Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Η Μαρμαρωμένη

Την έβλεπα από μακριά καθώς πλησίαζα στο ακρωτήρι. Μια φιγούρα λεπτή, ευθυτενής, ελαφρά γερμένη στ’ αριστερό πόδι, το κεφάλι επίσης γυρισμένο μια ιδέα προς τ’ αριστερά. Ήταν ξυπόλυτη, με τα μαλλιά πιασμένα στη βάση του κρανίου. Φορούσε αντρικό χιτώνα, λίγο πάνω από το γόνατο. Της άρεσε αυτό το σημείο που βλέπει στη θάλασσα, έλεγε ότι εκεί μπορούσε ν’ αναπνέει.
Προσπαθούσα να φανταστώ τι θα της έλεγα. Είμαι λίγο των ενστίκτων, δε μ’ αρέσουν τα σχέδια. Ποτέ δε σχεδιάζω, πάντα προσπαθώ να φανταστώ τι θα μου ‘ρθει να πω. Κι ήταν μια από κείνες τις φορές που δε μου ‘ρχόταν τίποτα.
Έφτασα δίπλα της. Με άκουσε, αλλά δε γύρισε το κεφάλι.
-Είναι ώρα, είπα μαλακά.
Δε σάλεψε.
Τη θυμάμαι από τότε που ήταν μικρή. Το χωριό μας είναι τριάντα σπίτια όλα κι όλα, ο ένας ξέρει τον άλλο καλά. Κι αυτήν εγώ την ήξερα καλά. Είχε αυτό το κουσούρι, όταν πληγωνόταν, όταν δεν πίστευε αυτά που άκουγε, όταν ήταν να κλάψει, αντί να ξεσπάει έμενε ακίνητη, ασάλευτη σα μαρμαρωμένη. Αυτό ήταν το παρατσούκλι της στο χωριό, η Μαρμαρωμένη.
-Έλα, συνέχισα. Δε γίνεται τίποτα.
Το στόμα μου ήταν ξερό. Πως έβρισκα τη δύναμη να της πω αυτές τις λέξεις; Θα με περνούσε γι’ αναίσθητο. Όμως δε μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Και πιστεύω, το ‘ξερε κι η ίδια, δεν ήταν στο χέρι μου. Δεν ήταν στο χέρι κανενός.
Αχ, πως μπορούσα να της μιλάω έτσι; Με τι κουράγιο θα την οδηγούσα πίσω στο χωριό, στο λόφο του νεκροταφείου, εκεί που έξι λάκκοι περίμεναν να δεχτούν τα παιδιά της;
Οι συγχωριανοί μου λένε πως πάντα ήμουν σκληρός, σχεδόν αναίσθητος, πως είχα μεγάλη αντοχή στον πόνο. Με λένε και ξεροκέφαλο και πως όταν θελήσω κάτι δε γίνεται να μου το βγάλεις από το μυαλό.
-Και τι άλλη απόδειξη θέλεις; Με πείραζαν κάποιες φορές. Σου κόλλησε να παντρευτείς τη μισότρελη τη Μαρμαρωμένη και την παντρεύτηκες. Και της έκανες κι έξι παιδιά. Μα έξι παιδιά; Στο θεό σου, έξι; Τόσο καλή είναι στο κρεβάτι;
Το κρεβάτι της. Το ζεστό της κρεβάτι, το στόμα της που μύριζε δυόσμο και μπαχάρι. Το σώμα της, απαλό και ζεστό κι αυτό, οι καμπύλες της που ίσα χωρούσαν στις χούφτες μου, μια χούφτα σάρκα ν’ απαντάει ανατριχιάζοντας σε κάθε φιλί, σε κάθε χάδι. Η μήτρα της, η μόνη μου χαρά, ένα σκοτεινό και υγρό μέρος, όπου μπορούσα να κρυφτώ και να μη με φτάνει τίποτα, η μήτρα της που γέννησε έξι παιδιά δικά μου.
Έξι παιδιά που κοίτονται τώρα άψυχα, γιατί η μάνα τους μπέρδεψε το αλάτι με το βοτάνι για τα ζιζάνια και τα τάισε φαρμακωμένο φαΐ.
-Σε παρακαλώ, είπα πάλι σιγανά. Όπου να ’ναι έρχεται ο ιερέας. Δε θες να τα δεις άλλη μια φορά;
Γιατί δεν ουρλιάζει; Γιατί δεν ορμάει να με χτυπήσει; Πώς μπορώ να είμαι τόσο αναίσθητος, να της μιλάω έτσι για τα παιδιά της, για τα παιδιά μας;
-Μίλησέ μου, λέω ξανά. Πες κάτι.
Απλώνω το χέρι μου στον ώμο της, θεοί, είναι παγωμένη, σαν νεκρή.
-Έλα, της λέω, σε παρακαλώ.
Την πιάνω απ’ τους ώμους, θέλω να τη γυρίσω, να με κοιτάξει, να της πω πως δε θ’ αντέξω αν χάσω κι αυτήν, πως είναι ότι μου ‘χει απομείνει στη ζωή, αλλά δε μπορώ, έχει μαρμαρώσει στ’ αλήθεια, η Μαρμαρωμένη μαρμάρωσε στ’ αλήθεια, κάποιος θεός λυπήθηκε τον πόνο της και τη μαρμάρωσε.
Πέφτω στα γόνατα και εύχομαι να βρεθεί και για μένα ένα σπλαχνικός θεός, ένας σπλαχνικός θάνατος.