Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2008

Το Μάγιστρο Και το Βιβλίο

Και μάλλον ήρθε η ώρα να σας πω επιτέλους την ιστορία του Βιβλίου Των Συμβάντων.


Όλοι μπροστά μου είναι βουτηγμένοι στη γνώση.
Το δωμάτιο έχει ένα μόνο παράθυρο στην οροφή, όμως το φως είναι ζωηρό, καθάριο. Γύρω οι τοίχοι είναι σκεπασμένοι με παπύρους, ρολά σημαδεμένα με καρτελάκια τίτλου. Κάποιοι είναι χοντροί, χορτάτοι γράμματα από μελάνι. Άλλοι είναι μικροί, ίσα-ίσα δύο στροφές παπύρου γύρω απ’ την ξύλινη ράβδο, μπαλώματα από σπαράγματα αρχαίων κειμένων, ραμμένα το ένα με τ’ άλλο με λεπτές κλωστές από μετάξι.
Κάποιοι πάπυροι είναι καινούργιοι. Αναδύουν ακόμα τ’ αρώματα της ακροποταμιάς, θροΐζουν όταν τους ανοίγεις, με τον ήχο των καλαμιών όταν φυσάει ο Ζέφυρος. Τους αγγίζεις κι είναι απαλοί στην αφή, δροσεροί, σαν να μην άφησαν ποτέ την όχθη. Αλλά οι πιο πολλοί είναι παλιοί, αρχαίοι, τρίζουν όπως οι γάζες μιας μούμιας, θαμμένης στην άμμο για πολλούς αιώνες. Όταν χαϊδεύεις αυτούς τους πάπυρους, από την τραχιά επιφάνειά τους αποσπόνται μόρια σκόνης που αιωρούνται στον αέρα της βιβλιοθήκης κι αρωματίζουν το χώρο με την ξερή μυρωδιά του αρχαίου θανάτου.
Δεν υπάρχει κάτι που να ενοχλεί τη γνώση ή αυτούς που την γυρεύουν εδώ μέσα. Εκτός από το φως απ’ το παράθυρο στην οροφή, άλλο κομμάτι του έξω κόσμου δε μπορεί να μπει. Είναι αυτή η Βιβλιοθήκη ένα μέρος του Σύμπαντος ξεκομμένο από την ανθρωπότητα, όπου έρχεσαι ακριβώς για να μπορέσεις να καταλάβεις την ανθρωπότητα. Ακόμα κι αυτοί που μπαίνουν απ’ τη δρύινη πόρτα, είναι σαν να ‘χουν αποστειρωθεί και με το πρώτο βήμα προς τους πάπυρους έχουν ήδη πάψει να ‘ναι μέρος του κόσμου. Όλα εδώ είναι γνώση. Όλοι εδώ είναι γνώση.
Ο πάπυρος που κάνω πως διαβάζω είναι ένας από κείνους που κανείς δεν ξέρει πως βρέθηκαν εδώ. Γράμματα και σύμβολα που δε μου λένε τίποτα χορεύουν μπρος τα μάτια μου κι εγώ ρουφώ την ουσία τους, έχοντας όχι τη γνώση της πραγματικότητας που περιγράφουν αλλά την αίσθησή της. Αυτός εδώ ο καστανός πάπυρος, που όταν τον χαϊδεύω μου χαρίζει τη μπαχαρική του μυρωδιά, μιλάει για ένα μέρος που δεν υπάρχει πια ή που θα υπάρξει σε αιώνες από τώρα, ίσως σε χιλιετηρίδες από τώρα, ίσως σε εκατομμύρια χρόνια από τώρα, όμως εγώ ξέρω τι λέει, καταλαβαίνω τι εννοεί, νιώθω τι αντιπροσωπεύει. Και κάνω ότι το διαβάζω μηχανικά, γιατί δεν έχω έρθει εδώ για να διαβάσω, για να συσσωρεύσω γνώση. Έχω έρθει για ν’ αφήσω το όνομά μου στους αιώνες.
Είναι απόγευμα κι είναι η δέκατη αίθουσα της Βιβλιοθήκης που επισκέπτομαι. Στην αρχή διάβαζα στ’ αλήθεια, περγαμηνές σε άλλες αίθουσες ή επιγραφές σε μια από τις Σάλες των Κρεμαστών Σοφών, χωρίς βέβαια να θυμάμαι τίποτε από αυτά που έχω διαβάσει. Από το μεσημέρι κι ύστερα κάνω πως διαβάζω, ψάχνοντας για το σωστό μέρος, για την κατάλληλη ευκαιρία. Οι βιβλιοθηκάριοι με συζητάνε μεταξύ τους, με φωνές που λίγο διαφέρουν από τη σιωπή. Αλλά εγώ δεν το θέλω, όσο πιο αδιάφορος τους γίνω, τόσο πιο εύκολα θα πετύχει το σχέδιό μου.
Πρώτη φορά πιάνω πάπυρο στα χέρια μου. Παράξενο θα μου πεις, για έναν άνθρωπο που μεγάλωσε μέσα στα καλάμια του ποταμού. Χωρίς να το θέλω, έρχονται στο μυαλό μου εικόνες της ζωής μου, αυτής που πιθανότατα θα τελειώσει σε λίγες μέρες. Ο πατέρας με το ψαροκάικο και τα άγρια χέρια, η μάνα με τις αλοιφές της για τις αλλεργίες μου, ένας δάσκαλος που μου έμαθε λίγη ανάγνωση και γραφή πάνω σε μια κερένια πλάκα, ο ιδιοκτήτης του κεραμείου, τα τούβλα που ψήνονταν στον ήλιο, πλασμένα από λάσπη, κοπριά και άχυρο. Εικόνες μιας άγευστης και σκληρής ζωής, που σε λίγες μέρες ίσως και να τελειώσει. Αλλά πώς θα τελειώσει!... Μέσα σε ποια φήμη!...
Πιλατεύω ανούσια τον πάπυρο, προσπαθώντας να καταλάβω τι λέει, έτσι, για να περάσει η ώρα, αλλά τα χέρια μου έχουν αρχίσει να τρέμουν από την προσμονή. Υπομονή, Σοτροσάρητ, λέω στον εαυτό μου, υπομονή. Λίγη ώρα ακόμα και όλα θα πάρουν το δρόμο τους. Με πιάνει μια ανεξήγητη φαγούρα στις χούφτες και στις άκρες των δαχτύλων, α, όχι τώρα, δεν είμαστε τώρα για τέτοια. Ήξερα ότι είμαι αλλεργικός στα καλάμια, αλλά πίστευα ότι ο αποξηραμένος πάπυρος δε θα με ενοχλούσε. Μένω λίγη ώρα χωρίς να τον αγγίζω, αλλά η φαγούρα δε λέει να μ’ αφήσει. Το παίρνω απόφαση, δε γίνεται να το ρισκάρω, σηκώνομαι και παραδίδω τον πάπυρο στο βιβλιοθηκάριο.
Βέβαια, η περγαμηνή έχει εντελώς διαφορετική συμπεριφορά από τον πάπυρο κι αυτό ίσως να φέρει μια μικρή τροποποίηση στα σχέδιά μου, μια μικρή καθυστέρηση, πρακτικά ασήμαντη. Αλλά αν θες να μη βρεθείς προ απροόπτου, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για όλα.
Αφήνω την αίθουσα των παπύρων, ή καλύτερα μία από αυτές. Η Βιβλιοθήκη έχει τουλάχιστον δώδεκα αίθουσες παπύρων, έξι αίθουσες περγαμηνών και τέσσερις σάλες, στις οποίες οι τοίχοι έχουν χτιστεί με μάρμαρα και πωρόλιθους που ήρθαν απ’ όλα τα μέρη της γης. Κάθε κομμάτι πέτρας στους τοίχους αυτούς έχει πάνω του μια επιγραφή και κάποιος σοφός τη συμβουλεύεται, κρεμασμένος ριψοκίνδυνα από μια σκάλα. Δεν είναι ν’ απορείς που τις σάλες αυτές τις λένε «οι Σάλες των Κρεμαστών Σοφών».
Φτάνω σε μια από τις αίθουσες των περγαμηνών. Η ώρα περνάει, το μέρος κι ο χρόνος δεν έχει έρθει ακόμη, βιάζομαι επικίνδυνα κι αυτό δεν είναι καλό. Δεν προσέχω τίποτα πια, απλά και μόνο βιάζομαι. Και μέσα στη βιασύνη μου αρπάζω ένα βιβλίο, το πρώτο που βλέπω μπροστά μου, αμέσως το ‘χω μετανιώσει, αλλά τώρα το πήρα, δεν έχει νόημα να διαλέξω ένα άλλο. Κάθομαι σε ένα απόμερο τραπέζι, ανοίγω το βιβλίο χωρίς να το κοιτώ, γυρίζω στην τελευταία σελίδα, ένας από τους βιβλιοθηκάριους με κοιτάζει καχύποπτα και σκύβω ν’ αποφύγω το βλέμμα του.
«Υπήρξε κάποτε σ’ έναν πρωτόγονο, περίεργο κόσμο, σε μια από τις πρώτες στροφές της Ιστορίας, ένας περίεργος υπαινιγμός, μια προφητεία διαφορετική από τις άλλες (απ’ όλες τις άλλες που έχουν ειπωθεί, χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια). Κι έλεγε αυτή η προφητεία ότι το Ένα Βιβλίο, το Βιβλίο Των Συμβάντων, δε θα το διαβάσει ποτέ κανείς, εκτός από τον Καταραμένο που θα το κάνει μια φορά και δε θα το ξανακάνει ποτέ πια.»
Ανατρίχιασα, τα χέρια μου άρχισαν πάλι να τρέμουν, χωρίς λόγο αυτή τη φορά. Η ώρα κόντευε να φτάσει κι εγώ αναλωνόμουν να διαβάζω βιβλία από περγαμηνή, γράμματα σχεδιασμένα μ’ ένα περίεργο καφεκόκκινο μελάνι, σαν ξεραμένο αίμα. Η ώρα κοντεύει κι εγώ τρέμω και δε μπορώ να σηκώσω τα μάτια μου απ’ το βιβλίο, σφίγγω το δερμάτινο εξώφυλλο και διαβάζω την τελευταία σελίδα που μεγαλώνει και μεγαλώνει, τα γράμματα πληθαίνουν, το κείμενο που διαβάζω τώρα δεν υπήρχε λίγες στιγμές πριν, η σελίδα που γυρίζω ήταν πριν λίγο η τελευταία, τώρα υπάρχει κι άλλη. Διαβάζω και αυτά που βλέπω με κάνουν να τρέμω περισσότερο.
«Θα ‘ναι ένας άνθρωπος ποταπός. Ένας τρελός που νομίζει ότι η αθλιότητα του θ’ αφήσει το όνομά του γνωστό στους αιώνες. Όπως ο Ηρόστρατος που έκαψε τον ωραιότερο ναό σ’ όλη τη γη, σ’ έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη στροφή της Ιστορίας, ακόμη και το όνομα του ενός είναι αναγραμματισμός του ονόματος του άλλου. Ανόητο ανθρωπάκι, ποιος νομίζεις ότι είσαι; Είσαι έτοιμος να κάψεις τη Βιβλιοθήκη, χωρίς να σε νοιάζει που θα σε σκοτώσουν όπου σε βρουν, σα σκυλί; Κι όχι μόνο σ’ αυτήν την πόλη, αλλά παντού, η Βιβλιοθήκη είναι ο πιο φωτεινός φάρος της γνώσης, κι εσύ, τιποτένιε πλάστη τούβλων, νομίζεις έτσι θα κερδίσεις την αθανασία; Καίγοντας τη Βιβλιοθήκη νομίζεις ότι θα γίνεις κάτι;«
»Να, λοιπόν. Να, τώρα έγινες κάτι. Είσαι ο Καταραμένος, αυτός που διάβασε το Βιβλίο των Συμβάντων, το Βιβλίο που περιέχει κάθε βιβλιοθήκη και κάθε βιβλιοθήκη το περιέχει, το Βιβλίο το γραμμένο με μελάνι από αίμα θνητών, θεών και δαιμόνων, το Βιβλίο που δεν το γράφει κανείς, μόνο λέξεις προστίθενται στις λέξεις του και σελίδες στις σελίδες του, όσο θα ζει έστω ένας άνθρωπος, όσο θα υπάρχει έστω μια ιστορία να καταγραφεί.«
»Το μόνο που σου μένει να κάνεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να μείνεις εδώ σ’ αυτό το μέρος για πάντα. Ακόμα και αν του βάλεις φωτιά, όπως σχεδίαζες, δε θα μπορέσεις να φύγεις από δω, δε θα καείς μαζί της, ούτε θα σε πιάσουν οι αρχές, να σε οδηγήσουν στο δήμιο. Θα γίνεις αθάνατος, θα ζεις για πάντα από τη μια στροφή της Ιστορίας στην άλλη, δε θα ξαναδιαβάσεις ποτέ τίποτα, ό,τι κι αν κάνεις. Θα μείνεις μόνος για πάντα.«
»Κι η Βιβλιοθήκη ποτέ δε θα χάσει τη φήμη της, μόνο που πια δε θα τη λένε Βιβλιοθήκη, αλλά Μάγιστρο ή Γήτευτρο και θα ‘ναι ένα μέρος γνώσης, όπου κάθε μάγος ή σοφός θα βρίσκει αυτό που ψάχνει. Α, Καταραμένε Σοτροσάρητ, θα ‘ρχονται σε σένα που δε θα πεθαίνεις ποτέ και θα θέλουν εκείνο ή το άλλο κι εσύ δε θα μπορείς να τους μιλάς, μόνο θα φοράς μια καφετιά και καταβρώμικη ρόμπα και θα τους δείχνεις με το δάχτυλο αυτό που ψάχνουν, χωρίς ούτε καν να σου το ζητήσουν, θα ξέρεις εξ αρχής τι ζητούν. Ώστε ποτέ, ποτέ δε θα ανταλλάξεις έστω μια λέξη με έναν άνθρωπο, μέχρι ο ποταμός της Ιστορίας να φτάσει στη Θάλασσα του Χρόνου κι εκεί να ενωθεί μ’ όλες τις Ιστορίες του Σύμπαντος στο Μεγάλο, Ήσυχο Τίποτα.»
Τα μάτια μου έτρεχαν νερό, μύξες και σάλια έσταζαν πάνω στην περγαμηνή. Έκλεισα το βιβλίο πανικόβλητος, δε μ’ ένοιαζε να δω τις επόμενες γραμμές. Ο βιβλιοθηκάριος με κοιτούσε έντρομος, όμως δεν υπήρχε μεγαλύτερη φρίκη στον κόσμο από τη δική μου. Βγήκα ουρλιάζοντας από την αίθουσα, άρπαξα μια δάδα κι άρχισα να βάζω φωτιά σε ό,τι έβλεπα μπροστά μου, περγαμηνές, παπύρους, κουρτίνες, τραπέζια, στις ρόμπες των Κρεμαστών Σοφών, στη δικιά μου ρόμπα, που λαμπαδιάζει, σε ο,τιδήποτε μπορεί να με σκοτώσει, σε ο,τιδήποτε μπορεί να με γλιτώσει.