Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Οι δυσκολίες της συγγραφής

Εχτές το βράδυ έγραψα το τελευταίο κομμάτι από το πρώτο κεφάλαιο του επόμενου μυθιστορήματός μου. Το παλεύω δύο εβδομάδες, δυο εβδομάδες για το πρώτο κακότεχνο γράψιμο πέντε χιλιάδων (5000) λέξεων. Εντάξει, οι περισσότεροι που ασχολούντια όπως εγώ, ερασιτεχνικά, με τη συγγραφή έχουν πολύ λιγότερη "συγκομιδή" λέξεων σε ανάλογο χρονικό διάστημα. Υπάρχουν όμως κι άλλοι, ανάμεσά τους κι ε΄γω, που μπορούν και καλύτερα.

Άρα; Τι δεν πάει καλά;

Ίσως με πείτε υπερβολική ή ακόμη μπορεί και να κουνήσετε το κεφάλι σας με κατανόηση, "τσκ, τσκ, τσκ, πάει αυτή, το 'χασε. Τι μας τσαμπουνάει αυτού;" Όμως το γεγονός παραμένει, ότι ενώ είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη σ' αυτήν την ιστορία, ενώ είμαι και πολύ ενθουσιασμένη, γιατί η ιδέα ξεπήδησε από μόνη της και γιατί είναι άμεσα αξιοποιήσιμη, ωστόσο δεν μπορώ να την αποδώσω στο χαρτί. Δε μπορώ να "δω" την κάθε σκηνή στο μυαλό μου, να μπω στο πετσί των ηρώων μου, να φανταστώ μέσα στα όρια της πραγματικότητας τις διάφορες σκηνές. Αν μπορούσα, τώρα θα είχα φτάσει στις 10 ή και τις 15 χιλιάδες λέξεις, έστω κακότεχνες, έστω υπερβολικές, έστω με τρύπες στην πλοκή και στην αληθοφάνεια και την συνέπεια. Αλλά είμαι μόνο στις 5 χιλιάδες. Κι αναρωτιέμαι.

Οι οικείοι μου με πειράζουν, αναφερόμενοι σε άλλο σκέλος της προσωπικής μου ζωής και χαμογελώντας πονηρά (και σιγά την αοριστία που χρησιμοποιώ, έχω καρφωθεί κατά καιρούς, με διάφορους τρόπους σχετικά με το θέμα...) Όμως ξέρω ότι δεν είναι αυτό. Αν ήταν αυτό, τότε γιατί διαβάζω χωρίς προβλήματα και με καλούς μπορώ να πω ρυθμούς; Κι επίσης γιατί μπορώ και μαγειρεύω νέες συνταγές, πράγμα που όμως μπορούν να σας διαβεβαιώσουν όλοι όσοι το κάνουν, θέλει πολύ φαντασία και συγκέντρωση και κρίση; Κι επίσης γιατί μπορώ και συνεχίζω την επιμέλεια που κάνω σε ένα (σε δύο για την ακρίβεια) πονήματα συγγραφικά φίλων;

Άρα, δεν είναι το προσωπικό πρόβλημα.

Και τελικά, αυτό που παιδευόμουν τόσες μέρες ν καταλάβω το κατάβα χτες βράδυ, την ώρα που έτρωγα σουβλάκια με κάτι συγγενείς, σε παρακείμενη σουβλακερί, με το ραδιόφωνο τστη διαπασών και τον Ολυμπιακό στη γιγαντοοθόνη*. Δε μπορώ να γράψω την ιστορία, γιατί δεν υπάρχει κάτι που να με ζορίζει πραγματικά, ώστε να αναγκάζομαι να "ξεφεύγω" γράφοντας. Για μένα το γράψμο είναι πάνω απ' όλα διασκέδαση, κι όταν διασκεδάζω αρκετά, τότε τι νόημα έχει να διασκεδάσω κι άλλο;

Ώστε η μόνη λύση είναι να βρω κάποιον να με καταπιέζει, ώστε να θέλω να ξεκουραστώ γράφοντας. Η δουλειά θα αγριέψει σε λίγο καιρό, οπότε από κει είμαι καλλυμένη, περιμένω τη στιγμή που δε θα μπορώ να σηκώσω κεφάλι. Εκεί να δείτε γλέντια. Αλλά μήπως -λέω, μήπως- να έβρισκα και τίποτε άλλο που να κάνει πιο έντονη αυτήν την κατάσταση, αυτήν την αίσθηση; Λέω, μήπως; Και κατά πόσο μια τέτοια σκέψη είναι υγιής;

Εσύ, κύριε τέτοιε μου, τι γνώμη έχεις;

*Ναι, ναι, καλά ακούσατε, γιγαντοοθόνη στη σουβλακερί. Είμαστε μερακλήδες στο Βύρωνα, πώς να το κάνουμε δηλαδή;

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Λαξευτές της Παλίρροιας


Τελείωσα χτες το βράδυ τους Λαξευτές της Παλίρροιας, το πρώτο βιβλίο της Τριλογίας των Λαξευτών, της Βάσως Χρήστου. Κι είμαι μια ιδέα διχασμένη.

Καταρχήν, φάνταζυ-τριλογία-ελληνικό-γυναίκα. Τα τέσσερα κακά της μοίρας μας. Και να εξηγηθώ. Φάνταζυ να κυκλοφορήσει στην Ελλάδα; Και μάλιστα τριλογία; Και μάλιστα γραμμένη από Έλληνα; Και μάλιστα γραμμένη από γυναίκα;

Πολλοί θα μου πείτε ότι τελικά, φάνταζυ κυκλοφορεί αρκετό στην Ελλάδα, ας είναι καλά ο Ανούβις, ο Φανταστικός Κόσμος, ο Αίολος, η Άγνωστη Καντάθ κι άλλοι που δεν έχει νόημα να τους αναφέρουμε όλους εδώ. Ας είναι καλά και τα Forgotten Realms και οι διάφοροι Μάρτιν και όλοι όσοι έχουν κάνει ένα μπεστ σέλλερ στο Αμέρικα, το βλέπουν οι εδώ εκδοτικοί και βιάζονται να το μεταφράσουν, μπας και βγάλουν κανένα ψιλό. Και στην ίδια κατηγορία σχολίου ανήκει και το περί τριλογίας, για να μην αναφερθώ σε τριλογίες που στα ελληνικά εκδίδονται ως εξαλογίες, σπάζοντας το κάθε αυτόνομο βιβλίο σε δύο τόμους, με το ανάλογο –υπερφυσικό και παραφυσικό και εξωφρενικό- κόστος για τον αναγνώστη.

Η πραγματική έκπληξη είναι ότι τον τελευταίο καιρό, όλο και κάποιο ελληνικό φάνταζυ φτάνει στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Από το Βασίλειο της Αράχνης του Πλιώτα μέχρι το Συμβούλιο των Αφυπνισμένων του Καρατσιώρη και μέχρι την πρόσφατη Κληρονομιά του Ερέβους του Μαυράκη (για το οποίο μάλλον θα ανεβάσω μια κριτική την επόμενη εβδομάδα), κατιτίς σαλεύει στις εκδόσεις, προς τη μεριά μας. Σε απόσταση από τους πρώτους τολμήσαντες, Φιαμού, Μαμούτο και άλλους, έρχονται λίγο-λίγο νέες φωνές να μας πουν ότι τελικά το φάνταζυ, είτε ηρωικό, είτε επικό, είτε παραμυθιακό κάνει τα βήματα του σταθερά προς την αναγνώριση και μάλιστα δίνοντας ίσες ευκαιρίες σε άνδρες και γυναίκες.

Κι έρχομαι στο θέμα του διχασμού.

Πριν ξεκινήσω να γράψω αυτήν την κριτική, δε θέλω να κρύψω ότι έψαξα να δω κριτικές άλλων. Όχι ότι θα με επηρεάσουν, απέχω χρόνια από την εποχή που οι κριτικές των άλλων επηρέαζαν τη δική μου. Όμως έχω γνωρίσει προσωπικά την κ. Χρήστου και ήθελα να σιγουρευτώ ότι αυτά που έχω να της πω δεν είναι αποκυήματα της δικής μου φαντασίας.

Ας ξεκινήσω με το αγαπημένο μου κομμάτι, την κοσμοπλασία. Δε θα φέρω καμμία αντίρρηση στο ότι τόσο ο φυσικός κόσμος που πλάθει όσο και οι αρχές που τον διέπουν είναι εξαιρετικές και εμπνευσμένες. Σαν γεωλόγος δε θα μπορούσε παρά να με συγκινήσει βαθύτατα η επιλογή της η σχετική με το σύστημα της μαγείας, αλλά και πέρα από αυτήν τη μικρόψυχη προτίμηση εκ μέρους μου, είναι γενικά ένα πολύ εντυπωσιακό και πρωτότυπο σύστημα. Η μόνη μου μομφή επί του θέματος είναι η έλλειψη παρουσίασης μιας κάποια δεισιδαιμονίας των λαϊκών ανθρώπων η σχετική με την πέτρα. Αν η πέτρα κουβαλάει μέσα της τη μαγεία –ή τόση μαγεία- θα ήταν αναμενόμενο να τη φοβούνται ως ένα σημείο, να την αποφεύγουν. Κι αυτό θα είναι μάλλον δύσκολο. Κατά τα άλλα, η αληθοφάνεια του κόσμου είναι σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Η πλοκή είναι ενδιαφέρουσα, με την έννοια ότι υπάρχουν όλες οι συμβάσεις μια επικής ιστορίας: χαμένες πριγκήπισσες, άνθρωποι με ιδιαίτερες ικανότητες, βασιλιάδες και προδοσίες από συμμάχους, ένα κακό σε τέτοιο πλήθος που η μάχη να είναι αμφίρροπη, πλάσματα μαγικά κι εξωτικά, έρωτες, μάχες, οι απαραίτητοι εκτός του πολιτισμένου κόσμου αλλά με φυσική σοφία προικισμένοι νομάδες και καλά κρυμμένη τεχνολογία και τεχνογνωσία (κι όποιος δεν καταλαβαίνει, ας αναρωτηθεί τι είναι στην πραγματικότητα το φλογέλαιο…) Εδώ κολλάνε νομίζω και τα σχόλια που διάβασα αλλά σχετικά με το εάν θα μπορούσε ή όχι να έχει γραφτεί από ξένο συγγραφέα. Ναι, θα μπορούσε. Γιατί πληροί όλες τις προϋποθέσεις ενός βιβλίου που στο εξωτερικό θα είχε κάνει μια κάποια πορεία στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Και φτάνουμε στο θέμα της τεχνικής πλευράς του βιβλίου. Εδώ πολύ φοβάμαι ότι περίμενα πολύ περισσότερα ή μάλλον για να το πω πιο σωστά, είχα πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις από την κ. Χρήστου. Αλλά ας πάρω τα πράγματα ένα-ένα και με τη σειρά τους.

Θα προσπεράσω λαθάκια στη χρήση κάποιων λέξεων, διότι πιστεύω ότι υπάρχει κάποιος κύριος ΠιΚέι που θα τα έχει εντοπίσει καλύτερα από μένα. Στέκομαι μόνο στο ότι ήταν πιθανόν θέμα επιμέλειας, γιατί δε μπορώ να φανταστώ ότι η κ. Χρήστου αγνοεί, ας πούμε, ότι μια λίμνη έχει βυθό κι όχι πάτο. Θέλω να πιστεύω ότι τέτοια προβλήματα έχουν λυθεί, και γιατί θα έχουν εντοπιστεί από κριτικούς σαν κι μένα ή τον προαναφερθέντα κύριο και διότι η ίδια η κ. Χρήστου τα έχει εντοπίσει από μόνη της, στην εξέλιξή της ως συγγραφέας από τη μέρα που συνέλαβε τους Λαξευτές.

Οι χαρακτήρες των ηρώων είναι όντως αρκετά βαθιά σκιαγραφημένοι. Γενικά εκτός από τις περιπτώσεις που θα αναφέρω παρακάτω, ο αρχετυπικός καλός/κακός λείπει, αφήνοντας πίσω ανθρώπους που έχουν ίσες ποσότητες από το σωστό και το λάθος μέσα τους. Το κακό είναι όμως, ότι παρ’ όλες τις προσπάθειες της συγγραφέως μέσα από τους διαλόγους και τις πράξεις των ηρώων της να μας πείσει για τους χαρακτήρες τους, αποτυγχάνει κατά τη γνώμη μου να μας πείσει ότι ένας άνθρωπος αυτού του χαρακτήρα θα επιβίωνε στη συγκεκριμένη κοινωνική θέση. Και εξηγούμαι: Θα ήταν ποτέ δυνατόν ένας βασιλιάς να ανεχτεί από το διάδοχό του να παρακούσει τις εντολές του, ακόμη κι αν αυτός είναι ο αγαπημένος του γιος; Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα τον στήριζε κιόλας, μετά την αποτυχία του και θα ερχόταν σε σύγκρουση με τους υπόλοιπους γύρω του γι’ αυτό; Πώς θα ένιωθε ένας κοινός θνητός ακούγοντας ότι ο βασιλιάς του ανέχτηκε μια τέτοια παρατυπία από τον ίδιο του το διάδοχο; Δε θα τον θεωρούσε λαπά και αδύναμο; Θα εξακολουθούσε να του μένει πιστός, ή στην πρώτη δημαγωγία κάποιου πολιτικού αντιπάλου θα γυρνούσε την πλάτη;

Κάτι που λείπει από όλο το σκηνικό των Λαξευτών, παρ’ εκτός από την ιεραρχία του Άστραντ, με άλλους όμως σκοπούς της πλοκής εκεί: η πολιτική αντιπαράθεση. Οι βασιλιάδες έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο ο ένας τον άλλο. Όμως σε μια κοινωνία με εμπόρους και λιμάνια μεγάλα και φράγματα (δηλαδή με μια υποτυπώδη αστική τάξη), δε θα υπήρχαν εκείνοι που δε θα δέχονταν την διακυβέρνηση του εκάστοτε κάτοχου του θρόνου; Η εσωτερική πολιτική και ο πόλεμος εκ των έσω είναι εκείνος που πρώτα απ’ όλα απειλεί έναν βασιλιά. Η έλλειψη ενός τέτοιου χαρακτηριστικού της κοινωνίας είναι χτυπητή γιατί υπάρχει και το σημείο όπου αυτή η έλλειψη δεν υφίσταται: το Άστραντ. Κι εκεί, η παρουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι τέτοια που είναι φανερό πως γίνεται για θέμα πλοκής, για να «δημιουργηθεί» και να «δικαιολογηθεί» ο κακός χαρακτήρας της Ροβίρια. Εκεί η Τορέυν και η Ελισσάν πρέπει να έχουν έναν αντίπαλο, γιατί δεν έχουν να δείξουν με κανέναν άλλον τρόπο τις ηγετικές τους ικανότητες. Στην ξηρά όμως, δεν υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο, αντίπαλοι είναι πάντα οι άλλοι βασιλείς κι η «αντιπολίτευση» παραβλέπεται.

Κάτι ακόμη που έχει να κάνει με τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών. Είτε είναι φιλικοί είτε είναι εχθρικοί μεταξύ τους, είτε παίρνουν τις ίδιες ή διαφορετικές αποφάσεις πάνω σε κάποιο θέμα, σχεδόν ποτέ δεν παρατηρείται κάποια σύγκρουση μεταξύ τους. Οι περισσότερες συζητήσεις τους καταλήγουν σε λύση της έντασης κι όχι σε κάποια άλλη πιο φυσική κατάληξη. Οι μόνες εντάσεις εμφανίζονται απέναντι στους «κακούς», οι «καλοί» πάντα τα βρίσκουν μεταξύ τους ή στη χειρότερη των περιπτώσεων, δείχνουν κατανόηση κι άπειρο σεβασμό στις αποφάσεις των άλλων.

Κοντολογίς και παρά την υπέροχη ανάπτυξη των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών, η συμπεριφορά τους δεν συνάδει με τις πράξεις τους ή τουλάχιστον με τον τρόπο που αυτοί μιλάνε μεταξύ τους. Τόσο έντονοι και διαφορετικοί χαρακτήρες θα έπρεπε να τσακώνονται πού και πού. Κι ας τα έβρισκαν αργότερα.

Και μια πρόταση-παύλα-παράκληση. Νομίζω ότι το βιβλίο κραυγάζει για ένα γλωσσάρι. Έστω ένα ευρετήριο ονομάτων, διότι οι 572 σελίδες του είναι γεμάτες τόσο από ονόματα και χαρακτήρες, που κάποιες φορές πραγματικά χάθηκα (ειδικά στη σκηνή του συμβουλίου των ηγετών) και χρειάστηκε να γυρίσω στις πίσω σελίδες για να δω ποιος είναι ποιος.

Εύχομαι στην κ. Χρήστου καλή συνέχεια κι ελπίζω τα επόμενα βιβλία της να κινηθούν αν όχι σε ανώτερα τουλάχιστον στα ίδια επίπεδα με τους Λαξευτές της Παλίρροιας.

(Η κριτική αυτή έχει δημοσιευτεί και στο sff.gr)

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Τι θυμάται και τι χαίρεται...

Θυμήθηκα χτες το βράδυ αυτό και πήγα να δω τι στα κομμάτια έχω καταφέρει από τότε. Το αποτέλεσμα μετριότατο...


1) Οι Λαξευτές της Παλίρροιας, Βάσω Χρήστου
--> τσεκ (το τελείωσα χτες βράδυ)
2) 1111, η πύλη του χρόνου, Κώστας Δέτσικας
--> στην αναμονή, ίσως το μεθεπόμενο που θα τελειώσω.
3) Ητίδορφα, Τζον Γιούρι Λόιντ
--> ούτε καν το σκέφτομαι να το ξαναπιάσω σε κοντινή ημερομηνία...
4) Chronicles of the Black Company, Glen Cook
--> Τελείωσα το πρώτο μέρος, κούτσα-κούτσα θα ξεκινήσω και το δεύτερο.
5) Broken Sword, Pierce Anthony
--> άστο, ντρέπομαι, αλλά όχι ακόμη
6) The Hollow Chocolate Bunnies of the Apocalypse, Ian Rankin
--> και που το διάβασα τι κατάλαβα; Μου λες;
7) Το Συμβούλιο των Αφυπνισμένων, Γιώργος Καρατσιώρης
--> τσεκ, αν και δεν τρελάθηκα, αλλά περιμένω να εκδόσει το δεύτερο.
8) Τα Έπη των Αριμασπών, Δημήτρης Σαραντάκος
--> τσεκ, αξιόλογο βιβλίο.
9) Ταξίδι στη Σελήνη, Συρανό ντε Μπερζεράκ
--> τσεκ παρ' όλη τη γεροντίλα που αποπνέει.
10) Ο κύριος του Φωτός, Ρότζερ Ζελάζνυ
--> Μη βαράς ρε Χείρωνα, θα το διαβάσω σου λέω...
11) Το καλοκαίρι μου έξω από το θόλο, Δημήτρης Βανέλλης
--> Ντροπή μου επίσης, αλλά μετά. Πιο μετά.
12) Τον Κανέναν θα τον φάω τελευταίο, Larry Cool
--> τσεκ κι αυτό.


Σύνολο, μμμμ, μούμπλε που έλεγα και στην προηγούμενη ανάρτηση, 6 στα 12. Procrustination το λένε οι της γηραιάς Αλβιόνος...

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

Μούμπλε-μούμπλε του ΣΚ

Ωραία η αργκό, έτσι; Χρησιμοποιείς λέξειςπου προκαλούν συνειρμούς στους άλλους και καθάρισες. Όπως το μούμπλε-μούμπλε ας πούμε, ο παιδιόθεν επιβεβλημένος τρόπος να πεις πως σκέφτεσαι -θενκ γιου θείε Γουόλτ. Ή το πιο ενήλικο ΣΚ -Σαβατοκύριακο για τους αμύητους. Τα βάζεις αυτά τα δύο δίπλα-δίπλα και υποθέτεις ότι ο άλλος κατάλαβε, άσχετα αν αποδεδειγμένα παραληρείς.

Σκέψεις για το Σαβατοκύριακο, λοιπόν:

Δύο πράγματα μετάνιωσα που δεν έκανα αυτό το Σαβατοκύριακο (τρία στην πραγματικότητα, αλλά το τρίτο δε μπορούσα να το ελέγξω, ήταν σε αλλουνού τα χέρια).

Το ένα ήταν που δεν παρακολούθησα την ανάγνωση των δύο διηγημάτων του Δημήτρη Βανέλλη, στο ΦΑΕΙΝΟΝ, την Κυριακή το βράδυ. Μου είχαν πει γνωστοί ρουφ-ακουστές (Πεν, Μμαν, για σας χτυπάει η καμπάνα) ότι ειδικά το ένα, το "Η αλήθεια για το ρυθμό της Βασιλικής" γνωστό και ως "Βασιλική μετά Κθούλου" ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά και κωμικά διη΄γηματα της χρονιάς που πέρασε. Οι πληροφοριοδότες μου μού είπαν ότι το διήγημα αυτό πρωτοδιαβάστηκε στα πλαίσια των εκδηλώσεων του 4ου Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας στη Σύρο κι ότι και εκεί είχε κάνει θραύση. Oh well. Υποθέτω ότι θα πρέπει να πειμένω την επόμενη εκδοτική κίνηση του κ.Βανέλλη, για να καταφέρω να το διαβάσω...

Και το δεύτερο γαμώτο ήταν που δεν πήγα να δω τη βράβευση του φίλου μου, Ντίνου Χατζηγεωργίου ή Χατζηγιώργη (αναλόγως πού τον έχετε γνωρίσει) για το διήγημα εναλλακτικής ιστορίας "Πικρό Χώμα", στο 2ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό, που διοργάνωσε το περιοδικό Ύφος. Σαν απόγονος προσφύγων δε μπορώ να πω ότι το διήγημα με είχε αφήσει αδιάφορη. Ρίξτε του μια ματιά. O Ντίνος έχει κερδίσει έναν διαγωνσιμό ακόμη, εκείνον των εκδόσεων Οξύ και το βιβλίο του με τίτλο "Η Καρδιά του Δαίμονα" πρόκειται, σύμφωνα με πληροφορίες, να εκδοθεί μέχρι τα Χριστούγεννα.

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

Σαβατοκύριακο; Τι είναι αυτό;

Ετούτο το Σαβατοκύριακο με προσπέρασε, ζουουουουμ! κι ούτε που το κατάλαβα. 48 ώρες από τη ζωή μου και δεν κατάλαβα ότι ζούσα ούτε τις τρεις. Απολογισμός:

1) Ανατροπή σχεδίου Νο 1: Σάββατο πρωί, ταξίδι αστραπή στην Πάτρα για τα γενέθλια της βαφτηστήρας μου. Το ταξίδι αυτό έγινε μετά των γονέων (οποία βαρεμάρα, δηλαδή) και ήταν προγραμματισμένο για το ίδιο βράδυ.

2) Ανατροπή σχεδίου Νο2: Αντί για την Πάτρα είμαι σπίτι, οπότε λέω ότι θα πάω στην έκθεση βιβλίου με κάτι φίλους. Φυσικά η βρόχα έπεφτε ράιτ θρου, που λέει κι ο Ζαμπέτας, εξ ου και η βόλτα αναβλήθηκα. Γκρρρ. Γκρρ.

3) Ανατροπή σχεδίου Νο3: Ενώ περίμενα ένα ήσυχο πρωινό της Κυριακής, για να μπορέσω να διαβάσω με την ησυχία μου ένα βιβλίο που είχα βάλει στο μάτι, η αδελφή μου αποφασίζει να καλέσει τους φίλους της για μεζεκλίκια και ούζο. Τρέχα, Ευθυμία, διότι το δωμάτιό σου είναι το λιγότερο αχούρι. Ένας σκασμός φαΐ κι ήρθαν μόνο δύο άτομα τελικά.

4) Ανατροπή σχεδίου Νο4: Κι επειδή περίμενα το απόγευμα της Κυριακής για να λουφάρω, βάφτηση εν όψη.

Και ενδιαμέσως, κατάφερα και διάβασα ένα βιλίο 300 σελίδων στο οποίο έκαναν και λεπτομερείς παρατηρήσεις, σαν επιμελητής κι επιπλεόν ξεκίνησα το καινούργιο μου μυθιστόρημα και διοργάνωσα κι ένα baby shower για τη συνάδελφο. Τι άλλο να κάνω πια;

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

Ανάγνωση διηγημάτων του Δ. Βανέλλη

Σύμφωνα με το δελτίο τύπου της ΑΛΕΦ:


Η νέα σαιζόν των εκδηλώσεων της ΑΛΕΦ ξεκινάει την Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008, στις 20:00, στην καφετέρια ΦΑΕΙΝΟΝ (Καλλιδρομίου και Μαυρομιχάλη) με την ανάγνωση δυο έργων του μέλους μας Δημήτρη Βανέλλη.
Πρόκειται για ένα ποίημα Ε.Φ. σε ρυθμό δημοτικού, με τον τίτλο Της ξενιτειάς και το διήγημα Η αλήθεια για το ρυθμό της Βασιλικής.
Και τα δύο είχαν παρουσιαστεί στις εκδηλώσεις του 4ου Φεστιβάλ Ε.Φ. της Ερμούπολης.

Έχω γοητευθεί από τα βιβλία του κ. Βανέλλη που έχουν πέσει στα χέρια μου (το "Η μουσική στο κεφάλι μου", το "το Καλοκαίρι μου έξω από το Θόλο" και το "Ασμόλ") κι επιμένω ότι θα ήταν κρίμα να μην ακούσετε έστω ένα από τα δύο διηγήματά του που αναφέρονται στην ανακοίνωση. Δε θα σας κοστίσει πάνω από μια μπύρα, κι εκεί θα αποφασίσετε ή όχι να αγοράσετε και τα άλλα του βιβλία. Και δε θα χάσετε. Φήμες λένε ότι ειδικά για το δεύτερο διήγημα, τα γέλια που προκαλεί είναι ανεξέλεγκτα, παρόλο που πραγματεύεται κθουλικές πρακτικές...

Εγώ πάντως θα είμαι κατά πάσα πιθανότητα εκεί. Σας έπεισα ή ακόμα;

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

Επιστροφή-2: τα βιβλία

Από τον Απρίλιο έχω να σας μιλήσω για βιβλία κι είπα ότι μάλλον πρέπει να το κάνω κι αυτό, μιας και έχω επιστρέψει σ’ αυτό το blog με περισσότερη όρεξη από πριν. Κρατηθείτε γιατί ούτε λίγο ούτε πολύ έχω να σας παρουσιάσω εδώ τριάντα πέντε (35) βιβλία. Ανασκουμπώνομαι:


Κατηγορία: Ελληνική Φανταστική Λογοτεχνία



Imperium, Μιχάλης Σπέγγος. Ξεκίνησα να το διαβάζω με μια κάποια επιφύλαξη, λόγω του ότι διάφοροι μου είχαν πει ότι είναι πολύ «αντρικό» και «στρατιωτικό». Το ευχαριστήθηκα περισσότερα απ' όσο περίμενα. Ειδικά η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι ιδανική για να περιγράψει ακριβώς τι έχει στο μυαλό του ο ήρωάς του. Και μου φάνηκε και αρκετά αληθοφανές. Για όσους δεν το έχουν υπόψην τους, έχει ένα ψευδοβυζαντινό setting, χωρίς όμως να χρησιμοποιεί πουθενά ονόματα. Οπότε θα μπορούσε άνετα να είναι ένα ψευδοϊστορικό μυθιστόρημα. Κ. Σπέγγο, γράψτε με στο φαν κλαμπ σας. Στο εξής θα παρακολουθώ την πορεία σας από κοντά.


Χερεναλίφ ο Τελευταίος, Σπύρος Γκρίντζος, εκδόσεις Δελφίνι. Αναφέρεται στο τελευταίο χαλίφη της Ισπανίας και στην προσπάθειά του να εμβαθύνει στην ψυχή της μοναδικής (πρωτοφανές για την εποχή) γυναίκας του. Αν και φαίνεται ότι έχει ένα κάποιο δυναμικό, δυστυχώς δεν έχει αποφασίσει αν θα γράψει δοκίμιο ή αισθηματική ιστορία. Κι αν κρίνω από τον εαυτό μου, δεν το έχει καν κοιτάξει δεύτερη φορά.


Φανταστικά Διηγήματα, Πέτρος Αμπατζόγλου, Γιάννης Βατζιάς, Θανάσης Μαφούνης. Καλά ήταν για να περάσεις ένα απόγευμα Κυριακής. Στα όρια του σουρεαλισμού. Πέτρος Αμπατζόγλου (γ. 1931, Αθήνα) 10 μυθιστορήματα εκδομένα ως το 1990, Γιάννης Βατζιάς, (γ. 1924, Αγιά Λαρίσης), 6 μυθιστορήματα ως το 1990, έχω βρει κι άλλα του, Θανάσης Μαφούνης (γ. 1948, Άνω Κτιμένη Καρδίτσας) πρώτες δημοσιεύσεις. Είναι κάτι που θα μπορούσε όντως να είναι σκαλοπάτι στις εκδόσεις βιβλίων του φανταστικού στην Ελλάδα, αλλά έχει πολύ Βατζιά και λιγότερο Αμπατζόγλου απ' όσο θα 'πρεπε. Για να μην πω για το Μαφούνη, που χαντακώνεται με τρεις ιστοριούλες τόσες δα.



Η άλλη ζώνη, Δημήτρης Παπαδούλης. Ένας άνθρωπος αποφασίζει να δεχτεί μια θέση στην άλλη ζώνη, όπου επικρατεί η παράνοια. Το ξεκίνησα με τις άριστες των προθέσεων, αλλά το βρήκα λίγο. Δυστυχώς, δεν έφταιγε το τι ήθελα, αλλά τι χρειαζόταν το κείμενο. Χρειαζόταν καλύτερες περιγραφές, πιο σαφή αίσθηση του χώρου και του χρόνου, πιο συγκροτημένους και πραγματικούς χαρακτήρες, λιγότερο ανούσιο σεξ, λιγότερες αναφορές της λέξης "προδοσία", λιγότερα "συγγνώμη, δεν έπρεπε να σου το πω αυτό. Δεν είσαι έτοιμος ακόμα" κι επίσης λιγότερες παρομοιώσεις σχετικές με ζώα. Αν μη τι άλλο, αφήνονται υπόνοιες ότι η κοινωνία στην οποία παρουσιάζεται να ζει ο ήρωας είναι κάπως μελλοντολογική κι αλλοτριωμένη. Τι ξέρουν οι κομπιουτεράδες από ζώα;



Σκρίμπολα, Γιώργος Μαρούδας. Ευγενική χορηγία του αξιοτίμου κυρίου D' Ailleurs, συν-φορουμίτη στο sff.gr. Συλλογή διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας. Χαριτωμένο μου φάνηκε, αλλά ως εκεί.


Και last but not least, τα δύο πρώτα βιβλία του Βασιλείου της Αράχνης, του φίλου μου Γιάννη Πλιώτα, το Η Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες και το Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών. Έχω κάνει ένα σωρό παρουσιάσεις τους, εδώ κι εκεί κι εκεί, οπότε δε θα μιλήσω παραπάνω γι’ αυτά.


Κατηγορία: Ξενόγλωσση Φανταστική Λογοτεχνία



Το Κάστρο του Οτράντο, Οράτιος Ουόλπολ. Κακότεχνο και βαρετό και θεωρείται το πρώτο πραγματικό γοτθικό μυθιστόρημα τρόμου. Σιγά τα ωά, λέω εγώ και εσείς πείτε με ιερόσυλη.



Δαιμονική Καταιγίδα, Jim Butcher (Dresden files, Storm Front) το οποίο ήταν πολύ ευχάριστο στο διάβασμα και μου κράτησε πολύ καλή παρέα. Ξεκίνησα να βλέπω και τη σειρά κάποια στιγμή, αλλά θεωρώ ότι το βιβλίο έχει πολύ καλύτερη και πιο αληθοφανή ατμόσφαιρα. Ειδικά ο Ντρέσντεν είναι ήρωας που μπορείς κανείς να αγαπήσει εύκολα.


Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας Η Χρυσή Εποχή. Γενικά είμαι των διηγημάτων περισσότερο παρά των μυθιστορημάτων. Δεν κατάλαβα όμως για ποιο λόγο αυτά τα συγκεκριμένα διηγήματα είναι η "Χρυσή Εποχή". Δε μπορώ να πω ότι ήταν απαίσια, γιατί δεν ήταν, αλλά ειλικρινά απέχουν από το να χαρακτηριστούν χρυσά.



Ο Μνημονικός Τζώνυ, William Gibson Το ομότιτλο διήγημα το περίμενα λίγο διαφορετικό (ίσως και να επηρεάστηκα από την ταινία), αλλά τα υπόλοιπά ήταν υπέροχα, ξεχώρισα την Ενδοχώρα και το Κάψιμο της Chrome. Τελικά ο Γκίμπσον ήταν όντως κορυφαίος σε πολλά επίπεδα.



Επιστροφή Στη Γη, Ρότζερ Ζελάζνυ (And Call Me Conrad). Λυπάμαι, αλλά ελάχιστα μπορώ να πω για το Ζελάζνυ. Τον αγαπώ πολύ. Ειδικά την ώρα που μπλέκει Σάτυρους και μεταλλαγμένους μαζί... (Για την ακρίβεια η ιστορία έχει κάποιους από μηχανής θεούς τραβηγμένους από τα μαλλιά... Αλλά δε με νοιάζει.)


Η Ρέιτσελ Ερωτευμένη, Pat Murphy. Μπανγκ! Υπέροχο διήγημα. Μικροσκοπικό και αξιολάτρευτο.


Οι Ανυποχώρητοι, Poul Anderson. Το βρήκα πολύ μικρό για το θέμα που πραγματευόταν, βαρετό σε σημείο αηδίας, ειδικά όταν μέσα σε μισή σελίδα προσπαθούσε να σου αναλύσει την πολιτική κατάσταση των προηγουμένων πενήντα ετών και με αναίτια νεύρα. Οι Πρεσβύτεροι είναι επίσης αβάσιμα πεταμένοι μέσα στην πλοκή και ενώ θα μπορούσε να το αναπτύξει και να το κάνει να φυσάει, το αφήνει να περάσει με ένα επιπόλαιο πασάλειμμα.


Άγρια Νύχτα, Norman Spinrad. Πολύ άγρια στην πραγματικότητα. Αηδίασα τον εαυτό μου. Άρα και καλή.



Η Πλημμύρα, J.G. Ballard. Ο Μπάλλαρντ είναι ένα μυστήριο για μένα. Παρ’ όλο που έχω διαβάσει αρκετά βιβλία του ακόμη δεν έχω καταλήξει αν μου αρέσει ή όχι. Γεγονός είναι πάντως ότι θέλω να διαβάσω κι άλλο. Φίλοι και γνωστοί μου είπαν ότι το έχει αυτό, προκαλεί ένα είδος εξάρτησης, είτε σου αρέσει η γραφή του είτε όχι. Η Πλημμύρα είναι ομολογουμένως πολύ ωραίο βιβλίο, ατμοσφαιρικό αν μη τι άλλο και αρκετά επίκαιρο, άσχετα με το ότι έχει γραφτεί καμμιά εικοσαριά χρόνια πριν. Το λιώσιμο των πάγων κι η άνοδος της θερμοκρασίας στον πλανήτη έχει σαν αποτέλεσμα ένα Λονδίνο βυθισμένο κάτω από το νερό, γεμάτο με τροπικά δέντρα, έντομα και ιγκουάνα. Μια παράξενη ασθένεια που προκαλεί αταβιστικά όνειρα μαστίζει τους λίγους κατοίκους του, επιστήμονες και στρατιωτικούς που ψάχνουν στα συντρίμμια για πράγματα που έχει αφήσει πίσω του ο πολιτισμός.


Εκτός Ελέγχου, J.G. Ballard. Ένα κοινωνικό σχόλιο, τυλιγμένο με ένα πετσετάκι αστυνομικού μυστηρίου. Καλούτσικο. Σε σημεία ανατριχιαστικό.



The Black Company, Glen Cook. Μου το σύστησε ένας φίλος και ευτυχώς αγόρασα την omnibus έκδοση που έχει και τα επόμενα δύο βιβλία της σειράς, το Shadows Linger και το The White Rose. Αν ο Χέινλαιν είχε αποφασίσει να γράψει το Starship Troopers σε φάνταζι σέττινγκ και από την πλευρά των κακών. Από τα βιβλία που μου χάραξαν καινούργια πορεία στη συγγραφική μου καριέρα.



The Hollow Chocolate Bunnies of the Apocalypse, Robert Rankin. Πόσο γερά νεύρα έχετε; Θα σας χρειαστούν όλα. Για διάφορους λόγους. Αλλά ας τα παρουμε από την αρχή. Νεαρός ετών 13, ονόματι Τζακ ξεκινάει από το χωριό του to seek his fortune στην πόλη. Φτάνοντας εκεί, ανακαλύπτει ότι δεν είναι μια πόλη ό,τι κι ό,τι, αλλά η Toy City, πρώην Τoy Town, στην οποία τα παιχνίδια είναι ζωντανά. Εκεί θα μπλεχτεί σε μια φοβερή αστυνομική περιπέτεια, όπου όλοι η ήρωες των Nursery Rimes, όπως ο Humpty Dumpty, η Mother Goose, η Mary Mary, o Little Boy Blue και άλλοι δολοφονούνται ειδεχθώς. Στην περιπέτειά του θα βρει σύμμαχο τον Eddie, που είναι teddie bear και θα ανακαλύψει όλες τις βρωμερές πλευρές της πόλης. Χαρακτηριστική είναι η σκήνη που ο Έντυ πηγαίνει τον Τζάκ σε ένα doll house, όπου τσατσά είναι η Mother Goose κι όπου ο Έντι κάποτε μεθυσμένος "humped a potted plant" (κελ ντεκαντάνς…). Το όλο κόνσεπτ είναι έξυπνο, αλλά κάποιες φορές καταντά ενοχλητικό, γιατί δίνει στα παιχνίδια διαστάσεις πραγματικών διεστραμμένων ανθρώπων. Η γραφή είναι κάπως κουραστική, γιατί μπλα-μπλα-δίζει χωρίς λόγο κι αιτία κάποιες φορές. Κι ο Τζακ παρόλο που είναι 13 χρονών και χωριατόπουλο, έχει ζουράριο λεξιλόγιο.



Μέλμοθ ο Περιπλανώμενος, Τσάρλς Μάτσουριν. Δυστυχώς ήταν η συντετμημένη έκδοση. Μου άρεσε περισσότερο απ' όσο περίμενα. Χαριτωμένη μετάφραση, ωραία εμφάνιση του βιβλίου. Ακόμη και η γραμματοσειρά μου άρεσε. Έχει και δυο κατεβατά, ένα στην αρχή κι ένα στο τέλος σχετικά με τον Μάτσουριν. Αλλά όπως είπα, επειδή το πρωτότυπο είναι κάπως άνισο και μεγαλούτσικο (ως φαίνεται), ένας από τους εκδότες παρουσίασε μια κομμένη έκδοση στα αγγλικά κι αυτήν την έκδοση έχουν μεταφράσει. Δυστυχώς το κείμενο κόβεται σε παράξενα σημεία και γενικά, ο ξένος εκδότης που έκοψε ό,τι έκοψε είναι ένας κακιασμένος και ζηλιάρης άνθρωπος που προσπάθησε να καταστρέψει το έργο ενός ανθρώπου πεθαμένου 200 χρόνια πριν.


Το Χαμένο Στραντιβάριους, κάποιος κ. Φώκνερ -όχι ο γνωστός. Γοτθικός τρόμος, βικτωριανό συναίσθημα. Όχι τόσο βαρετό όσο ακούγεται.



Goblin Quest, Jim C. Hines. Με ήρωα ένα κακόμοιρο μυωπικό γκόμπλιν που το αιχμαλωτίζει ένα κλασικό κουέστ πάρτυ και τον οδηγούν μέσα από περιπέτειες πολύ αρπιτζοειδείς προς το λημέρι ενός δράκου, ο συγγραφέας προσπαθεί να δώσει νέα πνοή στο φάνταζυ. Ταπεινή μου γνώμη, δεν τα καταφέρνει. Πάλι κουέστ διαβάζουμε.



The Last Wish (Introducing The Witcher), Andrzej Sapkowski. Το βιβλίο που ενέπνευσε τη σειρά Wiedzmin (The Witcher) στην πολωνική τηλεόραση, μια ομώνυμη ταινία κι επίσης το καταπληκτικό ομώνυμο παιχνίδι για υπολογιστή. Τα διηγήματα είναι κάπως άνισα γραμμένα, με μεγάλα κομμάτια διαλόγου στο πρώτο μισό (ή στα πρώτα τρία τέταρτα) κάθε ιστορίας. Ακολουθεί καταιγιστική δράση, που δεν ξέρω αν αποζημιώνει, πάντως απολυτρώνει από το μπλα-μπλα. Η κοσμοπλασία είναι εξαιρετική, έχεις κάθε φορά την αίσθηση ότι βλέπεις, ακούς, μυρίζεις και αγγίζεις, ακόμη και γεύεσαι το σκηνικό. Οι χαρακτήρες είναι καλοφτιαγμένοι χωρίς ούτε μία καρικατούρα. Επίσης θετικό είναι τα θέματα των διηγημάτων. Ο Σαπκόφσκι στην ουσία ξετινάζει κάθε γνωστό παραμύθι, τη Χιονάτη, την Ωραία και το Τέρας, το Τζίνι στο Μπουκάλι. Και μάλιστα κάθε φορά το κάνει από τέτοια οπτική γωνία που δεν, επαναλαμβάνω, δεν σε κάνει να γελάς συγκαταβατικά. Η διασκευή του εκάστοτε παραμυθιού και η προσαρμογή του στα ζητούμενα της ιστορίας του witcher είναι εξαιρετική.



Ο Λόφος των Ονείρων, Arthur Mahen. Όλα τα κομμάτια του Μάχεν που έχω διαβάσει έχουν μια άψογη ονειρική χρήση της γλώσσας, σε σημείο που παρ' όλο που ακούγεται επικίνδυνα έως βαρετά παρωχημένη, είναι εξαιρετικά εντυπωσιακή. Όσο για την πλοκή, ήταν αρκετά βαριά και σκοτεινή για τα γούστα μου. Ειδικά στο σημείο όπου ο ήρωας έχει να αντιμετωπίσει την κακία του κόσμου είναι ενοχλητικά πραγματικό, τόσο ενοχλητικά που δυσκολεύτηκα να συνεχίσω παρακάτω. Ευτυχώς, παρά την όποια τρέλα που αναδύεται από παντού, η συνέχεια ήταν πολύ πιο εύπεπτη. Ενδιαφέρουσες οι θεωρίες που αναπτύσσονται σχετικά με την τέχνη και το πώς μπορεί κανείς να την κατανοήσει και να την υπηρετήσει κι επίσης ενδιαφέρουσες οι αντιδράσεις του πατέρα του ήρωα, σχετικά με το τι θεωρείται λογοτεχνία.



Lords and Ladies, Terry Pratchett. Συγκινητικό στο τέλος του, όπως και όλα τα βιβλία του Δισκόκοσμου. Μια καταπληκτική ιδέα (αν ξκαι με τον Πράτσετ αυτή η φράση είναι πλεονασμός) σχετικά με τη φύση, το Όνειρο Θερινής Νυχτός και τα ξωτικά. Τι κι αν είναι φανταστικός ο Δισκόκοσμος, οι χαρακτήρες των κατοίκων του είναι τόσο πραγματικοί, που ξέρεις ότι έχεις γνωρίσει τουλάχιστον έναν τέτοιον στη ζωή σου.


Κατηγορία: Λοιπή Λογοτεχνία



Σεμπρεβίβες, Ελένη Καστριτσίου-Κυριακοπούλου. Αναμνήσεις από τα Κύθηρα, την πατρίδα της συγγραφέως σε ένα είδος μυθιστορήματος. Διαβάζεται ευχάριστα, αν και δεν πρόκειται για κάτι άξιο Νόμπελ. Οι λυρικές και νοσταλγικές στιγμές είναι αρκετά καλές, αλλά παρεμβάλλονται κομμάτια ιστορίας που θυμίζουν έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Πάντως, όπως είπα και πριν, διαβάζεται ευχάριστα.



Ανήθικες Συνταγές, Μανουέλ Βασκέθ Μονταλμπάν. Τέταρτη ή πέμπτη φορά που το διαβάζω; Συνταγές με συμβουλές σχετικά με το με ποιον μπορείτε να τις ευχαριστηθείτε σεξουαλικότερα... Υπέροχο, λογοτεχνικό, αισθησιακότατο, ανθρώπινο όσο δεν παίρνει. Ακόμη κι αν δεν ξέρετε να βράσετε ένα αυγό, το βιβλίο αυτό θα το αγαπήσετε.



Έγκλημα στο γκολφ, Άγκαθα Κρίστι. Πουαρώ. Ευχάριστο ανάγνωσμα δύο ωρών (156 σελίδες).



Η Γεροντοκόρη, Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Πολύ μπλα-μπλα, αλλά παραδόξως δε με κούρασε καθόλου η ατελείωτη παράθεση περιγραφών των ηρώων και του περιβάλλοντός τους. Χαριτωμένο βιβλιαράκι. Βαθιά ηθογραφικό.


Ταξίδι στη Σελήνη, Συρανό Ντε Μπερζεράκ, Αν και χαριτωμένο, ώρες-ώρες έδειχνε τη γηραλαιότητά του καταφανέστατα.



Το Βιβλίο του Μαξιλαριού, Σέι Σόναγγον. Γιαπωνέζες κυρίες της αυλής πριν από 1000 χρόνια κρατούσαν ημερολόγια. Το ωραιότερο και πιο λυρικό από αυτά είναι το Βιβλίο του Μαξιλαριού, της Σέι Σόναγγον. Ούτε 50 σελίδες (η ελληνική μετάφραση αποτελείται από ελάχιστα αποσπάσματα) και μου πήρε μια εβδομάδα να το διαβάσω. Από τα λίγα βιβλία που με έκαναν να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω την ίδια πρόταση. Διαβάζεται αργά, για να το απολαύσεις όσο μπορείς περισσότερο.


Παραδοσιακά τραγούδια της Πολυνησίας, ό,τι κοντινότερο σε κοσμογονία και Βίβλο έχουν οι Πολυνήσιοι. Περιττό να πω ότι συγκινήθηκα, παρ’ όλο που γι' άλλη μια φορά και η μετάφραση και οι σημειώσεις δε με βοήθησαν καθόλου να μπω στο κλίμα.


Αβέστα, το ιερό κείμενο του Ζωροαστρισμού. Ήταν σε κομμάτια (ούτως ή άλλως δεν έχουν σωθεί και πολλά) και ο επιμελητής διάλεξε τα δύο τρίτα του βιβλίου να είναι προσευχές, τις οποίες και δεν έκανα τον κόπο να διαβάσω. Για την κοσμογονία και το τι είναι ο ένας κι ο άλλος, ο επιμελητής φαντάστηκε ότι θα μυρίζαμε τα νύχια μας και δεν τα ανέφερε...


Πόπολ Βου, το ιερό βιβλίο των Κιτσέ Μάγια. Το διαβάζω δεύτερη φορά, και παρά τα όποια προβλήματα της έκδοσης (τα ονόματα των θεών του κάτω κόσμου σε κάθε σελίδα αλλάζουν προφορά, Ο Σικιριπάτ γίνεται Τσικιριπατ, μετά Σικουριπάζ και ούτω καθεξής) μου άρεσε πολύ.


Ξεκίνησα να διαβάζω και το Κοτζίκι, που περιέχει ιαπωνικούς κοσμογονικούς και επικούς μύθους, αλλά μέχρι τη σελίδα 12 που διάβασα, ακόμα το αρχετυπικό ζευγάρι θεών (κάμι) γεννούσε άλλους κάμι. Πόσο να αντέξει κανείς…

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

Ουγκαγκα-μπουμ-μπουμ-γκι! (Μέρος Δεύτερον...)

Θυμάστε που σας έλεγα εδώ για ένα τραγουδάκι ακαταλαβίστικο; Ε, το βρήκα! Επιτέλους!


Είμαι Ο.Κ.

Το παρακάτω είναι ένα κείμενο που γράφτηκε επ' αφορμής μιας γνωριμίας. Μην πάει ο νους σας στο πονηρό, απλά ο χριστιανός βρήκε σε κάποιον να πει τον πόνο του κι ο πόνος του ήτανε πολύ περίεργος. Ρίξτε μια ματά και θα καταλάβετε τι εννοώ. (Και πού είσαι, εσύ που ξέρεις, όχι, δεν είναι για σένα. Απλά ήρθε η ώρα του να βγει στο φως.)

Χαμήλωσε το κεφάλι του, το σώμα στητό, οι ώμοι ανάλαφρα γερμένοι. Τα δάχτυλά του αρπάζονταν από το τσιγάρο και το ‘σφιγγαν, σα να ‘ταν το φίλτρο του που έφταιγε για όλα. Το δωμάτιο είχε μπουκώσει από καπνό, η οθόνη από πολιτικούς και μαλακίες. Ένας θόρυβος από την αυλή- «Δε βγαίνω σιγά-Κι αν είναι…;-Δε βγαίνω, αν θέλει ας χτυπήσει.»

Έσβησε το τσιγάρο και την τηλεόραση. Ας το διάολο πια με τους ηλίθιους, δεν έχει και κανένα ματς… Τι μέρα είναι σήμερα; Πέμπτη. Τριάντα ο μήνας. Αύριο έχουμε απογραφή στο μαγαζί. Θα γυρίσω σπίτι πτώμα. Ούτε στο Θωμά θα πάω. Ούτε με τη Χαρά θα βγω. Δηλαδή αν η Χαρά τηλεφωνήσει και μου πει να βγούμε θα της πω όχι, δε γίνεται, είμαι πτώμα.

Αν θέλεις έλα εσύ.

Μποξεράκι καθαρό έχω;

Σιγά. Ναι ,σιγά.

Έβαλε στο κασετόφωνο μια μαύρη φωνή και ξάπλωσε να την απολαύσει μόνο με το κόκκινο φως του λαμπατέρ. Τα κόκκαλα της πλάτης του έτριξαν καθώς έρχονταν στη σωστή τους θέση. Το σπίτι του μιλούσε πίσω από το τραγούδι κι η φωνή αυτή ήταν οι ήχοι από τον αέρα στο παράθυρο, το νερό στο σωλήνα, το ρολόι που πάει πίσω, η θερμάστρα που φορτσάρει. Το σπίτι κάνει σα φιλάρεσκη γκόμενα, «έλα δω, κάθισε, δε σ’ αρέσω; Δε θες να μείνεις εδώ για πάντα;»

Το ‘θελε. Να μην έχει να πάει στη δουλειά. Να μην έχει τον κάθε μπούρδα να τον ενοχλεί. Να μη φοράει γυαλιά- ξέρεις τι ρομαντική εικόνα του κόσμου έχουν οι μύωπες; Να μην ενοχλείται με το φαΐ ούτε με το πιοτί. Να μη θέλει τις γυναίκες.

Κι όσο το ‘λεγε στον εαυτό του, τόσο του ‘ρχόταν η αίσθηση των μαλλιών της ανάμεσα στα δάχτυλά του, το δέρμα του ώμου της ν’ ακουμπάει στο σαγόνι του, τα χέρια της να χαϊδεύουν τις ουλές της ακμής στα μάγουλά του. «Δε θέλω τίποτε να μου συμβαίνει», σκέφτηκε πεισματικά, μα σε κάθε ανάμνησή της, λαχταρούσε την παρουσία της να ταράζει το βάλτο της ζωής του, τη σάρκα της να ξυπνάει τη δική του.

Αλλά αν θέλει, να έρθει εκείνη. Εγώ δεν το κουνάω από δω.

Θα του τηλεφωνούσε από το κινητό. «Είμαι στην πόρτα, έλα να μαζέψεις το σκυλί». Θ’ ανέβαιναν πάνω μαζί. Περνάει πάντα μπροστά του στη σκάλα, τον αφήνει να θαυμάζει τις καμπύλες της. Θα σταθεί στο κεφαλόσκαλο. Ποτέ δεν ανοίγει την πόρτα, περιμένει να την ανοίξουν άλλοι. Μπαίνει, βγάζει το σακάκι της. Τα τακούνια της χτυπούν στο μωσαϊκό, είναι ολόκληρη μια νότα κυριλέ σ’ ένα δωμάτιο αναρχικού. Φοράει ένα άρωμα γλυκερό σα σταφύλι, σε κάνει να ζαλίζεσαι. Θα καθίσει στη μοναδική καρέκλα και θα ανάψει τσιγάρο, κυριλέ κι αυτό, λεπτό, ασορτί με τα δάχτυλά της, όλα της ήταν ασορτί, η τσάντα με τα παπούτσια, το βάψιμο με το ντύσιμο, το δαχτυλίδι με το βραχιόλι, ήθελε κι ένα γκόμενο ασορτί, κυριλέ. Τι δουλειά είχε αυτός με τη Χαρά…; Όχι, όχι, φτάνει της μια αγκαλιά. Δε θα της δώσει τίποτε άλλο. Τι έχει άλλωστε αυτός να δώσει σε μια γκόμενα κυριλέ; Αν θέλει ας έρχεται αυτή, ας του δίνει εκείνη ό,τι της κάνει κέφι. Αυτός δεν έχει τίποτε άξιο να της δωθεί. Ας έρχεται.

Πάει η ησυχία του. Η ηρεμία του. Ζούσε μια νιρβάνα, ένα νέφος γεμάτο απαλότητα τον τύλιγε και τώρα του ζητούσαν να ασχολείται με γυναίκες. Όχι ρε. Δε θέλω. Τίποτα.

Ούτε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Ούτε την απαλότητα των ώμων της. Ούτε τη θέρμη της αγκαλιάς της να τον τυλίγει, να τον εξαφανίζει από τον κόσμο, να τον έχει στη σπηλαιώδη προστασία της, ασφαλή, χορτασμένο από τρυφερότητα, από τη μυρωδιά της, το άγγιγμά της-
Είχε φύγει δίνοντάς του μόνο αυτήν την αγκαλιά της και το ζεστό της άγγιγμα, αφήνοντάς τον να φαντάζεται τον έρωτά της. Πώς να ‘ναι όταν δίνεται; Πώς να ‘ναι όταν λειώνει κάτω από τα δάχτυλά του; Οι μικρές της κραυγές, οι κοφτές της ανάσες. Τα βογκητά. Οι γροθιές της που σφίγγουν το σεντόνι. Τα πόδια της τυλιγμένα γύρω του, τα στήθη της να τον αγγίζουν. Κι όταν τελειώνει να κρύβεται στην αγκαλιά του. Να κοιμάται με τα μαλλιά της στους ώμους του. Με τη συνείδησή της ήσυχη για τις νυχιές και τις δαγκωματιές και τα σημάδια του έρωτα στο κορμί του, που η ίδια τα χάραξε εκεί. Να κοιμάται σα χορτασμένη λέαινα.

Όλα αυτά. Δεν τα θέλω. Μάλλον όχι. Τα θέλω. Αλλά να ‘ρχεται αυτή. Εδώ. Να ‘ρχεται. Δεν πάω. Πουθενά. Ας έρθει εκείνη.

Κοίταξε το ρολόι. Μια. Πάει πίσω. Σιγά. Δε θα ‘ρθει.

Ας έρθει. Αν θέλει.

Σιγά.

Ας έρθει.

Ας έρθει…

Πολύ δουλειά, βρε παιδί μου...

... και πού καιρός για blogging. Άσε που έφτασαν στα χέρια μου κάποια επεισόδια από τους παλιούς Ντιούκς και κάθομαι και θυμάμαι τα νιάτα μου...

Ιιιιιχα!

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Σιωπή...

0 μη αναγνωσμένα μηνύματα.

Αν κλάψω, δε θα με δει κανείς.

Ούτε καν εγώ η ίδια, στον καθρέφτη της ελεεινότητάς μου.

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Θύμνα-ένα απόσπασμα

Σας έχω πρήξει τόσον καιρό με το ελληνοκεντρικό μου φάνταζυ, τόσο που αποφάσισα να ανεβάσω κάτι για να καταλάβετε τι εννοώ.

Η ιστορία διαδραματίζεται στη Χερσόνησσο (το αντίστοιχο της Ελλάδας), στην οποία κυριαρχούν τέσσερα κράτη: η Ανατολία με μια αθηναϊκού τύπου δημοκρατία-παύλα-συμμαχία, το Κοινό της Ταυρίδας, που μοιάζει με τις Δελφικές αμφικτυωνίες, η Ηλιακή Πεδιάδα, παρόμοια με το βασίλειο της Μακεδονίας και μια κατάσταση ασαφής ακόμη και σε μένα (:Ρ) στα δυτικά, που ονομάζεται γενικά και αόριστα Εσπερία. Τα φυσικά όρια της Χερσονήσσου είναι στα νότια το Ακρωτήριο Μένη, στα βόρεια ο ποταμός Βούπατρης (τύπου Δούναβη), ανατολικά το Μήλειο Πέλαγος και δυτικά το Εσπέριο Πέλαγος. Η θάλασσα στο νότο μάλλον θα κρατήσει το αόριστο όνομα Πόντος. Πέρα από τη θάλασσα αυτή υπάρχει κάτι επίσης αόριστο που ονομάζεται Αιθιοπία.

Η πλοκή γυρίζει γύρω από έξι ανθρώπους: Η Επίτροπος της Πρωτογόνης (=>Δήμητρα) Θύμνα Ευφορίωνος, καθώς γυρίζει στις πόλεις της Ταυρίδας για δουλειές που φορούν τα Χθόνια Μυστήρια έχει ένα παράξενο ατύχημα. Οι συνοδοί της, Μύστες των Υδάτινων Μυστηρίων (αντίστοιχα με τα Χθόνια-Ελευσίνια, αλλά αφορούν το θεό της θάλασσας Υδρόκερω), την αφήνουν σε ένα χάνι και προσπαθούν να καταλάβουν τι συνέβει. Παρακολουθούμε τους τρεις Μύστες, Ορφέα Ευδώρου, Αμασεία Καλλινίκου και Πάνθηρα Μέττωνος στις περιπέτειές τους, καθώς και τις δύο γυναίκες που φιλοξενούν τη Θύμνα στο χάνι, τη Γαλάτεια του Γρύπα και το Μαρουλιώ.

Στην πορεία μπλέκονται στο θέμα θεοί και ημιθεα όντα, όπως Γρύπες, Κένταυροι, Άρπυιες, Νύμφες, Κάβειροι, Σάτυροι, Σιληνοί, Όνειροι, Νεφέλες, Οίστροι, ακόμα και οι Υπερβόρειοι. Επίσης μπλέκονται πολιτικές ίντριγκες και κατάσκοποι των γύρω κρατών, που επωφθαλμιούν τις εύφορες εκτάσεις της Ταυρίδας.

Η δομή είναι κάπως παράξενη, με την έννοια ότι σχεδόν όλοι οι ήρωες μιλούν σε πρώτο πρόσωπο. Έχω παλέψει σκληρά, όχι χωρίς πολύτιμη βοήθεια (σ' ευχαριστώ, ξέρεις εσύ) για να κάνω τον κάθε έναν τους να μιλάει με ξεχωριστό τρόπο, έτσι ώστε κάθε ύφος "ομιλίας" και αφήγησης να είναι διακριτό από τα υπόλοιπα, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Επίσης στην αρχή κάθε κεφαλαίου εμφανίζεται ένα κομμάτι από κάποιο φανταστικό σύγγραμα, το οποίο δίνει λίγες παραπάνω πληροφορίες για την κοσμοπλασία, ειδικά εκείνες που θα ακούγονταν πολύ info-bubble αν τις έβαζαμέσα στο καθεαυτό κείμενο. Στα κομμάτια αυτά, έχω κρατήσει ένα ύφος που θυμίζει τις μεταφράσεις των αρχαίων κειμένων του Κάκτου (μεγαλό στοίχημα αυτό με τον εαυτό μου, αλλά ήθελα από πάντα να γράψω κάτι τέτοιο..)

Το κομμάτι που ακολουθεί λοιπόν είναι ένα απόσπασμα λόγου. Γενικά, ενώ έχω κρατήσει τους μύθους που αφορούν τους ημίθεους -ελαφρά παραλλαγμένους-, έχω πειράξει τα ονόματα των θεών, καθώς και κάποια σημεία του μύθου που αφορούν τους ίδιους τους θεούς. Ας πούμε ότι "διόρθωσα" κάποια σημεία ώστε να φαίνονται πιο "μυθικά". Εντάξει, ακούγεται ενοχλητικό έτσι όπως το διαβάζετε εδώ, αλλά κάντε έναν κόπο να διαβάσετε το κομμάτι κι ίσως καταλάβετε τι εννοώ.

Έχω προσπαθήσει να είναι φανερή και εύκολα κατανοητή η αντιστοίχιση μεταξύ των Ολύμπιων θεών και των ονομάτων των θεών που εφηύρα. Αν δεν είναι, τότε ρωτήστε. Οπωσδήποτε, κάποιο σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο.

[...]

Τώρα, για να καταλάβετε, άνδρες , ακριβώς τα γεγονότα και το γιατί εγώ και οι σύντροφοί μου κάναμε αυτά, θα πρέπει να σας μιλήσω για τη Ζαντέ το χάνι πιο διεξοδικά. Οι περισσότεροι στην Ταυρίδα γνωρίζουν αυτά που θα σας πω, αν και όχι σε τόσο βάθος, όσο τα έμαθα εγώ αργότερα, όταν μυήθηκα στα Χθόνια Μυστήρια. Βέβαια δε θα μπορέσω να σας τα πω όλα, γιατί με δεσμεύει η μύησή μου, αλλά αυτά που θα σας πω είναι εκείνα που στην Ταυρίδα γνωρίζουν κι οι αμύητοι.

Λέγεται δηλαδή ότι σε εκείνο το σημείο που είναι χτισμένο το χάνι, έγινε μια παράξενη πράξη. Κάποτε, ο Υδρόκερως τυφλώθηκε από τη Φιλομήδεια, γιατί την είχε κοροϊδέψει ότι κοιμάται με θνητούς κι εκείνη ήθελε να τον εκδικηθεί. Κατέβηκε ο θεός των νερών από τα χρυσά Αργινά παλάτια και περπατούσε μέσα στο Δάσος των Πυγών, παρέα με τους Σατύρους και του Σιληνούς, αναστενάζοντας, γιατί η γλυκοχέρα Φιλομήδεια είχε βάλει στην καρδιά του πόθο για την Πρωτογόνη, την πιο τιμημένη ανάμεσα στις θεές. Κι όρισαν η Τύχη κι οι Μοίρες να τη δει να λούζεται στα νερά της Μεγάλης Συμβολής. Όρμηξε λοιπόν, επάνω της να την κάνει δική του, αλλά η Νύμφη Κέλη, που λουζόταν μαζί της με άλλες Αμαδρυάδες, έσυρε μια φωνή και ειδοποίησε τη θεά. Τότε άρχισε ένα φοβερό κυνηγητό, η Πρωτογόνη να τρέχει μπροστά γυμνή κι οι Νύμφες να τη βοηθούν κι ο Υδρόκερως πιο πίσω με τους Σατύρους και τους Σιληνούς σε διέγερση, να τρέχουν μαζί του, προσπαθώντας να τσακώσουν κάποια Νύμφη, γιατί αυτός είναι ο πόθος κάθε Σατύρου, να χαρεί τον έρωτα μιας Νύμφης.

Τρέχοντας, λοιπόν, η Πρωτογόνη έφτασε στο σημείο που είναι σήμερα χτισμένο το χάνι κι εκεί βρέθηκε να μην μπορεί να ξεφύγει, γιατί τα δέντρα ήταν πολύ πυκνά. Ο Υδρόκερως την είδε και παρουσιάστηκε μπροστά της σε όλο του το μεγαλείο, μοίρασε την υπόστασή του σε τρία ίσα μέρη και κάθε μέρος μεταμορφώθηκε σε θηριώδες ζώο, άλογο η μία υπόσταση, ταύρο η δεύτερη και φίδι η τρίτη και αυτά περικύκλωσαν τη θεά. Η Πρωτογόνη στην αρχή αντιστάθηκε, αλλά είχε εντυπωσιαστεί από την επιμονή και τη μεγαλοπρέπεια του θεού και τελικά ανταποκρίθηκε στον έρωτά του. Και λένε ότι τότε συνέλαβε μια κόρη, που το πραγματικό της όνομα το μαθαίνουν μόνο όσοι μυούνται στα Χθόνια και που οι αμύητοι την αποκαλούν είτε απλά Κόρη είτε Ταυρίδα.

Ο μύθος λέει ότι την ώρα που οι δυο θεοί χαίρονταν τα έργα της αγάπης, ο Φιλήτης ήρθε κρυφά και τους είδε, γιατί οι φωνές των Σατύρων και των Σιληνών, που είναι παιδιά του, τον είχαν αναστατώσει. Κι όπως δεν προλάβαινε από τη λαγνεία του να επιτεθεί σε κάποια Νύμφη και να σβήσει τον πόθο του, βρήκε μια πέτρα και κάθισε κι άφησε το θεϊκό του σπέρμα να πέσει πάνω της. Εκεί που έπεσε το σπέρμα του θεού, σχηματίστηκε το σύμβολο του θηλυκού και δίπλα η λέξη Ζαντέ, που στη γλώσσα των ανθρώπων πέρα από το Μήλειο Πέλαγος θα πει «τρελέ». Τότε οι Σάτυροι κι οι Σιληνοί που το είδαν ρώτησαν τον πατέρα τους τι σήμαινε αυτό το σημείο.

Κι εκείνος τους είπε να καλέσουν όλους τους ημίθεους και τους διγενείς, Κένταυρους, Καβείρους, Νύμφες και Γρύπες κι ακόμη και τις Άρπυιες από το απάτητο βουνό τους κι όταν μαζεύτηκαν, τους είπε να χτίσουν ένα χάνι, από το ίδιο του το σπέρμα ανακούφιση και προστασία να δίνει σε ταξιδιώτες κι εμπόρους, τους προστατευόμενούς του. Κι όρισε με τη θεϊκή του πνοή και στα ύδατα της Στυγός πήρε όρκο, μέσα στους τοίχους του χανιού να μην πιάνουν τα μάγια και κανείς να μη μπορεί να κάνει κακό σε κανέναν. Και σκεπτόμενος ακόμη και του άλλους του προστατευόμενους, τους κλέφτες, όρισε το χάνι να μην έχει θυρόφυλλα καμωμένα από ξύλο, αλλά κάθε πόρτα και παράθυρο να κλείνει από παραπετάσματα στολισμένα με ξύλινες χάντρες, που τα έπλεξαν οι Αμαδρυάδες με τους πόνους των κορμιών τους. Ώστε καθένας που βρίσκει στο χάνι ξεκούραση να βρίσκει και προστασία, αλλά και να μπορεί να ξεφύγει εύκολα, αν το θελήσει κι αν χρειαστεί να τρέξει γρήγορα μακριά.

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

Βασίλειο της Αράχης ΙΙ: Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών


Μόλις εχτές το βράδυ τελείωσα το Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών, το δεύτερο τόμο της επικής σειράς φαντασίας το Βασίλειο της Αράχνης, γραμμένη από τον Έλληνα νέο (28 ετών) και προσωπικό μου φίλο, Γιάννη Πλιώτα. Και τα συναισθήματα που έχω, η επίγευση που μου άφησε το βιβλίο είναι κάπως παράξενη.

Καταρχήν κάτι που θα εκπλαγεί ο Γιάννης ν' ακούσεις από τα δικά μου χείλη: Δεν είχε και τόση δράση όση περίμενα. Ε, εντάξει, εντάξει θα το πω πιο δυνατά, δεν είχε και τόση δράση όση περίμενα. Ακόμη κι όταν την είχα μπροστά στα μάτια μου, ποτέ δεν ξεχνούσα ότι αυτή τη στιγμή, εγώ (στη θέση του Αλιόσκα) κάθομαι σε μια καρέκλα και μου τα λένε. Μπερδεύτηκα κιόλας στη μάχη στα Σκαλοπάτια, χρειάστηκε να την ξαναδιαβάσω, για να βάλω τους σκελετούς στη θέση που είχαν σε αυτή τη μάχη.

Επίσης θεωρώ ότι το πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο "Μπαρταντίν", είναι γραμμένο χωρίς ενιαίο ύφος. Ξεκινάει με παραμυθιακό μοτίβο και εκεί που βοηθάει τον ειρμό της σκέψης του ο συγγραφέας το αλλάζει σε αληθοφανή αφήγηση. Η σκηνή του Όλφσμπεργκ που ξυπνάει με τη γυναίκα του στο πλάι του είναι πολύ-πολύ-πολύ αληθοφανής για να χωρέσει σε μια διήγηση παραμυθιακού ή μυθικού τύπου. Αντίθετα, η επιλογή του διαδόχου έχει ένα ύφος θρύλου, αλλά επίσης δεν είναι παραμυθιακός ο τρόπος αφήγησης.

Γενικά το βιβλίο είναι αρκετά κλειστοφοβικό. Ένιωσα κάποια στιγμή (ακόμη κι εκεί όπου περιγράφονταν οι ανοιχτές εκτάσεις, στις αφηγήσεις των ηρώων) ότι η Αδινχάρα θα πέσει να με πλακώσει. Αυτόν τον πύργο τον θεωρώ φρικαλέο.

Κι επίσης γενικά θα συμφωνήσω με άλλους που το έχουν διαβάσει, ότι οι περιγραφές ήταν αρκετές και σε κάποιες στιγμές κακοβαλμένες. Εκτός από την αλλαγή που αν θυμάμαι καλά έκανε ο Γιάννης, να στείλει το κεφάλαιο 26 από τον πρώτο τόμο (Η Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες) στο δεύτερο τόμο, η οποία σαν κίνηση ήταν εξαιρετικά εμπνευσμένη. Θα ήταν μέγιστο σπόιλερ να μάθουμε τόσα πράγματα από τόσο νωρίς. Αν μη τι άλλο, οι υποψιασμένοι θα την ψυλλιαζόμασταν τη δουλειά. Ενώ έτσι μας κρατάει λίγο ακόμη στο σκοτάδι.

Για άλλη μια φορά ξετρελάθηκα με τους χαρακτήρες . Από τους κεντρικούς ήρωες μέχρι τους ταπεινούς κομπάρσους, απλά ξετρελάθηκα. Ο Γιάννης έχει τη δύναμη να τους κάνει ξεχωριστούς τον έναν από τον άλλο, σε σημείο που μπορεί να ξεχάσω ένα όνομα αλλά την αίσθηση και το χαρακτήρα του ποτέ. Και κοντά στους χαρακτήρες και τα τοπία και γενικότερα οι περιγραφές είναι πολύ δυνατές. Έχεις την αίσθηση ότι είσαι εκεί μπροστά και τα βλέπεις όλα. Η αντίρρησή μου έχει να κάνει μόνο με τη θέση τους κάθε φορά.

Και κάτι που ήθελα να πω, ορμώμενη από κριτικές που άκουσα κατά καιρούς για το σύνολο του έργου ως τώρα, τα δύο πρώτα βιβλία δηλαδή. Προσωπικά βρίσκω απίθανη τη μίξη, τόσο της ψευδοχριστιανικής θρησκείας με τα σύμβολα της Αράχνης, όσο και των διαφόρων «setting» των εποχών που γνωρίζουμε. Δε με ξένισε ο βυζαντινισμός, ούτε ο τολκινισμός, ούτε τα ρώσικα ονόματα, ούτε τίποτα. Αντίθετα ένιωσα παράξενα οικεία με όλον αυτόν τον απαλό αχταρμά.

Και παρ' όλα τα λογάκια που γράφω εδώ, που μπορεί να αποθαρρύνουν έναν πιθανό αναγνώστη, να τονίσω ότι ακόμη κι έτσι, ακόμη και με τις όποιες αδυναμίες έχει το βιβλίο, δεν παύει να είναι ίσως το μοναδικό βιβλίο καθαρόαιμης επικής φαντασίας που κυκλοφορεί στην Ελλάδα κι είναι γραμμένο από Έλληνα. Αυτό είναι τόσο σημαντικό, που όλα τα υπόλοιπα μπορούν απλά να ΄γινουν γαργάρα.

Το SFF-Rated στο EarthDance 2008

Αντιγράφω μετά ελαχίστων έως ανυπάρκτων ενοχών τον ΠιΚέι (κι όχι τον Καίει-Καίει, χεχε) και σας φέρνω τα νέα:

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

8/9/2008

Tο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Επιστημονικής Φαντασίας & Φανταστικού «SFF- rated»συμμετέχει στο Earthdance 2008

Mε χαρά μας ανακοινώνουμε ότι το Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Επιστημονικής Φαντασίας & Φανταστικού SFF-rated, που διοργανώνεται με επιτυχία επί τρία συνεχόμενα έτη από την Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας (Α.Λ.Ε.Φ.), θα συμμετάσχει στο φετινό Εarthdance της Αθήνας (www.earthdance.gr) που θα διεξαχθεί στην παραλία του Παλαιού Φαλήρου το Σαββατοκύριακο 13-14 Σεπτεμβρίου 2008 (Στάση Τραμ «Μπάτης»).

Οι διοργανωτές του Earthdance είχαν την έμπνευση να στήσουν ένα θερινό σινεμά στην παραλία, το οποίο μεταξύ άλλων θα φιλοξενήσει και μια επιλογή από τις καλύτερες –και πιο συναφείς με τις θεματικές του Earthdance– ταινίες μικρού μήκους που προβλήθηκαν τα τρία αυτά χρόνια στο SFF-rated.

Συγκεκριμένα, το Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου στο 3ωρο που έχει προβλεφθεί για προβολές, 20:30-23:30, θα προβληθούν οι ταινίες:

Τίτλος Σκηνοθέτης Χώρα Παραγωγής Διάρκεια

Victor y la Maquina Carlos Talamanca ΙΣΠΑΝΙΑ 9'
The Un-Gone Simon Bovey Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ 8'
The Big Forever R.Glassford&T. Langer Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ 10'
Droomtijd Tom Van Avermaet ΒΕΛΓΙΟ 20'
Zombie Chris Armstrong ΗΠΑ 7'
Simulacra Tatchapon Lertwirojkul ΗΠΑ 4'
The Omnicide 8000 Ian Hothersall Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ 4'
Cost of Living Jonathan Joffe ΚΑΝΑΔΑΣ 10'
Aπόλυτη Στιγμή Λουίζος Ασλανίδης ΕΛΛΑΔΑ 15'
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ 87'

Όλες είχαν εξαιρετική υποδοχή από το κοινό του SFF-rated. Ανάμεσά τους είναι και οι τρεις ταινίες που έχουν κερδίσει τα Βραβεία Κοινού μέχρι τώρα:H «Aπόλυτη Στιγμή» το 2006, το «Cost of Living» το 2007, και το «Zombie» το 2008.

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Οίστρος

Μ' έχει πιάσει πάλι ο οίστρος και δεν προλαβαίνω να σηκωθώ από τον υπολογιστή. Γράφω σαν τρελή, όχι μόνο διορθώνοντας το επόμενο μεγάλο μου μυθιστόρημα (η Θύμνα που σας έχω πρήξει με την πάρτη της), αλλά κρατώντας σημειώσεις και διαβάζοντας για το επερχόμενο Νανόριμο, δυο μήνες πριν. Έχω πείσει το εαυτό μου να γράψει κάτι σύγχρονο, με κεντρικό θέμα τη μούμια κι η καψερή έχω περιορισμένες γνώσεις από Αίγυπτο. Κάποιος φίλος πρότεινε να το γυρίσω σε μούμια Ίνκα, αλλά τότε χάνεται η αρχική ιδέα (κι επίσης και το όποιο αναπάντεχο φινάλε). Οπότε τα κεφάλια μέσα, διάβασμα και περισυλλογή και πώς την είπαμε τη θεά των γατιών;

Επίσης λόγω του ότι καταπιέζομαι και με το διάβασμα για τη μούμια και με τη διόρθωση (μια διαδικασία που τη βαριέμαι αφόρητα κι αν μπορούσα θα την παρέλειπα εντελώς), το μυαλό μου για να ξεφύγει πετιέται σε ένα σωρό καινούργιες ιδέες, ιδέες που πλέον δε θέλω να τις στριμώξω σε 1.000, 2.000, 5.000 λέξεις, αλλά οραματίζομαι τις 50.000 και τις 100.000. Οραματίζομαι βεβαίως-βεβαίως, διότι τις 100.000 θα τις πιάσω μόνο με τον κακομοίρη τον Κόμπες, ο οποίος σε τελική ανάλυση δεν είναι τίποτε άλλο από ένα σιτ-κομ δέκα επεισοδίων. Δε μπορεί να θεωρηθεί ένα κείμενο δηλαδή.

Μ' αυτά και μ' αυτά, έχω παρατήσει εντελώς και την ιδέα του Βιβλίου των Συμβάντων, μια "κοσμοθεωρία" κάπως εφηβική, εμπνευσμένη σαφέστατα από τα μουρκοκικά διαβάσματα της εποχής εκείνης. Γενικά σαν ιδέα μου αρέσει ακόμη, απλά δε βρίσκω τρόπο να την ταιριάξω (ή έστω υπαινιχθώ) στα δύο ή τρία μεγάλα μυθιστορήματα που έχω στα σκαριά. Και η φύση της (της ιδέας) είναι τέτοια που δε μπορεί να περιγραφεί σε ένα μυθιστόρημα, να τη γράψω και να τελειώνω.

Βάσανα που 'χει η ζωή...

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

...

Κλαίω εγώ εδώ, κλαις εσύ εκεί, κουβέντες να λέγονται, κι από ουσία τίποτε. Η μοναξιά παραμένει, γαμώτο κι ούτε να ουρλιάξω δεν έχω δικαίωμα.

Βαρέθηκα τους τραγικούς ήρωες. Θέλω για μία φορά έναν άνθρωπο καθημερινό, ούτε ήρωα ούτε τραγικό. Πώς θα γίνει; Πού υπάρχουν τέτοιοι κι εγώ γιατί πάντα τους χάνω;

Κι όσο πιο πολύ θυμώνω και κλαίω, τόσο περισσότερο γράφεσαι στην ύπαρξή μου, σαν επιγραμμα πεδίου μάχης.

(Κι ούτε συγνώμη δε θα ζητήσω αυτή τη φορά. Πονάω πάρα πολύ για να μου μένει κουράγιο για κάτι τέτοιο.)

(Άλλη μια υπόσχεση που πάτησα...)

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Επιστροφή-1

Πόσος καιρός.

Ποδόσφαιρο, καλοκαίρι, Ολυμπιακοί, διακοπές, φωτιές, σεισμοί. Τυφώνες. Τρικυμίες. Τις περισσότερες φορές εν κρανίω.

Λένε ότι όταν περιμένεις να γίνει κάτι, χρειάζεται να κρατάς τα χέρια σου απασχολημένα με κάτι άλλο, για να μην δαγκώνεις τα δάχτυλά σου. Ίσως ετούτο το μπλογκ με βοηθήσει λιγάκι. Όχι ότι περιμένω κάτι να γίνει, αυτή τη φάση την έχω περάσει και δεν περιμένω τίποτε. Από κάποια κεκτημένη ταχύτητα όμως, παραμένω σε κατάσταση αναμονής. Ελέγχω το email μου. Γυρίζω άσκοπα σε ιστοσελίδες, των οποίων το θέμα με αφήνει πρακτικά αδιάφορη. Κάνω κουίζ και βαριέμαι, αδημονώντας.

Η 1η του Σεπτέμβρη με βρίσκει στο κατώφλι μιας άλλης εποχής. Αλλαγές, κυρίως συναισθηματικές. Ξέρω πού πατάω, αν και δεν ξέρω πού θα πατήσω στο επόμενο βήμα. Ξέρω τι θέλω, άσχετα με το αν μπορώ να το αποκτήσω ή όχι -ή τη μορφή που θα έχει αν το αποκτήσω. Καλά δεν είναι;

Θα μιλήσω λίγο για βιβλία και για ιστορίες αυτή τη φορά. Μου έλειψαν όλον αυτόν τον καιρό που με απασχολούσαν οι πραγματικοί άνθρωποι. Τώρα που σιγουρεύτηκα ότι οι άνθρωποι αυτοί δε θα φύγουν από κοντά μου ό,τι κι αν συμβεί, τώρα μπορώ να επιστρέψω στα βιβλία και στις ιστορίες. Με άλλο μάτι ειδωμένες βέβαια, πάντα ένας άνθρωπος σού αλλάζει την οπτική γωνία.

Ιστορίες λοιπόν... Πόσες έχω ξεκινήσει και πόσες έχω παρατήσεις αυτούς τους μήνες. Το καμάρι μου είναι η "Θίμνα", ένα καθαρόαιμο φάνταζυ σε κλασσικό ελληνικό setting, Κένταυροι, Σάτυροι, Γρύπες, μάγοι από την Ινδία, πολιτική ίντριγκα και ερμητικά ξόρκια, κατάσκοποι, Νύμφες, θυσίες, Χθόνια και Υδάτινα Μυστήρια και πάνω απ' όλα ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΓΡΑΦΙΚΟΤΗΤΑ σχετική με γνωστή τηλεπερσόνα. Είμαι πολύ φιλόδοξη για τούτο το κείμενο. Θεωρώ ότι ίσως να μπορούσε να κάνει μια καλή πορεία, να το εμπιστευτεί κάποιος εκδότης. Κι αν μπορέσω να το φτιάξω όπως ακριβώς θέλω...

Με απασχολεί επίσης μια παλιά ιστορία, εκείνη της Βοχέντα Μίνους, της οποίας ένα πρωτόλειο σχεδίασμα έχω ανεβάσει κι εδώ. Πρέπει να της αλλάξω τα φώτα για να πάψει να είναι πρωτόλειο... αλλά θα το κάνω. Μου αρέσει σαν ιδέα κι είναι και κάπως cheesy -ό,τι πρέπει για τα γούστα μου δηλαδή- και δε θέλω να την αφήσω να πάει στα χαμένα, ούτε να μείνει στα αζήτητα. Νόθος απόκληρος μιας κάπως παράξενης κοινωνίας -ερημικό περιβάλλον, σχετικά δημοκρατικό πολίτευμα, ισότητα των δύο φύλων- καλείται να φυγαδέψει και συνοδέψει ένα κορίτσι σε όμμορη χώρα, για να αποτρέψει έναν αιματηρό πόλεμο. Στην πορεία διασχίζει πρακτικώς όλον τον γνωστό (του) κόσμο και μαθαίνει πολλά τόσο για τα μυστικά του κόσμου αυτού, όσο και για τους ανθρώπους που θεωρεί δεδομένους στη ζωή του.

Ένα τρίτο σχέδιο για μυθιστόρημα, διαδραματίζεται σε έναν κόσμο βασισμένο στην απάτη. Έχει τίτλο "Μουγιαντίν ο Τακτικός" και αναφέρεται στις προσπάθειες ενός στρατάρχη-δικτάτορα -με την αρχαιοΑθηναϊκή έννοια-, της αδελφής του κι ενός σιδερά να οργανωθούν και να σωθούν στα πλαίσια μια πολιορκίας. Το κείμενο το εμπνεύστηκα διαβάζοντας τα Πολιορκητικά του Αινεία του Τακτικού, αλλά μετά από πενήντα σελίδες ανακάλυψα ότι οι σειρά των γεγονότων που περιγράφω, αν και πολύ δραματική και με τις σωστές συναισθηματικές κορώνες, δεν έχει καμμία λογική από στρατηγικής πλευράς. Οπότε ή θα πρέπει να διαβάσω και ν' αποφασίσω την σειρά των πολεμικών επεισοδίων, πριν αρχίσω να γράφω για τα επιμέρους επεισόδια μεταξύ των χαρακτήρων ή θα πρέπει να φορτωθώ σε έναν γνωστό μου, που κατέχει αρκετά το αντικείμενο και να τον πρήξω ως να καταλάβω τι είναι αυτό που πρέπει να γραφτεί...

Εκτός από αυτά τα φιλόδοξα, έχω κι άλλες ιδέες για μυθιστορήματα, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν μόνο μερικές σελίδες γραμμένες. Επιγραμματικά: "Σάμπτι" (δεσποινίδα, υπάλληλος σούπερ-μάρκετ, υποψιάζεται ότι είναι ενσάρκωση αιγυπτιακής μούμιας), "Ντιτζιχάρτης" (ένα παράξενο μοναστήρι σε ελληνικό νησι ζητά από δεσποινίδα να φτιάξει ψηφιακό χάρτη των ιδιοκτησιών του), "Το Ζωνάρι του Κεβέκεβε" (η έκτη περιπέτεια του Κόμπες του Ντερλικοτή), "Μια εβδομάδα καταρρεύσεις" (νεαρός μάγος, με βοηθό απέθαντη γάτα, προσπαθεί να σταματήσει τα σχέδια των Υποχθόνιων να κατακτήσουν τη σύγχρονη Αθήνα).

Και φυσικά όπως θα έχουν ήδη καταλάβει εκείνοι που με ξέρουν συγγραφικά, έχω γυρίσει τις φιλοδοξίες μου στα μεγάλα κείμενα, με απώτερο σκοπό να ξεπεράσω στο πρώτο γράψιμο τις 100,000 λέξεις. Μέχρι τώρα το κατώφλι μου ήταν οι 50,000, πάντα στο πρώτο γράψιμο, και με τις διορθώσεις πήγαινε στις 60,000 ή 70,000. Τα μικρά διηγήματα έχουν περιοριστεί πολύ. Τουλάχιστον πολύ περισσότερο απ' όσο θα 'θελα. Και δε μπορώ να καταλάβω τι μπορεί να σημαίνει αυτό...