Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Ο Λέκγουελ και οι Ξεχασμένοι Θεοί


Διάβασα χτες το βράδυ το βιβλίο Ο Λέκγουελ και οι Ξεχασμένοι Θεοί, του νέου Έλληνα συγγραφέα Κωνσταντίνου Μίσσιου (καμμία σχέση με το Χρόνη Μίσσιο). Αν και αυτό δεν λέει κάτι σ’ εκείνους που με ξέρουν, το διάβασα (540 σελίδες) μέσα σε δύο μέρες. Ξέρω τώρα ότι ο Κωνσταντίνος, που τυγχάνει γνωστός και αρχίζει να γίνεται φίλος, θα περιμένει μασουλώντας τα νύχια του για την ετυμηγορία. Έλα όμως που είμαι παιδάκι χαιρέκακο… και θα τον κρατήσω ακόμη λίγο σε αγωνία γιατί έχω μερικά πράγματα να πω.

Άκουσα πολλά τις προηγούμενες μέρες σχετικά με τον Λέκγουελ. Τα περισσότερα ήταν καλά λόγια, αλλά υπήρχε πάντα ένα αλλά. Ένα μάγκωμα κι ένα μούδιασμα. «Ναι, ωραίο βιβλίο δε λέω, αλλά…» «Αλλά τι;» «Αλλά ο πρωταγωνιστής είναι ομοφυλόφιλος.»

Την κουβέντα αυτήν την έκανα με τρεις διαφορετικούς ανθρώπους. Κι είχε πολλαπλή επίδραση επάνω μου. Παραξενεύτηκα για την επιλογή του συγγραφέα. Παραξενεύτηκα με το σχόλιο εκείνων με τους οποίους συζητούσα. Νευρίασα κάπως, γιατί περίμενα από τους ανθρώπους αυτούς να έχουν πιο ανοιχτό μυαλό σε κάποια θέματα. Αναρωτήθηκα αν τους χτύπησε τόσο άσχημα επειδή είναι όντως άσχημη η υπόθεση ή επειδή η γραφή δεν ήταν αρκετά καλή για να τους πείσει ν’ ασχοληθούν με κάτι άλλο. Κι ύστερα ενθουσιάστηκα κάπως, γιατί έχοντας ήδη ένα δείγμα γραφής από τον Κωνσταντίνο (τη συλλογή διηγημάτων τρόμου «Η Νύχτα της Λευκής Παπαρούνας») προσπάθησα να φανταστώ πώς θα παρουσίαζε το όλο θέμα.

Όμως το μούδιασμα παρέμενε. Γιατί οι θιασώτες της φανταστικής λογοτεχνίας αντιμετώπισαν έτσι μια τέτοια καινοτομία (που δεν πιστεύω καν ότι είναι καινοτομία, δεν έχω παράδειγμα να αντιπαραβάλω, αλλά είμαι σ ί γ ο υ ρ η ότι το μοτίβο έχει ξαναγραφτεί, κάπου στους ατελείωτους τόμους μιας βιβλιοθήκης του φανταστικού); Γιατί εκείνοι που υποτίθεται ότι έχουν το ανοιχτό μυαλό να δεχτούν τον κάθε φανταστικό κόσμο που πλάθει ο κάθε συγγραφέας και την κάθε ανατροπή στην πλοκή, δε μπορούν να δεχτούν με το ίδιο ανοιχτό μυαλό ένας ομοφυλόφιλο ήρωα; Γιατί εκείνοι που δε θέλουν να καλουπώνονται στην πραγματικότητα ωστόσο καλουπώνονται στο κλισέ ενός βάρβαρου και βαρβάτου πρωταγωνιστή για μια ιστορία φάντασυ;

Αδυνατώ να καταλάβω. Εφόσον ο ήρωας είναι αποτυπωμένος στο χαρτί με πειστικότητα, τα κίνητρά του είναι αληθοφανή και η ομοφυλοφιλία έχει προάγει την πλοκή, προς τι οι κορώνες; Ή μάλλον, για να λέω και τα πράγματα με το όνομά τους, προς τι τα κρυφά βηχαλάκια; Αν ο Λέκγουελ ήταν γυναίκα, τα πράγματα θα ήταν αποδεκτά; Ο βιασμός μιας γυναίκας ή ενός μικρού κοριτσιού είναι πιο αληθοφανής και πιο αποδεκτός από το βιασμό ενός μικρού αγοριού; Ας με συγχωρέσει η χάρη σας, αλλά εμένα μου φαίνονται και τα δύο το ίδιο φρικτά. Αν ο βάρβαρος και βαρβάτος ήρωας θέλει να δείξει πόσο βάρβαρος και βαρβάτος είναι, πρέπει να το κάνει πάνω από το βιασμένο κορμί μιας αθώας παιδούλας κι όχι πάνω από το βιασμένο κορμί ενός αθώου αγοριού;

Αλλά να που πέφτω κι εγώ στην ίδια λούμπα με τους υπόλοιπους. Αντί να ασχολούμαι με το βιβλίο αυτό καθ’ εαυτό, ασχολούμαι με το αν ο Λέκγουελ είναι ο πάρε-πάρε ή ο δώσε-δώσε. Βλέπω κι εκεί στο βάθος τον Κωνσταντίνο κι από το μασούλημα των νυχιών έχει φτάσει να τραγανίζει τα δάχτυλά του και λέω να περάσω στο δια ταύτα.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα λογοτέχνημα. Έχει καταπληκτική γλώσσα (αν και στιγμές-στιγμές το παρακάνει με τη λέξη αδυσώπητος), έχει απίθανη ατμόσφαιρα (το δυνατό σημείο του Κωνσταντίνου), έχει αληθοφανείς χαρακτήρες με πραγματικά κίνητρα (πράγμα σπάνιο στην ελληνική λογοτεχνία γενικώς κι όχι μόνο τη φανταστική) κι έχει και ωραίες, πρωτότυπες ιδέες, κάποιες από τις οποίες είναι κρίμα που δε χρειάζεται να αναπτυχθούν περισσότερο.

Ειδικά το κομμάτι της περιπλάνησης μέσα στο Κόκκινο Δάσος και το Δάσος του Ύπνου, περίπου από τη σελίδα 400 έως την 500, είναι από τις πιο μαγευτικές περιπέτειες, που θα μπορούσε (δεδομένης της διαφοράς εποχής καθώς και του ότι πιθανόν θα με κρεμάσετε για ιεροσυλία) να συγκριθεί με κείμενα του Ρόμπερτ Χάουαρντ. Οι Λευκοί Νάνοι και το φυτό με τα κίτρινα λουλούδια είναι υπέροχες ιδέες. Νωρίτερα, η σκηνή στο πηγάδι και η συνάντηση του Λέκγουελ με το δαίμονα είναι τόσο τρομακτική που πραγματικά μου έδεσε το στομάχι κόμπο. Οι περιγραφές της μαγείας είναι ονειρικές και σου αφήνουν το κεφάλι γεμάτο με κουδουνάκια και φώτα.

Υπάρχουν ένα σωρό χαρακτήρες, σκιαγραφημένοι όχι αδρά αλλά ούτε και με εξουθενωτική λεπτομέρεια. Αυτό δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να μπει πίσω από τη μάσκα του καθενός τους και να ψυχανεμιστεί περισσότερο παρά να καταλάβει συνειδητά το γιατί ο καθείς τους πράττει αυτά που πράττει. Κι αυτό με τη σειρά του τους κάνει πιο οικείους και πιο συμπαθητικούς, ακόμη κι όταν πρόκειται για τους κακούς της υπόθεσης.

Τα μειονεκτήματά του; Μικροί τοπικοί «λόξυγκες» στη γραφή, που περιορίζονται στο πρώτο τέταρτο του βιβλίου. Η απουσία κάποιου δηλωτικού της οπτικής γωνίας κάποιες φορές προκαλεί προσωρινή σύγχυση (ίσως χρειαζόταν να αναφέρεται το όνομα του ήρωα ως τίτλος σε κάθε σκηνή). «Εισαγωγές» εξωτικών αντικειμένων από τη μέση του βιβλίου και μετά, όπως το τσεχρουάκ (αλκοολούχο ποτό) και το χανάι (ναρκωτικό), που εντείνουν την αίσθηση της σταδιακής ανάπτυξης του κόσμου τόσο μέσα στο μυαλό του συγγραφέα καθώς και στο χαρτί. Αυτό είναι κάτι που συνήθως δε δουλεύει καλά σε ένα μεγάλο μυθιστόρημα. Θα ήθελα δηλαδή (προσωπικά πάντα μιλώντας) να ξέρω εξαρχής ότι ο κόσμος αυτός είναι στέρεα χτισμένος στο μυαλό του δημιουργού του κι ότι από τις πρώτες σελίδες ήξερε πως υπήρχαν το τσεχρουάκ και το χανάι. Όπως είναι τώρα, μοιάζει σαν να τα εφηύρε εκ των υστέρων για να δώσει χρώμα στα σοκάκια της πόλης Μιανάτσκα.

Υπάρχει επίσης μια κάποια ανισότητα στη δομή του βιβλίου. Το πρώτο μισό είναι κάπως «μοντέρνα» γραμμένο ακολουθώντας την ζωή του Λέκγουελ ως σκλάβου ερωτικού συντρόφου. Ένα κομμάτι στη μέση του βιβλίου, εκείνο που περιγράφει τις περιπλανήσεις του είναι ελαφρά συγκεχυμένο ως ύφος, αν και αυτό τονίζει τη φάση αναζήτησης (εσωτερικής και εξωτερικής) του ήρωα. Και στο τέλος γυρίζει σε μια καθαρόαιμη «κλασσική» περιπέτεια (εκεί όπου έκανα και τις ιερόσυλες σκέψεις με το Χάουαρντ). Η γραφή είναι τέτοια που σε παρασέρνει, όμως όταν το τελειώσεις και το δεις απ’ έξω, συνειδητοποιείς αμέσως αυτήν την ατέλεια.

Αν πρέπει να συνοψίσω όλα τα παραπάνω με μια φράση, η εκτίμησή μου για το βιβλίο είναι ότι ανήκει στα πέντε καλύτερα ελληνικά βιβλία φαντασίας της σύγχρονης εποχής. Και χαίρομαι όχι μόνο γιατί το διάβασα αλλά και γιατί επιτέλους, όλα όσα λέγαμε παλαιότερα, σχετικά με την άνθιση του ελληνικού φανταστικού, επιτέλους δείχνουν να αποδίδουν τους καρπούς τους. Ελπίζω ο «Λέκγουελ και οι Ξεχασμένοι Θεοί» και είναι μόνο η αρχή. Ελπίζω να ακολουθήσουν κι άλλα τέτοια λογοτεχνήματα. Και λογοτέχνημα όταν λέω, εννοώ την κυριολεξία της λέξης.

2 σχόλια:

Naurgul είπε...

Είναι πολύ σύνηθες νομίζω να δηλώσει κανείς "ανοιχτόμυαλος" (ή βάλε όποιον άλλο χαρακτηρισμό με θετικό connotation θες εδώ) και κάποια στιγμή, τσουπ, να έρχεται μια κατάσταση που να τον αποδεικνύει λάθος. Κλασική ανθρώπινη υποκρισία που έγκειται στη συνεχή τους προσπάθεια να τονώσουν την αυτοπεποίθησή τους μέσω του "path of least resistence". Θέλει συνειδητή και συνεχή προσπάθεια και θάρρος για να είναι κανείς πραγματικά ανοιχτόμυαλος (και πάλι μπορείς να το αντικαταστήσεις με όποιον άλλο θετικό χαρακτηρισμό θες) και προφανώς είναι πιο εύκολο να πείσει κανείς τον εαυτό του ότι έχει ένα προτέρημα παρά ότι δεν το έχει.

Αλλά φτάνουν οι αμπελοφιλοσοφίες. Σχετικά με το βιβλίο, μοιάζει ενδιαφέρον, αλλά τα αρνητικά που λες είναι αρκετά σημαντικά για εμένα. Δεδομένου του ρυθμού που διαβάζω εγώ βιβλία (φαντάσου κάτι αντιδιαμετρικά αντίθετο με το δικό σου ρυθμό) λέω να το αφήσω αυτό αλλά να αρχίσω να παρακολουθώ τον συγκεκριμένο συγγραφέα περιμένοντας το επόμενο έργο του.

ΥΓ: Κωνσταντίνε, αν το διαβάζεις αυτό, μη μασάς με τις αντιδράσεις και το γυρίσεις στο politically correct!

Ευθυμία Δεσποτάκη είπε...

Έχεις δίκιο σε ό,τι λες σχετικά με το ανοιχτόμυαλο του θέματος. Κανονικά δεν έπρεπε να σοκαριστώ τόσο, αλλά πετούσα μάλλον στο συννεφάκι μου και δεν συνειδητοποίησα το λάθος μου πριν είναι αργά. Από την άλλη όμως είναι και το γαμώτο της υπόθεσης, δηλαδή από τη μια το παίζεις μάγκας και υπεράνω κι από την άλλη σταύρωσον αυτόν; Δεν καταλαβαίνουν ότι γίνονται αστείοι με αυτό;

Κι όταν λέω σταύρωσον αυτόν το εννοώ. Μίλησα με τέσσερις ανθρώπους για το θέμα (ή καλύτερα εκείνοι πήραν τηλέφωνο να μου μιλήσουν) κι εκτός από τον έναν (με τον οποίον παραλίγο να παρεξηγηθώ κιόλας), οι άλλοι τρεις συμπεριφέρθηκαν λες και πήγαιναν ακόμη στο Γυμνάσιο. Απαράδεκτη συμπεριφορά για ενηλίκους.

Πάντως, πέρα από τις αμπελοφιλοσοφίες, το βιβλίο αξίζει τον κόπο. Είναιάπό τα καλύτερα δέιγματα ελληνικής γραφής στο φανταστικό. Διαβάζεται σε χρόνο ντε-τε, ακόμη κι αν δε διαβάζει κανείς με τις δικές μου ταχύτητες :Ρ . Είναι πάνω απ' όλα κείμενο που ξέρει πού πατάει και πού θέλει να πάει. Και φυσικά είναι κείμενο που σέβεται τον αναγνώστη του και δε λέει μπούρδες μόνο και μόνο γιατί θέλει ο συγγραφέας του να τις γράψει.