Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Το Τραγούδι του Ζητιάνου της Φωνής

Δεν ξέρω κατά πόσο ακούγεται αστείο ή αναμενόμενο αυτό, αλλά αγαπώ πάρα πολύ τα δημοτικά τραγούδια. Δεν ξέρω καν το γιατί, ίσως επειδή το δεκαπεντασύλλαβο ιαμβικό είναι συνυφασμένο με ανθρώπους που αγαπώ, ή ακόμη μπορεί να φταίει η προτίμησή μου για την τραχιά παράδοση. Γεγονός πάντως είναι ότι έχω άπειρες φορές προσπαθήσει να γράψω κάτι που να μοιάζει με δημοτικό τραγούδι, με όχι και τόσο αξιοπρεπή αποτελέσματα τις περισσότερες φορές. Όπως αυτή εδώ, που γράφτηκε στα πλαίσια μιας μεγαλύτερης ιστορίας (ίσως κάποια φορά με πιάσει η νοσταλγία και σας τα διηγηθώ για να γελάσετε) και που τραβάει κάπως σε μάκρος, αλλά τελικά βρίσκει μια κάποια λύση. Τη θυμήθηκα μιας και εδώ, είχαμε μια ωραία κοντρίτσα με ιστορίες που έχουν σαν κύριο θέμα το τραγούδι.

Οι στρατιώτες που συνόδευαν το γερο-ζητιάνο στάθηκαν προσοχή μπροστά στο Σεγεμέρι, άρχοντα του Γκουρ. Για μια στιγμή επικράτησε ησυχία, καθώς οι καλεσμένοι του αναρωτιόνταν τι θα έκανε στο γερο-ζητιάνο. Στο Σεγεμέρι άρεσε αυτό.
Σηκώθηκε από το μαρμάρινο θρόνο του, τον καλυμμένο με δέρματα ζώων κι ύψωσε την καθαρή φωνή του:
-Φίλοι μου, απόψε συνέβη κάτι τόσο υπέροχο, που η καρδιά ίσα που αντέχει να μην αναλυθεί σε δάκρυα. Απόψε, ύστερα από δέκα χρόνια, μπορώ να σφίξω στην αγκαλιά μου την ετεροθαλή αδελφή μου, από ίδια μάνα και άλλο πατέρα, που η Μοίρα και η κακία των ανθρώπων κρατούσε μακρυά μου. Και δεν έφτανε η χαρά που την ξαναβρήκα, μα οι αθάνατοι θεοί θέλησαν να είναι η ευγενέστερη κόρη του Γκουρ, η ωραία Διαλκός. Έτσι, για χάρη της μοναχά, έστειλα να φέρουν από την αγορά αυτόν που όλοι γνωρίζουμε σαν Ζητιάνο της Φωνής, τον περιπλανώμενο τραγουδιστή. Εδώ, μπροστά σ’ όλους, τον παρακαλώ να πει ένα τραγούδι, που να χαϊδέψει τ’ αυτιά της αδελφής μου.
Ο ζητιάνος χάιδεψε τα κρόταλα που κρατούσε και χαμογέλασε.
-Για χάρη της Διαλκός, λοιπόν, είπε και το χαμόγελο του είχε μια ανεξιχνίαστη χροιά.


Ο Σεγεμέρι ζήτησε τα κρόταλα να πιάσω
’γω, ο Ζητιάνος της Φωνής, για της Διαλκός τη χάρη,
της κόρης της μονάκριβης, που μες σ’ αυτήν την πόλη
δεύτερη δε γεννήθηκε, ευγένεια τόση να ’χει.
Ω, ναι, για χάρη της Διαλκός θα πω εγώ τραγούδι
με μάγους και εξορκιστές κι ωραίες πριγκηπέσσες
και συκοφάντες άτιμους, δυστυχισμένες σκλάβες
και σώματα που πιάστηκαν στου έρωτα το δίχτυ.
Μίλα τραγούδι μου γλυκό, κελάηδα μια ιστορία,
όχι σταλμένη στο μυαλό απ’ το Θεό της Γνώσης,
ούτε από μύρια ξωτικά ονειροφαντασμένα
σιγά που ψιθυρίστηκε μια νύχτα στα αυτιά μου,
μα από βόρειο άνεμο και μυρωμένη αύρα
φερμένη, γιατί αληθινά – όσα θα πω– συμβήκαν.
Μιλήστε νότες μαγικές για μάγο γεννημένο
στην πόλη την πανάρχαια, τ’ Άγιο Πουσού- Νελέλι,
που σπάρθηκε παράνομα στης μάνας του τη μήτρα,
της θεϊκής Πορανιμός και που ο Μεγάλος Άκι,
ο βασιλιάς των γητευτών, των μάγων ο ιερέας,
σαν γιο του τον ανέθρεψε και Ρούμπουντι τον είπε.
Πες μου για την καμπούρα του, το θλιβερό ψεγάδι,
μα πες και για το πρόσωπο, π’ αγγελικό το είχε.
Και τούτος σαν μεγάλωσε κι άντρας πια είχε γίνει,
έπεσε ο Άκι ο γητευτής άρρωστος στο κρεβάτι
κι αγκομαχούσε κι ένιωθε κοντά το θάνατό του.
Έστειλε και του φώναξαν τον Ρούμπουντι και του ’πε:
«Παιδί μου, που άλλο εγώ ποτέ δεν πρόκειται να έχω,
σκύψε να πάρεις συμβουλή απ’ έναν που πεθαίνει.
Πολλές φορές σου έχω πει για τα ιερά βιβλία
και τις γραφές των μάντεων και των οιωνοσκόπων,
αλλά ποτέ δεν τόλμησα στο τρυφερό μυαλό σου
να βάλω δύο πράγματα φρικτά, ματοβαμμένα.
Άκου λοιπόν και πρόσεξε, λέξη μου να μη χάσεις:
Το πρώτο – που το γνώριζες κι ας μην στο είχα μάθει-
είναι πως μάγος δεύτερος να γεννηθεί δεν είναι
τη δύναμη των μαγικών που να ’χει σαν κι εσένα.
Αφού καμπούρης γητευτής, αγγελοπροσωπάτος,
στη μήτρα της μητέρας του παράνομα σπαρμένος,
είναι γραφτό πιο δυνατό στα μάγια να μην έχει.
Το δεύτερο –ω συμφορά και δυστυχία πόση!-
είναι πως πέρα απ’ τα βουνά, στους πρόποδες των Λόφων,
όπου από πάντα κατοικεί η Γραία Κουκουβάγια,
ζει κάποιος, που Κουρίκι – γι τον λεν στα παραμύθια
και Μέγα Πανικοβλητή και Δαιμονοσπαρμένο
και Μέγα Μάγο, που διψά για γητευτών τη σάρκα
και πίνοντας το αίμα τους τούς παίρνει την ψυχή τους,
την τέχνη της γητείας τους και τη γλυκειά ανάσα.
Μα σκύψε, τρόπο να σταλθεί μακρυά από εσένα
σιγά, πολύ ψιθυριστά στ’ αυτί σου εγώ να ψάλλω.»
Κι έσκυψε ο νέος γητευτής κι έμαθε τη γητεία ,
το φοβερό Κουρικι-γι μακρυά του πώς να διώχνει
κι ύστερα ο Άκι πέθανε, των μάγων ο ιερέας.
Πέρασε κάμποσος καιρός. Κι ο Ρούμπουντι στα στήθια
μεγάλη φλόγα ένιωσε του έρωτα ν’ ανάβει
για μια κυρά που Μπροκεμός τη φώναζαν οι εχθροί της
και Μοσχανάθρεφτη οι λοιποί κι Αγαπημένη οι φίλοι.
Μα έλαχε, όμως και αυτή δωσμένη την καρδιά της
να έχει σ’ έναν έμπορο, πραματευτή βλαστάρι,
που Εγκερέκι γνώριζαν όλοι πως τονε λένε
Μια νύχτα χειμωνιάτικη, δαιμόνων κατοικία,
Σε μία καλύβα ο Ρούμπουντι βαθιά συλλογιζόταν
Όταν τελείως ξαφνικά και δίχως να χτυπήσει
Ένας χωριάτης όρμησε στα πόδια του να πέσει.
Λέει του: «Μάγε Ρούμπουντι, του Άκι εσύ βλαστάρι,
σώσε την Εκ που δαίμονες τρεις μήνες την ξετρέχουν,
το κάστρο που μοναδικό, ατίμητο πετράδι
καταμεσής στη θάλασσα στέκει σαν οπτασία.
Βοήθα με, που μ’ έστειλε ο άρχοντας Εμπόζι
να σε ‘βρω και να σκοτωθώ σ’ αυτόν αν δε σε πάω».
Κι έφυγε ο Ρούμπουντι μαζί με το δειλό χωριάτη.
Δεν είπε σε κανένανε το λόγο που μισεύει,
ω, συμφορά του δύστυχου κι αυτό ήταν ο χαμός του.
Γιατί δυο μέρες έπειτα στο σπίτι των γονιών της
έπεσ’ η Μπροκεμός βαριά άρρωστη στο κρεβάτι
κι ούτε γιατρός, ούτε θεός, μάγος ή ιερέας
δε μπόρεσε πότε να βρει τι να’ ναι αυτό που έχει.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Σ’ ολόκληρη την πόλη
οράματ’ εμφανίστηκαν, φαντάσματα, δαιμόνια,
σεισμοί συμβήκαν, πανικό, τρόμο παντού σκορπώντας
και μύριες άλλες συμφορές πα’ στο Πουσού- Νελέλι.
Κι αναρωτιόνταν οι θνητοί, ποιου φοβερή μαγεία
τέτοια βασανιστήρια την πόλη έχει γεμίσει.
Μα μες τις τόσες συμφορές, δίπλα κάποιος θρηνούσε,
μια κοπελιά ’μορφοθώρη, στου έρωτα τη φλόγα
το δροσερό της το κορμί που’ χε καψαλισμένο
γιατί χωρίς καμία ντροπή και δίχως να το λέει,
το Ρούμπουντι ελάτρευε, το μάγο γιο του Άκι.
Και ήταν η κοπέλα αυτή της Μπροκεμός η σκλάβα,
η Άμκος, η γλυκόφωνη, η αηδονολαλούσα,
που καλοκαίρια είκοσι είχαν μόνο περάσει
από τη μέρα που οι θεοί την έδωσαν στον κόσμο,
το όμορφο της βάδισμα και το θεϊκό χορό της
να βλέπουν και να ευφραίνονται οι άνθρωποι τριγύρω
και που απ’ όλους τους θνητούς, όλους τους αθάνατους
το Ρούμπουντι ξεχώριζε πιο όμορφο να λέει
και την αστεία καμπούρα του δε λόγιαζε γι’ ασχήμια
μα για προνόμιο από θεό και δαίμονα δοσμένο.
Πολλοί μεγάλοι άρχοντες το χέρι της ζητούσαν,
όμως εκείνη έμενε στης Μπροκεμός το πλάι
κι άλλος κανείς δεν πίστευε πως γίνεται να είναι
απ’ τον καμπούρη γητευτή πιο νόστιμα φτιαγμένος,
κι άλλος κανείς δεν ήξερε τον τρυφερό καημό της
από το μαξιλάρι της και τ’ απαλό της στρώμα.


Η ευγενέστερη κόρη του Γκουρ σάλεψε στο κάθισμά της, νιώθοντας μια υποσυνείδητη ανησυχία. Το βλέμμα του Ζητιάνου της Φωνής σπάνια τη συναντούσε, είχε όμως την αόριστη εντύπωση ότι ήταν μονίμως καρφωμένο πάνω της. Χωρίς να ξέρει γιατί, η Διαλκός έδωσε με τη φαντασία της τη δική της μορφή στην Άμκος.


Μα έξι μήνες έπειτα, μες το Πουσού- Νελέλι
ενός αρχόντου φάνηκε ο γιος, ξενομερίτης
απ’ το Βορρά ή απ’ το Νοτιά κανείς δεν είχε μάθει.
Το μόνο που ’ξεραν γι’ αυτόν ήτανε τ’ όνομά του:
τον έλεγαν Καλίκι-γι, κι ήταν ταξιδεμένος,
κατείχ’ όλα τα μαγικά κι όλα τα αντιξόρκια
για τις γητείες που κακό κι αρρώστια προξενούσαν.
Ζήτησε και προσκύνησε το βασιλέα Ούλι,
της άμοιρης της Μπροκεμός το δύστυχο πατέρα
και με περίσσια πονηριά του λέει τέτοια λόγια:
«Ω, Ούλι, άξιε άρχοντα που όλοι σε λογιάζουν
για παντογνώστη, πάνσοφο, μα και γι’ ανοιχτοχέρη
και που κατάρα μαγική σ’ έχει δυστυχισμένο,
εγώ είμαι ο Καλίκι-γι, ο πρώτος ξορκοσπάστης,
ο γείτονας των ξωτικών, ο φίλος των νεράιδων
και του Θεού της Μαντικής, ο πρώτος ιερέας,
που μέγιστο προνόμιο, μονάχα εγώ κατέχω
να βλέπω στα θολά νερά της Λίμνης της Αντάρας
κι από τον προστάτη μου Θεό χρησμό εγώ να παίρνω.
Μια μέρα, εκεί που κοίταγα μες τα νερά της Λίμνης,
που δείχνει τα συμβαίνοντα, δείχνει τα περασμένα,
δείχνει και τα μελλούμενα να γίνουν απ’ τη Μοίρα,
είδα την κόρη σου τη μία, τη Μοσχαναθρεμμένη
στο στρώμα να ψυχορραγεί, να βαριαναστενάζει
κι έναν καμπούρη όμορφο κρυφά να τη γητεύει
ψέλνοντας, όσο μάγευε, ετούτα ’δω τα λόγια:
“Τη Μπροκεμός την όμορφη και το Πουσού-Νελέλι
από τη ρίζα της καρδιάς διαμονοκαταριέμαι,
αρρώστια στο κεφάλι της και συμφορές στην πόλη,
αφού εμένα γι’ άντρα της δε δέχτηκε να πάρει.”
Τότε φουριόζος ντύθηκα με ταξιδιώτη ρούχα
κι ήρθα εδώ στην πόλη σου, ω Ούλι, άρχοντά μου,
το άδικο και το κακό με μιας να ξεριζώσω
με μαγικά περίπλοκα που μ’ έμαθε η Τύχη».
Κι ευθύς φωνές ακούστηκαν μες το Πουσού-Νελέλι,
φωνές που κατηγόρησαν το Ρούμπουντι το μάγο
για τις περίσσιες συμφορές που μήνες τους χτυπούσαν
και για της Μοσχανάθρεφτης τη φοβερή αρρώστια.
Κι ορκίστηκε ο πραματευτής, ο ωραίος Εγκερέκι
να μη ’συχάσει πουθενά, ποτέ να μη δροσέψει
τα κουρασμένα χείλια του με νάμα από πηγούλα,
πριν βρει αυτόν που σπάραζε τη Μπροκεμός με μάγια
και με μαχαίρι κοφτερό το αίμα του να χύσει.
Μα και της Μοσχανάθρεφτης ο δύστυχος πατέρας
όρισε πλούσια αμοιβή να δώσουν σ’ όποιον φέρει
τον άτιμο που μάγεψε τη λατρευτή του κόρη.
Μα όσο πολλά, όσο παλιά, όσο αρχαία μάγια
κι αν έκαν’ ο Καλίκι-γι, δεν έσπαγε η κατάρα.
Κι έτσι στου μίσους το ρυθμό τ’ Άγιο Πουσού-Νελελι
χόρευε για τον άμοιρο, νέο, καμπούρη μάγο.
Και μόνο η Άμκος δε μπορεί το μάγο να μισήσει
γιατ’ είν’ βαθιά λαβωματιά ο έρωτας στα στήθια.
Έτσι τη σκλάβα διάλεξε, την αηδονολαλούσα,
το φάντασμα του βασιλιά των γητευτών, του Άκι,
και μπρος της εμφανίστηκε μια δροσερή αυγούλα.
Λέει της: «Άμκος, όμορφη, εμένα μη φοβάσαι,
τι θλιβερό είμαι φάντασμα, όραμα συννεφένιο
και τους θνητούς αδύνατο είναι το να τους βλάψω.
Άκου: αν το θετό μου γιο αλήθεια συ συντρέχεις
στην Πύλη των Ταλαίπωρων τρέξε το δίχως άλλο,
βγες απ’ την πόλη κι όρμησε στα καρπερά χωράφια
και μόλις δεις το σπλάχνο μου, πες του να σταματήσει
και μίλα για ότι έγινε μες το Πουσού-Νελέλι
όσο κακία μαγική στην Εκ τον είχε στείλει.
Εγώ μπροστά στο Ρούμπουντι είν’ απαγορευμένο
σα φάντασμα να εμφανιστώ, γιατί ‘ναι ψυχογιός μου.
Μα σ’ εξορκίζω σ’ ό,τι θες, τρέξε να τον προφτάσεις
πριν μπει στην πόλη και νεκρός πέσει στο χώμα κάτω.»
Κι η Άμκος, δίχως να σταθεί, έτρεξε προς την Πύλη
και βρήκε τον καμπούρη γιο του Άκι να οδεύει
προς τη γενέθλια πόλη του και του ’πεσε στα πόδια:
«Λυπήσου με τη δύστυχη, ω μάγε πιο μεγάλε
απ’ όλους τους ανίδεους που γητευτές περνιούνται.
Λυπήσου και τα νιάτα σου, τ’ ωραίο πρόσωπό σου,
λυπήσου τις προσπάθειες που έκανε ο Άκι
μεγαλωμένο να σε δει και άξιο παλικάρι.
Σ’ αυτήν την πόλη, που πολλούς μήνες μακριά ’χεις λείψει,
όλοι ζητούνε θάνατο άγριο να σου δώσουν
τι έπεσε η Μπροκεμός άρρωστη στο κρεβάτι
από μαγείες δυνατές, δικές σου όπως πιστεύουν
και μύριες όσες συμφορές χτυπήσανε την πόλη,
οράματ’ εμφανίστηκαν, φαντάσματα, δαιμόνια,
σεισμοί συμβήκαν, πανικό, τρόμο παντού σκορπώντας.
Κι ο Εγκερέκι έχει ορκιστεί, ο έμπορος ο ωραίος,
να μη ’συχάσει πουθενά, ποτέ να μη δροσέψει
τα κουρασμένα χείλια του με νάμα από πηγούλα
πριν βρει αυτόν που σπάραξε τη Μπροκεμός με μάγια
και με μαχαίρι μυτερό το αίμα του να χύσει.
Μα και της Μοσχανάθρεφτης ο δύστυχος πατέρας
όρισε πλούσια αμοιβή να δώσουν σ’ όποιον φέρει
τον άτιμο που μάγεψε τη λατρευτή του κόρη.
Μ’ έστειλε ’δω το φάντασμα του Άκι, του Μεγάλου,
που σαν παιδί σ’ ανάθρεψε, να σε προειδοποιήσω
αφού μονάχα εγώ μπορώ για σένα αγάπη να ’χω
απ’ όλους όσους κατοικούν μες το Πουσού-Νελέλι.
Συμπάθα με, αν προσβολή για σένα ο ερωτάς μου
είναι, μα ξέρε ότι κανείς άλλος δεν το’ χει μάθει
κι ότι γνωρίζω πως ποτέ τη Μπροκεμός με μάγια
δε θα ’δενες δαιμονικά, αφού αγάπη τόση
για κείνη κρύβεις στην καρδιά, όση κι εγώ για σένα.»
Τότε ο καμπούρης σάστισε, μ’ όσ’ έμελλε ν’ ακούσει
-η Αγαπημένη άρρωστη, τ’ Άγιο Πουσού-Νελέλι
καταραμένο κι εχθρικό, ο έρωτας της Άμκος-
κι απ’ τα γαλάζια μάτια του δροσοσταλίδες στάξαν
κι είπε χωρίς καμμιά ντροπή που ’κλαιγε σα γυναίκα:
«Τα όσα μου ’πες στην καρδιά μού μπήξανε μαχαίρι,
τα μέλη μου δεν υπακούν, ο νους σ’ ανεμοζάλη,
σαν πεθαμένος έμεινα με τα φρικτά π’ ακούω.
Μα αν στ’ αλήθεια μ’ αγαπάς και θέλεις να με σώσεις
οδήγησέ με σε μικρό και ταπεινό καλύβι
κι όταν θα γίνει αυτό, πολύ σκληρά θα προσπαθήσω
με ξόρκια και με μαγικά να δω ποιος με ξετρέχει
και πεθαμένο θέλει με, δίχως να του ’χω φταίξει.»
Κι η Άμκος τον οδήγησε σε ταπεινό καλύβι
έξω απ’ τα τείχη της παλιάς και δοξασμένης πόλης,
τον έλουσε, τον έντυσε, του έβαλε να φάει
και το σκυφτό το σώμα του λίγο να ξεκουράσει
με ύπνο ευεργετικό, φάρμακο για τις έγνοιες
κι ύστερα του διηγήθηκε τα όσα είχαν γίνει
τους έξι μήνες που μακριά ο Ρούμπουντι βρισκόταν.
Κι όταν το λόγο έπαψε της Μπροκεμός η σκλάβα,
ζάρωσαν του καμπούρη γιου του Άκι τα δύο φρύδια
και με φωνή ψιθυριστή απ’ τον πολύ τον τρόμο
είπε της Άμκος: «Φίλη μου μοναδική στην πόλη,
ετούτος ο Καλίκι-γι είναι ο Μέγας Μάγος,
ο Μέγας Πανικοβλητής, ο Δαιμονοσπαρμένος.
Ο βασιλιάς των γητευτών, ο πεθαμένος Άκι
με μιας θα αναγνώριζε στον ταξιδιάρη ξένο
τον ύπουλο Κουρίκι-γι, θα τον πετροβολούσε,
προτού δείξει την πείνα του για γητευτών τη σάρκα
και πίνοντας το αίμα τους, τους πάρει την ψυχή τους.
Τώρα ο Άκι βρίσκεται στων Άσαρκων τη Χώρα
και πριν πεθάνει μυστική και φοβερή μαγεία
μ’ έμαθε, τον Κουρίκι-γι μακρυά εγώ να διώχνω,
αφού αυτός την τέχνη μου θέλει να αποκτήσει
παίρνοντας δίχως λύπηση τη νεαρή ζωή μου.
Έχ’ όμως ένα σχέδιο.» Και πριν το στόμα κλείσει
στον άνεμο σχημάτισε με το δεξί του χέρι
δύο σύμβολα πανάρχαια, απ’ όλους ξεχασμένα
ακόμα κι από γητευτές γέρους, ’καταχρονίτες,
ακόμα κι απ’ το δαίμονα που ‘θελε να νικήσει,
το έν’ αλλάζει τη μορφή, το άλλο τη φωνή του
και μπρος στην Άμκος στάθηκε, όχι πια σαν καμπούρης,
μα σαν πολέμαρχος παλιός, στη μάχη γερασμένος,
με έντεκα λαβωματιές στ’ άγριο πρόσωπό του.
Σάστισ’ η σκλάβα βλέποντας τη μεταμόρφωσή του,
μα ο Ρούμπουντι της μίλησε ημερωμένα λόγια
κι έτσι το ίδιο απόγευμα, το κάθισμα του Ούλι
προσκύνησε ο γητευτής, άλλη θωριά φορώντας,
τέτοια που ο Κουρίγι-γι να μην αναγνωρίσει
το θύμα του στον άγνωστο που έφερε η Άμκος
και ιστορία ψεύτικη άρχισε να διηγείται:
«Μακρυά, στα μέρη που την Εκ γλυκά-γλυκ’ αγκαλιάζουν
την πόλη που πιστεύεται πως ζει ο Θεός της Γνώσης,
πρι δεκαεφτά μερόνυχτα, συνάντησα έναν μάγο,
εγώ, του Μουσουμί ο γιος, ο Έγι ο αντρειωμένος,
κι ήτανε μάγος δυνατός αφού τα τραύματά μου
δίχως ’πιδέσμους κι αλοιφές γιάτρεψε σε μια νύχτα.
Τον ρώτησα για όνομα ποιο να του είχαν δώσει
κι είπε: “Μαέβι λέγομαι κι απ’ το Πουσού- Νελέλι
την πόλη την πανάρχαια είν’ η καταγωγή μου.
Γεννήθηκα παράνομα, με κρύψαν απ’ τον κόσμο
κι έτσι κανείς δεν έμαθε τ’ ότι εγώ υπάρχω.
Ήμουν μαθητευόμενος στο Ρούμπουντι το μάγο,
που με περίσσεια πονηριά την πόλη έχει μαγέψει
και ’γω κατέχω μονάχα γητεία να τη σώσω.
Μ’ αν δίκαια σε γιάτρεψα ξεπλήρωσέ με έτσι:
Πάρε το δρόμο δυτικά, ώσπου στη λίμνη φτάσεις
που Ζίμεμε αποκαλούν οι άμυαλοι χωριάτες
κι εκεί περίμενε να ’ρθει μια σκλάβα από την πόλη,
η Άμκος η γλυκόφωνη, του Ούλι περιουσία
και ζητά στον αφέντη της με βιάση να σε πάει,
και σαν ετούτα όλα συμβούν, γονάτισε μπροστά του
στον παντογνώστη, πάνσοφο κι ανοιχτοχέρη Ούλι
και μίλα του για το κακό που χτύπησε την πόλη
πες του για τα οράματα μα και για τα δαιμόνια,
για τους σεισμούς, που πανικό και τρόμο έχουν σπείρει
και για τις άλλες συμφορές στην πόλη που ’χουν πέσει.
Πες του να ψάξει και να βρει τον πιο καταραμένο
απ’ όλους όσους βρίσκονται μες το Πουσού-Νελέλι
και κάνοντας του χαρακιά με ιερό μαχαίρι
από γαγάτη και χρυσό, με πέρλες στολισμένο
ν’ αφήσει αίμα κόκκινο να τρέξει προς τη Δύση.
Και τότε μάγος δυνατός, μεγάλος ξορκοσπάστης
το αίμα το τρεχούμενο στο στόμα του ας βάλει
κι ας κάνει τις γητείες του, η συμφορά να φύγει.”
Κι εγώ αμέσως δέχτηκα, τι όντως του χρωστούσα
όχι μονάχα τη ζωή μα και τα λογικά μου.
Κι ήρθα σε σένα, άρχοντα, μπροστά γονατισμένος,
τον ευεργέτη φίλο μου για να ευχαριστήσω
και να προσθέσω: Αψήφιστα, ‘νος γητευτή τα λόγια
μην παίρνεις Ούλι, άρχοντα, μέγα κακό μη σ’ έβρει.»
Ο Ούλι πίστεψε του γιου του Μουσουμί τα λόγια
κι αμέσως διάτα έβγαλε τον πιο καταραμένο
στην πόλη την πανάρχαια να βρουν και να συλλάβουν
μα ο Έγι τον σταμάτησε και ρίχνοντας τα μάτια
πικρά-πικρά και ταπεινά του σιγοψιθυρίζει:
«Μην ψάχνεις άλλο, άρχοντα, τον πιο καταραμένο
αφού μπροστά σου φάνηκε με θέλημα δικό του.
Εγώ κατάρες έντεκα φέρω στην κεφαλή μου,
δύο από κύρη, δύο από γιο και πέντε από μάνα
και δύο απ’ τη γυναίκα μου που πολυαγαπούσα
και που μαγεία πρόστυχη την πήρε από κοντά μου.
Γι’ αυτό, ω Ούλι άρχοντα, πάρε ιερό μαχαίρι
και κόψε με, το αίμα μου να τρέξει προς τη Δύση.
Μα πριν τα κάνεις όλ’ αυτά βρες ένα άξιο μάγο
που τη γητεία να μπορεί, δίχως πολύ, να σπάσει
έχοντας μες το στόμα του το κόκκινο μου αίμα.
Τάξε μου όμως πως μπροστά στην τελετή ετούτη
θα ’ναι η ωραία κόρη σου, που Μπροκεμός φωνάζουν
κουβαλητή στο στρώμα της, όσο άρρωστη κι αν είναι
και πως το ιερατικό μαχαίρι θα κρατήσει
ο πιο ωραίος έμπορος, νομίζω Εγκερέκι
το όνομα του έδωσαν σαν ήρθ’ εδώ στον κόσμο
κι ακόμα πως θα ‘ναι μπροστά ολόκληρη η πόλη
νέοι και γέροι άνθρωποι, γυναίκες, τα παιδιά τους,
οι άντρες τους κι οι ιερείς όλων των αθάνατων.»
Σάστισ’ ο Ούλι, ακούγοντας τα όσα είπε ο ξένος,
μα δέχτηκε και όρισε το ξόρκισμα να κάνει
ο ίδιος ο Καλίκι-γι, ο αίτιος των όλων
κι ο Μέγας Μάγος είπε ναι, γιατί δεν είχε νιώσει
ο γιος του γέρο-Μουσουμί το θύμα του πως ήταν.
Και μες του Ούλι την Αυλή την αρχοντοχτισμένη
μαζεύτηκαν οι άνθρωποι το ξόρκι να θαυμάσουν.
Και σε κρεβάτι πλουμιστό, μ’ υφάσματα σκιασμένο,
ξάπλων’ η ωραία Μπροκεμός, η Μοσχαναθρεμμένη
μες τη βαριά αρρώστια της, ξεχνώντας όλα τα’ άλλα.
Κι ο Εγκερέκι ο έμπορος, ο πολυταξιδιάρης,
κρατώντας με το χέρι του ιερατικό μαχαίρι,
κι ο Ρούμπουντι με μαγικά ‘λλαγμένη τη θωριά του
Που ‘μοιαζε με πολέμαρχου, στη μάχη γερασμένου,
μαζί με τον Κουρίκι-γι, το Δαιμονοσπαρμένο,
κρυφά π’ αναρωτιότανε τι να ‘ναι αυτό το ξόρκι.
Κι έδωσ’ ο Ούλι εντολή ν’ αρχίσουνε τα μάγια
κι ο Εγκερέκι σήκωσε το ιερό μαχαίρι
και το κατέβασ’ απαλά στου Ρούμπουντι το μπράτσο.
Το αίμα έτρεξ’ άλικο από τη μαχαιριά του
και κύλησε στα δυτικά ως όριζε η μαγεία.
Τότε η σειρά του γητευτή ήταν να ενεργήσει
και σκούπισε τα αίματα με το δεξί του χέρι
κι αμέσως, δίχως άργητα, στο στόμα του τα φέρνει,
μα πριν προλάβει μαγικά άλλα να ξεστομίσει,
τα αίματα ταράχτηκαν μέσα στα σωθικά του
και του ‘δωσαν την όψη του αυτήν που πάντα είχε:
Μούρη ψαριού, μάτια φιδιού, γλώσσα από καλαμάρι,
χέρια και πόδια πίθηκου και σώμα από δράκο,
ελεφαντίσια η μύτη του κι ανθρώπινη η μιλιά του.
Κι όση ώρα με τα αίματα πάλευε και λυσσούσε
με μανιασμένη απελπισιά έλεγε του καμπούρη:
«Σκύλε, καμπούρη, ανίκανε μάγο να σε φωνάζουν!
Νομίζεις πως με νίκησες και μ’ έχεις του χεριού σου!
Όμως εγώ το πρόβλεψα πως θα μ’ ανακαλύψεις
κι άπρακτο στον πατέρα μου θα θέλεις να με στείλεις.
Μάθε λοιπόν της Μπροκεμός τα μάγια πως δε σπάνε,
αφού το ξόρκι ευλόγησε της Κόλασης ο Αφέντης
κι ως τα βαθιά γεράματα έτσι θα παραμείνει.
Τη μαγική την τέχνη σου, ψυχή και τη ζωή σου
ζητούσα εγώ να καρπωθώ, κι αφού δεν θα την έχω
θλίψη και πόνο και οργή σου δίνω χάρισμά σου
με μάγια που αρρώστησαν τη Μοσχαναθρεμμένη.
Κι εσένα Ούλι ανόητε κι ονειροφαντασμένε
χαρίζω σου την πόλη σου τι πλέον δε με νοιάζει.»
Κι ενώ όλοι κοιτούσανε το τέρας που μιλούσε
ο Ρούμπουντι απόχτησε ξανά την πρώτη όψη.
Δεν ήταν πια πολέμαρχος, ο αντρειωμένος Έγι
αλλά ο αγγελοπρόσωπος καμπούρης μάγος πάλι
και με πλατύ χαμόγελό πλησίασε το στρώμα
που κείτονταν η Μπροκεμός κι είπε αυτά τα λόγια:
«Λάθος Μεγάλε Γητευτή, ω Δαιμονοσπαρμένε,
το ξόρκι που ‘χω έτοιμο δεν έχει όμοιό του
και σπάει γητείες μυστικές και φανερές το ίδιο,
αφού καμπούρης είμαι εγώ, αγγελοπροσωπάτος,
στη μήτρα της μητέρας μου παράνομα σπαρμένος
και τα δικά μου μαγικά κανείς δεν τα νικάει!»
Είπε κι ευθύς πασάλειψε τον Εγκερέκι μ’ αίμα
και πρόσταξε τον έμπορο στη Μπροκεμός να σκύψει
με ματωμένο πρόσωπο φιλί να της χαρίσει.
Ο έμπορος υπάκουσε κι η Μοσχαναθρεμμένη
σηκώθηκε, τα μαγικά είχανε πλέον σπάσει.
Κι απ’ το κακό του έσκασε ο Δαιμονοσπαρμένος
και πήγε στον πατέρα του να γλύψει τις πληγές του.
Κι όλοι αναγνωρίσανε το λάθος που ‘χαν κάνει
το Ρούμπουντι νομίζοντας τις συμφορές σταλμένες
πως είχε. Κι ανθοστόλισαν τ’ Άγιο Πουσού-Νελέλι
για να γιορτάσουν πρέποντα το λυτρωμό της πόλης.
Κι ο Ρούμπουντι μη νιώθοντας πια έρωτα για κείνη
στη Μπροκεμός ευχήθηκε τον έμπορο να πάρει
κι ευτυχισμένη κι όμορφη τη ζήση να τελειώσει
στην πόλη την πανάρχαια χωρίς κόπο κανένα.

-Κι η Άμκος;
Ο γερο ζητιάνος γύρισε ξαφνιασμένος προς το μέρος της Διαλκός. Η έκπληξή του ελάχιστα φάνηκε πως ήταν προσποιητή.
-Η Άμκος; Η Άμκος τι, αρχόντισσά μου; είπε με απορημένο χαμόγελο.
-Τι απέγινε η Άμκος;
Ο Ζητιάνος της Φωνής έκανε ένα μυστηριώδη θόρυβο με τα κρόταλά του, δείχνοντας ότι κατάλαβε πολλά περισσότερα από τους υπόλοιπους.
-Η Άμκος… Ο άνεμος δε μου είπε τίποτε γι' αυτήν. Ίσως αν τον ρωτούσατε εσείς αρχόντισσά μου…

2 σχόλια:

Δημήτρης είπε...

Παρακαλώ, υπάρχει κάποιο email σας για επικοινωνία. Θα ήθελα μια γνώμη για ένα διήγημά μου.
Ευχαριστώ.
Δημήτρης Κ.

Ευθυμία Δεσποτάκη είπε...

Το email μου είναι effiegis παπάκι yahoo τελεία gr. Θα χαρώ πολύ να λάβω μήνυμά σας.