Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

Βασίλειο της Αράχης ΙΙ: Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών


Μόλις εχτές το βράδυ τελείωσα το Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών, το δεύτερο τόμο της επικής σειράς φαντασίας το Βασίλειο της Αράχνης, γραμμένη από τον Έλληνα νέο (28 ετών) και προσωπικό μου φίλο, Γιάννη Πλιώτα. Και τα συναισθήματα που έχω, η επίγευση που μου άφησε το βιβλίο είναι κάπως παράξενη.

Καταρχήν κάτι που θα εκπλαγεί ο Γιάννης ν' ακούσεις από τα δικά μου χείλη: Δεν είχε και τόση δράση όση περίμενα. Ε, εντάξει, εντάξει θα το πω πιο δυνατά, δεν είχε και τόση δράση όση περίμενα. Ακόμη κι όταν την είχα μπροστά στα μάτια μου, ποτέ δεν ξεχνούσα ότι αυτή τη στιγμή, εγώ (στη θέση του Αλιόσκα) κάθομαι σε μια καρέκλα και μου τα λένε. Μπερδεύτηκα κιόλας στη μάχη στα Σκαλοπάτια, χρειάστηκε να την ξαναδιαβάσω, για να βάλω τους σκελετούς στη θέση που είχαν σε αυτή τη μάχη.

Επίσης θεωρώ ότι το πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο "Μπαρταντίν", είναι γραμμένο χωρίς ενιαίο ύφος. Ξεκινάει με παραμυθιακό μοτίβο και εκεί που βοηθάει τον ειρμό της σκέψης του ο συγγραφέας το αλλάζει σε αληθοφανή αφήγηση. Η σκηνή του Όλφσμπεργκ που ξυπνάει με τη γυναίκα του στο πλάι του είναι πολύ-πολύ-πολύ αληθοφανής για να χωρέσει σε μια διήγηση παραμυθιακού ή μυθικού τύπου. Αντίθετα, η επιλογή του διαδόχου έχει ένα ύφος θρύλου, αλλά επίσης δεν είναι παραμυθιακός ο τρόπος αφήγησης.

Γενικά το βιβλίο είναι αρκετά κλειστοφοβικό. Ένιωσα κάποια στιγμή (ακόμη κι εκεί όπου περιγράφονταν οι ανοιχτές εκτάσεις, στις αφηγήσεις των ηρώων) ότι η Αδινχάρα θα πέσει να με πλακώσει. Αυτόν τον πύργο τον θεωρώ φρικαλέο.

Κι επίσης γενικά θα συμφωνήσω με άλλους που το έχουν διαβάσει, ότι οι περιγραφές ήταν αρκετές και σε κάποιες στιγμές κακοβαλμένες. Εκτός από την αλλαγή που αν θυμάμαι καλά έκανε ο Γιάννης, να στείλει το κεφάλαιο 26 από τον πρώτο τόμο (Η Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες) στο δεύτερο τόμο, η οποία σαν κίνηση ήταν εξαιρετικά εμπνευσμένη. Θα ήταν μέγιστο σπόιλερ να μάθουμε τόσα πράγματα από τόσο νωρίς. Αν μη τι άλλο, οι υποψιασμένοι θα την ψυλλιαζόμασταν τη δουλειά. Ενώ έτσι μας κρατάει λίγο ακόμη στο σκοτάδι.

Για άλλη μια φορά ξετρελάθηκα με τους χαρακτήρες . Από τους κεντρικούς ήρωες μέχρι τους ταπεινούς κομπάρσους, απλά ξετρελάθηκα. Ο Γιάννης έχει τη δύναμη να τους κάνει ξεχωριστούς τον έναν από τον άλλο, σε σημείο που μπορεί να ξεχάσω ένα όνομα αλλά την αίσθηση και το χαρακτήρα του ποτέ. Και κοντά στους χαρακτήρες και τα τοπία και γενικότερα οι περιγραφές είναι πολύ δυνατές. Έχεις την αίσθηση ότι είσαι εκεί μπροστά και τα βλέπεις όλα. Η αντίρρησή μου έχει να κάνει μόνο με τη θέση τους κάθε φορά.

Και κάτι που ήθελα να πω, ορμώμενη από κριτικές που άκουσα κατά καιρούς για το σύνολο του έργου ως τώρα, τα δύο πρώτα βιβλία δηλαδή. Προσωπικά βρίσκω απίθανη τη μίξη, τόσο της ψευδοχριστιανικής θρησκείας με τα σύμβολα της Αράχνης, όσο και των διαφόρων «setting» των εποχών που γνωρίζουμε. Δε με ξένισε ο βυζαντινισμός, ούτε ο τολκινισμός, ούτε τα ρώσικα ονόματα, ούτε τίποτα. Αντίθετα ένιωσα παράξενα οικεία με όλον αυτόν τον απαλό αχταρμά.

Και παρ' όλα τα λογάκια που γράφω εδώ, που μπορεί να αποθαρρύνουν έναν πιθανό αναγνώστη, να τονίσω ότι ακόμη κι έτσι, ακόμη και με τις όποιες αδυναμίες έχει το βιβλίο, δεν παύει να είναι ίσως το μοναδικό βιβλίο καθαρόαιμης επικής φαντασίας που κυκλοφορεί στην Ελλάδα κι είναι γραμμένο από Έλληνα. Αυτό είναι τόσο σημαντικό, που όλα τα υπόλοιπα μπορούν απλά να ΄γινουν γαργάρα.