζεις.

Οι μύκητες από τον Γιογγόθ, Χ.Φ. Λάβκραφτ. Ο Λάβκραφτ είναι για μένα ό,τι τα μακαρόνια για κάποιο συγγενικό μου πρόσωπο: και με σκ@τά να μου τον σερβίρεις, θα τον καταπιώ αμάσητο. Ετούτη τη συλλογή τη βρήκα κάπως πρώιμη, αλλά ωστόσο μπολιασμένη με όλα τα συστατικά (και κάποιες ιδέες) που αργότερα ο Λάβκραφτ θα τα έκανε αριστουργήματα της λογοτεχνίας τρόμου. Ακόμη και στα ποιήματα φαίνονταν αυτές οι τάσεις να μεγαλουργήσει.
Το Μονοπάτι του Κθούλου, August Derleth. Οι πέντε νουβέλες που έγραψε ο Ντέρλεθ, με κοινό παρανομαστή τον καθηγητή Σριούσμπερυ (που αποδίδεται ως Σριούσμπιουρυ) και τη μάχη του για την αποτροπή του ξυπνήματος του Κθούλου. Είχα διαβάσει τις πρώτες τρεις (εκείνη με τον Άντριου Φέλαν, με τον Έιμπελ Κέιν [άλλη μια απόδοση που πήγε στραβά, ως Κιν] και εκείνη με τον Κλέρμπορν Μπόιντ) στα βιβλιαράκια της Ωρόρα και τώρα που τις πήρα με τη σειρά, μαζεμένες ανακάλυψα ότι κάποια πράγματα, όπως είπε κάποτε φίλος συφφορουμίτης, πιθανόν ο Ντέρλεθ να τα είχε σε macro στο word και να τα πρόσθετε σε κάθε κείμενό του πρακτικώς αυτούσια. Πιθανότητα που αυξήθηκε στις υποψίες μου όταν διάβασα το...
Η Μάσκα του Κθούλου, August Derleth, οπότε κι άρχισα ν’ αναρωτιέμαι: γιατί το έκανα αυτό; Χμ. Μάλλον για ψυχαναγκαστικούς λόγους, αλλά το πιο πιθανό για λόγους συλλεκτικούς... Τα διηγήματα εδώ ακολουθούν ένα άααααλο κλασσικό κι αγαπημένο του Ντέρλεθ μοτίβο, εκείνο του αθώου ήρωα που κληρονομεί ένα παράξενο σπίτι, τον εχθρεύονται οι γείτονες, μαθαίνει για τις παράξενες έρευνες του συγγενή του από τον οποίο το κληρονόμησε και στο τέλος τον βρίσκουν εννιά φορές στις δέκα πάνω από έναν σκοτωμένο άνθρωπο, την ώρα που του μασουλίζει την καρωτίδα. Αχούμ-χουμ, συγγνώμη για το χασμουρητό, αλλά μετά την τρίτη επανάληψη γίνεται πολύ βαρεζζζζζζ...
Ο Κύριος του Φωτός, Ρότζερ Ζελάζνυ. Επιτέλους οι λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας μπορούν να πάψουν να με κυνηγάνε που δεν το είχα διαβάσει ακόμη και… να ξεκινήσουν να με κυνηγάνε εκ νέου, γιατί δε μου πολυάρεσε. Ήταν αργό σε κάποιες στιγμές, σε σημείο που να ορκίζομαι ότι αν βρω μπροστά μου τη Μαχαμπχαράτα θα την κόψω ψιλά-ψιλά κομματάκια, ωσάν για να τη μαγειρέψω ραγού. Δε λέω, ωραία γραφή, ωραίες εικόνες, ωραίες ιδέες, ενδιαφέροντες χαρακτήρες, αλλά φαίνεται ότι η ινδουιστική μυθολογία δε θα με ενθουσιάσει ποτέ.**
Cyberpunk, Ανθολογία από τις Εκδόσεις της Γαίας. Δεν είμαι σίγουρη ότι αποτέλεσε ακόμη και για την εποχή του ένα χαρακτηριστικό δείγμα του κυβερνοπάνκ. Σαφώς και θα μπορούσαν να υπάρχουν και καλύτερες ιστορίες, όπως επίσης και να λείπουν κάποιες που, όπως είπε κάποτε μια φίλη για άλλο θέμα, κάνουν τη βικτωριανή μου μύτη να ζαρώνει (πχ, το «Πέος του Φρανκεστάιν», του Έρνεστ Χόγκαν ή το φεμινιστικά ακατάληπτο «Φλογερός Ουρανός» της Ρέητσελ Πόλλακ). Ξεχώρισα τη γραφή του Ουίλλιαμ Γκίμπσον («Χίππικο Καπέλο, Εγκεφαλικό Παράσιτο» και «Κομμάτια ενός Ολογραφικού Ρόδου»), όπως επίσης και τα «Φιδίσια Μάτια» του Τόμ Μάντοξ, που μου άρεσε πολύ και την πρώτη φορά που το είχα διαβάσει, στις συλλογές του ΠαραΠέντε.
Ροκ Μωρά από το Διάστημα, Λίντα Τζάιβιν. Ένα Αυστραλιανό υπερθέαμα γεμάτο sex, drugs 'n' rock 'n' roll, που αποτυγχάνει να μιμηθεί ικανοποιητικά τον Ντάγκλας Άνταμς. Αυλαία.
Ιστορίες με ναυαγούς του διαστήματος, Ωρόρα 25. Δε μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα. Χαριτωμένο αλλά ως εκεί. Νομίζω ότι ξεχωρίζω το «Καλοκαίρι στον Ίκαρο» του Άρθουρ Κλαρκ. Όλα τα υπόλοιπα είχα τα προβληματάκια τους.
Ιστορίες από το εφιαλτικό μέλλον, Ωρόρα 45. Από ενδιαφέρουσες έως πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες. Ο Τζέημς Μπάλαρντ («Υποσυνείδητα Μηνύματα») είναι όπως πάντα εξαιρετικός, πολύ δυνατές εικόνες και συναισθήματα στα όρια του ψυχολογικού τρόμου. Το «Έτσι τους δημιούργησε» της Άλις Τζόουνς σπάει κόκαλα.
Ιστορίες από το εφιαλτικό μέλλον/2, Ωρόρα 73. Καλές αλλά όχι συγκλονιστικές όπως εκείνες της πρώτης συλλογής. Επιτέλους διάβασα το «Canticle for Leibovich» του Walter Miller (του ίδιου που έγραψε και το υπεροχοϋπέροχο «Darfsteller»). Και ξαναδιάβασα το εκπληκτικό, ακόμη και σήμερα, «Η Μηχανή σταματά» του Ε.Μ. Φόρστερ, το οποίο είναι γραμμένο το 1909 παρακαλώ. Και τρομακτικό όσο δεν παίρνει.
Βιβλιοθήκες Γεμάτες Φαντάσματα, Jacques Bonnet. Μια Μικρή ερωτική εξομολόγηση στο βιβλίο και τη λογοτεχνία, ως λέει και το οπισθόφυλλο. Ένα δοκίμιο, σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας βιβλιόφιλος από τη σκοπιά του βιβλιόφιλου. Ενώ είναι γεμάτο με χαριτωμένες πραγματικότητες, που τις αντιμετωπίζω προσωπικά καθημερινά με τη βιβλιοθήκη μου, εντούτοις σε κάποια σημεία γίνεται ακατανόητο, γεμάτο με τίτλους βιβλίων, εκδόσεις και μεταφραστές. Αν δεν ήταν τόσο βαρύ σε πληροφορία, ίσως και να γινόταν από τα αγαπημένα μου βιβλία.
Cahokia's Countryside: Household, Archaeology, Settlement Patterns and Social Power, Mark W. Mehrer. Το ένα από τα δύο βιβλία που διάβασα για να μπορέσω να γράψω τα Θαλασσινά Κογχύλια, το Νοέμβριο. Πολύ δύσκολο στην ανάγνωση, αν και το περιμένει κανείς από επιστημονική διατριβή. Μέτριες οι πληροφορίες που μπορεί να πάρει κανείς (κανείς ανειδίκευτος εννοώ.)
Cahokia: Ancient America's Great City on the Mississippi, Timothy R. Pauketat. Το δεύτερο βιβλίο αναφορά για την Καχόκια που διάβασα. Αυτό από την άλλη είναι αρκετά καλό. Περιγραφικό, με τις λογοτεχνίζουσες τάσεις του και απ' όλα. Καταλαβαίνεις πέντε πράγματα και μπορείς να τα αναπαραστήσεις στο μυαλό σου.
«Αλχημιστές, σε αναζήτηση της αιώνιας νεότητας» και «Ατλαντίδα, ο μύθος ενός χαμένου κόσμου», Κωνσταντίνος Τσοπάνης. Είναι σαν ενημερωτικά φυλλαδιάκια, σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα και το προσεγγίζουν (καθένα το δικό του) με λεπτότητα και ιστορικό επαγγελματισμό. Καμία κορώνα φάλτσα εδώ, μόνο γεγονότα. Για όσους δεν έχουν ιδέα ή για όσους θέλουν να θυμηθούν αυτά που ξέρουν.
Τα μυστικά της Ατλαντίδας, Άντριου Τόμας. Πολύ γέλιο. Τόσο πολύ γέλιο, που από τις πόσες; χίλιες; παραγράφους που έχει το βιβλίο, οι 350 τελειώνουν με ερώτηση παγίδα. Ενδεικτικό, αλλά και τυχαίο δείγμα:
σελ. 51: Μήπως μιλούν αυτοί οι μύθοι αλληγορικά, για διαστημικές εξέδρες,
κοσμικές πτήσεις και κοσμοδρόμια στη γη;

σελ. 86: Πώς έκαναν οι Βραχμάνοι αυτή την ανακάλυψη τη βιολογία (σημ. δική μου, κάποιου είδους εμβολιασμό) κάπου 4000 χρόνια πριν από τον Ζέννερ;

(χμ, και ωραία μετάφραση. Ο Τζέννερ, Ζέννερ. Και πιο κάτω λέει για κάποιον Φλάβιο Ιωσήφ. Ο Ιώσηπος είναι μάλλον άγνωστος στον φίλτατο μεταφραστή.)
σελ. 145: Είναι ο θρύλος του Δαίδαλου και του Ίκαρου, που πέταξαν με φτερά από την Κρήτη, μια αντήχηση από το αμυδρό παρελθόν, όταν οι πτήσεις ήταν
συνηθισμένες;

Σταματώ εδώ, γιατί είναι και νύχτα ώρα τώρα που το γράφω και θα σηκώσω τη γειτονιά στο πόδι. Πάντως αυτά τα βιβλία διαβάζονται ευχάριστα μόνο με έναν τρόπο, για να πάρεις ιδέες για το επόμενο φανταστικό σου διήγημα...
Τσουνάμι, το Μεγάλο Ψέμα, Γ. Χατζηκωνσταντίνου. Ακατάληπτο βιβλίο. Επί 120 σελίδες περιγράφει τα συμπτώματα του τσουνάμι στον Ινδικό το 2004, μπερδεμένα και πολλές φορές άτεχνα μεταφρασμένα από διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία και μπροσούρες και στις τελευταίες του 20 σελίδες συνομωσιολογεί. Κακή γραφή, εκεί όπου στ' αλήθεια είναι δική του η γραφή και καμία οργάνωση της σκέψης. Ακόμη και για το είδος του, πρέπει να είναι μάλλον κακογραμμένο.



*το παράδοξο του δολοφονημένου παππού: είναι ένα από τα πάμπολλα ερωτήματα που ανακύπτουν κατά τη μελέτη των ταξιδιών στο χρόνο. Αν εγώ ταξιδέψω πίσω στο χρόνο και σκοτώσω τον παππού μου, πριν η γιαγιά μου συλλάβει τον πατέρα μου, τότε θα σταματήσω να υπάρχω; Κι αν σταματήσω να υπάρχω τότε ποιος γύρισε πίσω στο χρόνο και σκότωσε τον παππού;

**Ένα από τα πλέον μεγαλόπνοα σχέδια που έχω συλλάβει ποτέ είναι κι η συγγραφή ενός σύμπαντος από νουβέλες, που θα διαδραματίζονται όλες στον ίδιο κόσμο με τη Θύμνα, τα Παρχάρια και τα Θαλασσινά Κογχύλια, που θα ενώνουν και θα εξηγούν πράγματα στις εν λόγω νουβέλες. Έχω σχέδια για μια "μυκηναϊκή" ιστορία, μια "μινωϊκή", μια "γεωμετρικής εποχής", μια "εποχής φραγκοκρατίας", μια που να μιλάει για «Αιγύπτιους», μια που να μιλάει για «Άραβες», για «Κέλτες», για «Κινέζους», για «Ρώσους», για «Αζτέκους», για την «Ανταρκτική», για τη βιομηχανική επανάσταση, την κατάκτηση της Αμερικής, για τους δρόμους των Μπαχαρικών και άλλα τινά ευχάριστα και ιστορικογεωγραφικά. Αλλά Ινδούς… Ινδούς δεν είχα ακόμη στο μυαλό μου να γράψω και έχω μια υποψία ότι δε θα τα καταφέρω τελικά.