Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

Είμαι Ο.Κ.

Το παρακάτω είναι ένα κείμενο που γράφτηκε επ' αφορμής μιας γνωριμίας. Μην πάει ο νους σας στο πονηρό, απλά ο χριστιανός βρήκε σε κάποιον να πει τον πόνο του κι ο πόνος του ήτανε πολύ περίεργος. Ρίξτε μια ματά και θα καταλάβετε τι εννοώ. (Και πού είσαι, εσύ που ξέρεις, όχι, δεν είναι για σένα. Απλά ήρθε η ώρα του να βγει στο φως.)

Χαμήλωσε το κεφάλι του, το σώμα στητό, οι ώμοι ανάλαφρα γερμένοι. Τα δάχτυλά του αρπάζονταν από το τσιγάρο και το ‘σφιγγαν, σα να ‘ταν το φίλτρο του που έφταιγε για όλα. Το δωμάτιο είχε μπουκώσει από καπνό, η οθόνη από πολιτικούς και μαλακίες. Ένας θόρυβος από την αυλή- «Δε βγαίνω σιγά-Κι αν είναι…;-Δε βγαίνω, αν θέλει ας χτυπήσει.»

Έσβησε το τσιγάρο και την τηλεόραση. Ας το διάολο πια με τους ηλίθιους, δεν έχει και κανένα ματς… Τι μέρα είναι σήμερα; Πέμπτη. Τριάντα ο μήνας. Αύριο έχουμε απογραφή στο μαγαζί. Θα γυρίσω σπίτι πτώμα. Ούτε στο Θωμά θα πάω. Ούτε με τη Χαρά θα βγω. Δηλαδή αν η Χαρά τηλεφωνήσει και μου πει να βγούμε θα της πω όχι, δε γίνεται, είμαι πτώμα.

Αν θέλεις έλα εσύ.

Μποξεράκι καθαρό έχω;

Σιγά. Ναι ,σιγά.

Έβαλε στο κασετόφωνο μια μαύρη φωνή και ξάπλωσε να την απολαύσει μόνο με το κόκκινο φως του λαμπατέρ. Τα κόκκαλα της πλάτης του έτριξαν καθώς έρχονταν στη σωστή τους θέση. Το σπίτι του μιλούσε πίσω από το τραγούδι κι η φωνή αυτή ήταν οι ήχοι από τον αέρα στο παράθυρο, το νερό στο σωλήνα, το ρολόι που πάει πίσω, η θερμάστρα που φορτσάρει. Το σπίτι κάνει σα φιλάρεσκη γκόμενα, «έλα δω, κάθισε, δε σ’ αρέσω; Δε θες να μείνεις εδώ για πάντα;»

Το ‘θελε. Να μην έχει να πάει στη δουλειά. Να μην έχει τον κάθε μπούρδα να τον ενοχλεί. Να μη φοράει γυαλιά- ξέρεις τι ρομαντική εικόνα του κόσμου έχουν οι μύωπες; Να μην ενοχλείται με το φαΐ ούτε με το πιοτί. Να μη θέλει τις γυναίκες.

Κι όσο το ‘λεγε στον εαυτό του, τόσο του ‘ρχόταν η αίσθηση των μαλλιών της ανάμεσα στα δάχτυλά του, το δέρμα του ώμου της ν’ ακουμπάει στο σαγόνι του, τα χέρια της να χαϊδεύουν τις ουλές της ακμής στα μάγουλά του. «Δε θέλω τίποτε να μου συμβαίνει», σκέφτηκε πεισματικά, μα σε κάθε ανάμνησή της, λαχταρούσε την παρουσία της να ταράζει το βάλτο της ζωής του, τη σάρκα της να ξυπνάει τη δική του.

Αλλά αν θέλει, να έρθει εκείνη. Εγώ δεν το κουνάω από δω.

Θα του τηλεφωνούσε από το κινητό. «Είμαι στην πόρτα, έλα να μαζέψεις το σκυλί». Θ’ ανέβαιναν πάνω μαζί. Περνάει πάντα μπροστά του στη σκάλα, τον αφήνει να θαυμάζει τις καμπύλες της. Θα σταθεί στο κεφαλόσκαλο. Ποτέ δεν ανοίγει την πόρτα, περιμένει να την ανοίξουν άλλοι. Μπαίνει, βγάζει το σακάκι της. Τα τακούνια της χτυπούν στο μωσαϊκό, είναι ολόκληρη μια νότα κυριλέ σ’ ένα δωμάτιο αναρχικού. Φοράει ένα άρωμα γλυκερό σα σταφύλι, σε κάνει να ζαλίζεσαι. Θα καθίσει στη μοναδική καρέκλα και θα ανάψει τσιγάρο, κυριλέ κι αυτό, λεπτό, ασορτί με τα δάχτυλά της, όλα της ήταν ασορτί, η τσάντα με τα παπούτσια, το βάψιμο με το ντύσιμο, το δαχτυλίδι με το βραχιόλι, ήθελε κι ένα γκόμενο ασορτί, κυριλέ. Τι δουλειά είχε αυτός με τη Χαρά…; Όχι, όχι, φτάνει της μια αγκαλιά. Δε θα της δώσει τίποτε άλλο. Τι έχει άλλωστε αυτός να δώσει σε μια γκόμενα κυριλέ; Αν θέλει ας έρχεται αυτή, ας του δίνει εκείνη ό,τι της κάνει κέφι. Αυτός δεν έχει τίποτε άξιο να της δωθεί. Ας έρχεται.

Πάει η ησυχία του. Η ηρεμία του. Ζούσε μια νιρβάνα, ένα νέφος γεμάτο απαλότητα τον τύλιγε και τώρα του ζητούσαν να ασχολείται με γυναίκες. Όχι ρε. Δε θέλω. Τίποτα.

Ούτε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Ούτε την απαλότητα των ώμων της. Ούτε τη θέρμη της αγκαλιάς της να τον τυλίγει, να τον εξαφανίζει από τον κόσμο, να τον έχει στη σπηλαιώδη προστασία της, ασφαλή, χορτασμένο από τρυφερότητα, από τη μυρωδιά της, το άγγιγμά της-
Είχε φύγει δίνοντάς του μόνο αυτήν την αγκαλιά της και το ζεστό της άγγιγμα, αφήνοντάς τον να φαντάζεται τον έρωτά της. Πώς να ‘ναι όταν δίνεται; Πώς να ‘ναι όταν λειώνει κάτω από τα δάχτυλά του; Οι μικρές της κραυγές, οι κοφτές της ανάσες. Τα βογκητά. Οι γροθιές της που σφίγγουν το σεντόνι. Τα πόδια της τυλιγμένα γύρω του, τα στήθη της να τον αγγίζουν. Κι όταν τελειώνει να κρύβεται στην αγκαλιά του. Να κοιμάται με τα μαλλιά της στους ώμους του. Με τη συνείδησή της ήσυχη για τις νυχιές και τις δαγκωματιές και τα σημάδια του έρωτα στο κορμί του, που η ίδια τα χάραξε εκεί. Να κοιμάται σα χορτασμένη λέαινα.

Όλα αυτά. Δεν τα θέλω. Μάλλον όχι. Τα θέλω. Αλλά να ‘ρχεται αυτή. Εδώ. Να ‘ρχεται. Δεν πάω. Πουθενά. Ας έρθει εκείνη.

Κοίταξε το ρολόι. Μια. Πάει πίσω. Σιγά. Δε θα ‘ρθει.

Ας έρθει. Αν θέλει.

Σιγά.

Ας έρθει.

Ας έρθει…