Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008

Μια βόλτα στον κήπο

Ξύπνησα. Κάπως απότομα είναι η αλήθεια, αλλά οπωσδήποτε ξύπνησα. Κοίταξα γύρω τους πυκνούς θάμνους γεμάτους κόκκινος μικροσκοπικούς καρπούς. Γέλασα σαν ηλίθια γιατί θυμήθηκα όταν ήμουν μικρή. Με τον αδελφό μου αυτούς τους καρπούς τους λέγαμε ντοματάκια. Και γέλασα.

Μιλάω λίγο ασυνάρτητα είναι η αλήθεια. Ίσως και να επαναλαμβάνω κουτές φράσεις ή λέξεις. Σαν ηλίθια. Αλλά σκέψου, έχω μόλις ξυπνήσει και δεν ξέρω και πολλά. Πεινάω λίγο, νομίζω.

Κατέβηκα από το μαρμάρινο σκαλάκι. Κάτω από τις γυμνές πατούσες μου ένιωθα μικρά σβωλαράκια χώματος να συνθλίβονται σε λεπτή σκόνη. Έκανα δυο βήματα ακόμη, ένα μυτερό χαλίκι μου έγδαρε το μικρό μου δαχτυλάκι. Κακό, κακό χαλίκι! Δε φοβάσαι μη σε σκοτώσω; Έχω ένα εγχειρίδιο περασμένο στη ζώνη μου, δε φοβάσαι;

Πού πηγαίνω; Πηγαίνω. Μάλλον πουθενά. Έτσι απλά πηγαίνω κι ακούω σαν από μακρυά ήχους από τα χαλίκια που πατώ, και από τα πέπλα που φορώ, ροδακινί πέπλα απαλά, διάφανα, ατσαλάκωτα, σφιγμένα πάνω μου με πράσινες, μεταξωτές κορδέλες, διαφανή, βλέπω το στήθος μου, σα δυο γροθιές μικρό, με τις μικροσκοπικές θηλές, ντρέπομαι γι’ αυτές, αλλά δε μπορώ να σηκώσω το εγχειρίδιό μου εναντίον τους, φοβάμαι.

Φοβάμαι;

Αχ, σαν τι θα μπορούσα να φοβηθώ; Είχα μόλις ξυπνήσει, δεν ήξερα πολλά, ίσως πεινούσα λίγο, αλλά ο Κήπος ήταν τόσο όμορφος, τόσο φιλόξενος, συμμετρικά σχεδιασμένα τα δρομάκια του, τρυφερά κλαδεμένοι οι θάμνοι του. Κι είχα κι ένα εγχειρίδιο στη ζώνη μου, σε μια θήκη από πράσινο μεταξωτό ύφασμα. Όχι, τίποτε δεν έπρεπε να με φοβίζει.

Κι όμως φοβόμουν. Φοβόμουν το ξύπνημα, ήθελα να μπορούσα να κοιμηθώ ανεξύπνητα, αιώνια, να πεθάνω εκεί, πάνω σ’ ένα ωραίο όνειρο. Φοβόμουν και την άγνοια μου, πόσα πράγματα να ‘πρεπε να ξέρω –ή να μην ξέρω; Φοβόμουν το εγχειρίδιο στη ζώνη μου, γιατί η θήκη του ήταν υφασμάτινη και γιατί πάνω της δεν υπήρχε ούτε μια στάλα αίμα.

Μα πάνω απ’ όλα φοβόμουν τον Κήπο, με τα υπερβολικά συμμετρικά του δρομάκια, και τους τυραννικά κλαδεμένους θάμνους, ένας στρατός από φυτά γυαλισμένος και στοιχισμένος, έτοιμος για τη μεγάλη παρέλαση. Δε μπορούσα να κάνω τίποτε, γι’ αυτό φοβόμουν. Περπατούσα πάνω στα χαλίκια, συνθλίβοντας μικρά σβωλαράκια χώματος. Έφτασα σε ένα μικρό κυκλικό άνοιγμα και θαύμασα το μαρμάρινο σύμπλεγμα των κοριτσιών που το διακοσμούσε. Από τη στάμνα που κρατούσαν κι οι τρεις έτρεχε νερό σε μια λεκάνη. Ήπια λίγο.

Συνέχισα τη βόλτα με σταθερό βήμα, απαλά, όπως αρμόζει σε μια γυναίκα σαν κι εμένα, κι ο φόβος με κατέτρωγε. Προσπέρασα κι άλλα έξι ανοίγματα, όλα στολισμένα με αγάλματα κοριτσιών. Άρχισα να ξεχωρίζω κι άλλους ήχους εκτός από εκείνους που προκαλούσα εγώ ή το νερό από τις στάμνες. Βαριά αντρικά βήματα μες το Κήπο, μια εξίσου βαριά, λαχανιασμένη ανάσα, και μια αντρική, όμορφη φωνή να λέει ένα κοριτσίστικο όνομα. Ήξερα όμως ότι αυτόν τον άντρα δε χρειαζόταν να το φοβάμαι, δε θα μπορούσα ποτέ να τον φοβηθώ.

«Σαζνάτ», έλεγε η φωνή, «Σαζνάτ». Σε μια στροφή τον είδα, φορούσε ρούχα κυνηγού και κράταγε μαχαίρι κυνηγού. Δυστυχισμένε, στον Κήπο αυτό υπάρχουν μόνο αγάλματα, τι περιμένεις να σκοτώσεις μ’ αυτό το παλιομάχαιρο;

Γύρισε απότομα και με είδε. Τα μάτια του, όμορφα, μελιά, γούρλωσαν από έκπληξη και χαρά, «Σαζνάτ!» ξανάπε μεθυσμένος από ευτυχία, άνοιξε τα χέρια του να με βάλει στην αγκαλιά του, εγώ τον πλησίασα, τον αγκάλιασα σφιχτά και κάρφωσα το εγχειρίδιό μου ανάμεσα στις ωμοπλάτες του.

Πέθανε λέγοντας το όνομα, «Σαζνάτ…», το όνομά μου. Εγώ τράβηξα το εγχειρίδιο από την πληγή και το έβαλα πίσω στη μεταξένια θήκη και συνέχισα να περπατώ στον Κήπο, μόνο που τώρα ήξερα, το αίμα του μού είχε μιλήσει κι ο φόβος είχε φύγει από την καρδιά μου για μένα, είχε γίνει φόβος για τους άλλους.

Ήξερα ότι γύριζα πίσω στο σημείο που είχα ξυπνήσει, στο μαρμάρινο βάθρο όπου δυο κοπέλες είχαν μείνει να κρατούν μια στάμνα που έτρεχε νερό. Ήξερα ότι ο Κήπος Των Αγαλμάτων Που Ονειρεύονται δεν ήταν ένα μέρος, αλλά μια οντότητα, ένα πλάσμα που τρέφεται με όνειρα γυναικών και αντρικά κουφάρια. Αν είσαι γυναίκα σε δελεάζει να μπεις, να περπατήσεις στα δρομάκια του, να πιεις νερό από τις κρήνες του κι ύστερα ν’ ανέβεις σ’ ένα μαρμάρινο βάθρο και να κοιμηθείς απαλά, να δεις χίλια θαυμαστά όνειρα. Αν είσαι άντρας, έχει ξεγελάσει μια αγαπημένη σου γυναίκα κι εσύ μπαίνεις να τη σώσεις και τότε εκείνη ξυπνάει από το μαρμαρωμένο της ύπνο, έρχεται κοντά σου σαν υπνωτισμένη και σε σκοτώσει μ’ ένα εγχειρίδιο που έχει περασμένο στη ζώνη της. Γιατί ο Κήπος δε μπορεί να κάνει τίποτε ο ίδιος, μόνο να ξεγελάει τα κορίτσια και να τα κοιμίζει μπορεί, να τρέφεται σα βρικόλακας από τα όνειρά τους.

Έφτασα στο σημείο που είχα ξυπνήσει, ανέβηκα στο βάθρο, αγκάλιασα τα άλλα δυο μαρμαρωμένα κορίτσια που υπήρχαν εκεί, κρατώντας μια στάμνα. Είχα μόλις σκοτώσει τον αδελφό μου κι ήθελα να κοιμηθώ, μα ξεχάσω, να ονειρευτώ ότι τον είχα στην αγκαλιά μου κι ότι φιλούσα τα μελιά του μάτια. Ο Κήπος με νανούριζε απαλά, δε μ’ άφησε να κλάψω, ως τη στιγμή που η σάρκα μου πέτρωσε κοιμισμένη και ξανάγινα το άγαλμα που ονειρεύεται. Για μια στιγμή μονάχα ένιωσα πάλι το νερό να τρέχει από τη στάμνα που κρατούσα μαζί με τις άλλες δυο κι ήξερα ότι αυτό ήταν το μόνο δάκρυ που θα μας επιτρεπόταν ποτέ.



(Το παρόν διήγημα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο τρίτο τεύχος τεύχος του περιοδικού Συμπαντικές Διαδρομές.)

1 σχόλια:

gymnapodia είπε...

Καθώς δεν αναγράφετε το μέιλ σας σάς γράφω εδώ στα σχόλια. Πολύ όμορφο το κείμενό σας. Η σελίδα Γυμνά Πόδια [http://gymnapodia.wordpress.com] ανθολογεί «ξυπόλητα» κείμενα και εικόνες και θα χαρώ να επικοινωνήσετε για να μου δώσετε την άδεια να το αναδημοσιεύσω. Ευχαριστώ θερμά, gymnapodia@yahoo.gr.